Αmphipolis.gr | Ο ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

 
Ένα Θαύμα της Αρχαιότητας

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας θεωρείται ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. και παρέμεινε σε λειτουργία ώς την πλήρη καταστροφή του από δύο σεισμούς τον 14ο αιώνα μ.Χ. Ήταν ένας πύργος συνολικού ύψους 140 μέτρων και ήταν για εκείνη την εποχή το πιο ψηλό ανθρώπινο οικοδόμημα του κόσμου μετά τις πυραμίδες του Χέοπα και του Χεφρήνου ή Χεφρένης.

Κατασκευάστηκε από κομμάτια άσπρης πέτρας και ήταν δομημένος σε τέσσερα επίπεδα. Το χαμηλότερο ήταν η τετράγωνη βάση, το δεύτερο ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα, το τρίτο οκτάγωνο κτίσμα και το τέταρτο το ψηλότερο ένα κυκλικό κτίσμα επί της κορυφής του οποίου το άγαλμα του Ποσειδώνα ή Απόλλωνα. Στο τέταρτο επίπεδο υπήρχε ένας καθρέπτης που αντανακλούσε το φως του ήλιου κατά τη διάρκεια της μέρας ενώ το βράδυ έκαιγε μία φλόγα για να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία για την ύπαρξη εμποδίων. 
Η λέξη φάρος υιοθετήθηκε από πολλές χώρες και χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο λατινογενές λεξιλόγιο και σε γλώσσες όπως τα Γαλλικά (phare), τα Ιταλικά (faro), Πορτογαλικά (farol) και Ισπανικά (faro).

Γενικά 

Ο φάρος κατασκευάστηκε επί της νησίδας Φάρος. Το νησί έδωσε το όνομα στο οικοδόμημα κι όχι το αντίθετο, όπως πιστεύεται. Οι σύγχρονοι φάροι «δανείζονται» επίσης το όνομα της νησίδας. Είναι παγκοσμίως γνωστός με την ονομασία «Φάρος» της Αλεξάνδρειας επειδή ήταν λίγο έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Συνδεόταν τεχνητά με ένα είδος γέφυρας, το λεγόμενο Επταστάδιο (είχε, όπως μαρτυρά το όνομά του, μήκος επτά στάδια) και σχημάτιζε το ένα μέρος του λιμανιού της Αλεξάνδρειας.

Επειδή η διαμόρφωση του λιμανιού και της ευρύτερης περιοχής ήταν επίπεδη και δίχως κάποιο σημάδι που να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία, χρησίμευε για να δίνει κάποιο είδος σινιάλου για την προσέγγιση στο λιμάνι. Ο φάρος χτίστηκε από τον Σώστρατο τον Κνίδιο μηχανικό, αρχιτέκτονα, γιο του επίσης αρχιτέκτονα Δεξιφάνους που είχε κατασκευάσει το στάδιο «Τέτρα» της Αλεξάνδρειας, το 282 π.Χ., ενώ αρχικά η μελέτη του έργου είχε ξεκινήσει επί Βασιλείας του πρώτου Βασιλιά της Ελληνιστικής περιόδου, τον Πτολεμαίο τον Α’ της Αιγύπτου, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η Φάρος λοιπόν είναι ένα μακρόστενο νησί, πάρα πολύ κοντά στην ξηρά και σχηματίζει μ αυτήν λιμάνι με δύο στόμια» στον βορειοδυτικό βραχίονα του Αιγυπτιακού Δέλτα, μας λέει ο Στράβων.

Η ονομασία του νησιού, Φάρος, είναι πιθανόν να χάρισε στους Φαραώ, το όνομά τους. Στο νησί αυτό, κατά την μυθολογία, κατοικούσε ο Πρωτέας. Η πρώτη λιμενική εγκατάσταση εκεί διαμορφώθηκε από τον Τούθμωση Γ΄ γύρω στο 1460 π.Χ. για να εξυπηρετήσει το εμπόριο με την Κρήτη. Αργότερα στα χρόνια του Πτολεμαίου του Φιλάδελφου κτίσθηκε λίθινη γέφυρα, το Επταστάδιον, που ονομάστηκε έτσι επειδή το μήκος της ήταν επτά στάδια (1300 μ. περίπου) και ένωνε το νησί με την παραλία της Αλεξάνδρειας.

«…στο άκρο του νησιού» συνεχίζει ο Στράβων «υπάρχει ένας βράχος, που περιβρέχεται από την θάλασσα. Πάνω στο βράχο βρίσκεται ένας πύργος πολυώροφος χτισμένος θαυμαστά από άσπρο μάρμαρο που φέρει το ίδιο όνομα με το νησί.» 

Ο πύργος αυτός, έφερε σε κάποιο διαμέρισμά του πυρ και φτιάχτηκε για την σωτηρία των πλοίων κυρίως κατά την νυχτερινή πλοήγησή τους. Από τότε η λέξη «φάρος» δηλώνει κάθε θαλάσσιο ευκρινή πυρσοφόρο πύργο που τα βράδια φωτίζει, οδηγεί και κυρίως προειδοποιεί τους ναύτες και τα καράβια τους να μην πέσουν σε κακοτοπιές, όπως ξέρες ή αβαθή νερά, όπως με περιγράφει ο Στράβων την νήσο Φάρο, ή σε υφάλους, σε ύπουλους σκοπέλους κλπ.

Ένα Μηχανικό και Τεχνολογικό Θαύμα

Εκπληκτικό κατόρθωμα παραμένει στο πέρασμα του χρόνου η οικοδόμηση του περίφημου Φάρου της Αλεξάνδρειας, τόσο κατασκευαστικά όσο και τεχνολογικά. Δίκαια κατατάχθηκε στα επτά θαύματα. Από τους αρχαίους συγγραφείς περιγραφή του μας διασώζουν ο Στράβων (Γεωγραφικά, 17.1. 6-10) και ο Πλίνιος (Φυσική ιστορία 36.83). Κτίστηκε στη διάρκεια της περιόδου του Πτολεμαίου Β’ του Φιλάδελφου από το διάσημο αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο, του Δεξιφάνους και η κατασκευή του διήρκεσε δώδεκα χρόνια. 

 Την ονομασία «Φάρος» την πήρε από την ομώνυμη νησίδα Φάρος που βρισκόταν στην είσοδο του λιμανιού της πόλης. Το αρχικό του όνομα ήταν «πυροφόρος πύργος», έμεινε όμως γνωστός σαν Φάρος και από αυτόν έλκουν την ονομασία τους οι γνωστοί φάροι της ναυτιλίας. Δεν άργησε να ταυτιστεί με την ίδια την πόλη και όταν έλεγαν «Φάρος» εννοούσαν την Αλεξάνδρεια. Το συνολικό του ύψος έφτανε τα 140μ.(!) και ήταν κτισμένος σε τέσσερα επίπεδα. 
 Το πρώτο, ύψους 71 μέτρων, ήταν το ψηλότερο από όλα. Ήταν τετράγωνο, διάτρητο από παράθυρα, και γύρω – γύρω υπήρχαν πλήθος δωμάτια όπου στεγάζονταν οι μηχανικοί και οι φύλακες. Στο κέντρο του υπήρχε υδραυλικός μηχανισμός , με τη βοήθεια του οποίου ανέβαζαν τα διάφορα εφόδια και καύσιμα του πυργίσκου. Το δεύτερο τμήμα, πάνω στο πρώτο, ήταν οκταγωνικό, γεμάτο με ελικοειδείς σκάλες, και το τρίτο, πάνω στο δεύτερο, ήταν κυκλικό, στολισμένο με κίονες. 
Στο τελευταίο τμήμα προς την κορυφή υπήρχε ο μηχανισμός που αντανακλούσε το φως. Εκεί υπήρχε τόσο η φωτιά, όσο και ευαίσθητα όργανα που την αντανακλούσαν πολλά μίλια μακριά (300 στάδια). Πολλές αναφορές μιλούν για έναν παράξενο «καθρέπτη», που προκαλούσε θαυμασμό περισσότερο από το κτίριο και που δεν ράγιζε. 
Μερικοί λένε ότι ήταν από γυαλί, άλλοι από διαφανή επεξεργασμένη πέτρα, και όταν κάθονταν από κάτω, μπορούσαν να βλέπουν πλοία στη θάλασσα που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι. Έχουμε μήπως εδώ ένα πρώτο τηλεσκόπιο; Όλα είναι πιθανά. Και ήταν ένας μόνο ανακλαστήρας ή υπήρχαν πολλοί; Δυστυχώς τα στοιχεία που έχουμε είναι ελλιπή.

Αναφέρονται επίσης πολλά έργα τέχνης με αυτοματισμούς: Ένα άγαλμα που το δάκτυλό του ακολουθούσε την τροχιά του ήλιου στη διάρκεια της ημέρας (τι γινόταν άραγε τη νύχτα;) ένα άλλο που εσήμαινε τις ώρες της ημέρας με ποικίλες και μελωδικές φωνές, και ένα άλλο που έδινε το σύνθημα του συναγερμού όταν ερχόταν εχθρικός στόλος που δεν ήταν ακόμη ορατός. Διακρίνουμε εδώ πολλές εφαρμογές αυτομάτων, υδραυλικών οργάνων, κατόπτρων κλπ. 

Μια λαμπρή παράδοση σε εφαρμογή, ένας κατασκευαστικός άθλος που υλοποιούσε τις τεχνολογικές προδιαγραφές της εποχής του. Οι Άραβες κατακτητές ενθουσιασμένοι από το Φάρο, που τον αποκαλούσαν «Ελ-Μανάρα», έδωσαν το όνομά του στα ψηλά κτίρια της θρησκείας τους, γνωστά σαν μιναρέδες. Στην Ελληνική βιβλιογραφία απουσιάζει και αυτό το τόσο ενδιαφέρον θέμα. Πολύ ελάχιστα στοιχεία μας δίνουν οι Έλληνες συγγραφείς. 
Υπάρχουν φυσικά τα ελλιπή λήμματα των εγκυκλοπαιδειών και τρεις μόνο ξενόγλωσσες μελέτες που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά και που αναφέρονται στο Φάρο. Ξενόγλωσσες μελέτες υπάρχουν φυσικά πολλές και δεν μπορώ να τις αναφέρω, αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για το θέμα αφότου η Γαλλική εφημερίδα le Figaro δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «βρέθηκε ο Φάρος της Αλεξάνδρειας» όπου ιστορούνταν οι έρευνες και οι ανακαλύψεις των Γάλλων αρχαιολόγων στην Αλεξάνδρεια.

Η Κατασκευή

Η κατασκευή του πολυώροφου κτιρίου, του φάρου, πιθανότατα άρχισε το 297 π.Χ. στα χρόνια του Πτολεμαίου Ά του Σωτήρος (305-282 π.Χ.), ή το 283/2 π.Χ σύμφωνα με τον μεταγενέστερο χρονικογράφο Ευσέβιο, επίσκοπο της Καισαρείας, και τελείωσε στα χρόνια του Πτολεμαίου Β΄, του Φιλάδελφου (284-246 π.Χ.).

Αρχαίοι συγγραφείς, όπως οι Στράβων, Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Ποσείδιππος και Λουκιανός από τα Σαμόσατα (115-180 μ.Χ.) μας πληροφορούν ότι η κατασκευή του φάρου ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα και μηχανικό, ισάξιο του Αρχιμήδους, τον Σώστρατο του Δεξιφάνους από την Κνίδο (πόλη της Καρίας και έδρα της δωρικής Εξάπολης), ο οποίος ήταν και φίλος των βασιλέων Πτολεμαίου Α και Β. Στον Σώστρατο αποδίδονται οι στοές του ναού της Αφροδίτης στην Κνίδο, το «κρεμαστό περιπατητήριον», καθώς και η υποταγή της Μέμφιδος χωρίς πολιορκία, αλλά με απλή εκτροπή των υδάτων του Νείλου.

Σύμφωνα με τον Λουκιανό, ο Σώστρατος, αφού οικοδόμησε το κτίριο, έγραψε το όνομά του επ’ αυτού, καθώς και το όνομα του Βασιλεύοντος. Ο Σώστρατος που αναφέρουν, ενδεχομένως να ταυτίζεται με έναν πρέσβη του Πτολεμαίου Β΄, του Φιλάδελφου, στη Δήλο. Ωστόσο δεν υπάρχει κάποια σχετική ένδειξη.

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας συγκαταλέγεται στα επτά θαύματα της αρχαιότητας, φωτίζοντας τον πλου των καραβιών για περίπου 1500 χρόνια. Ξεκίνησε να κτίζεται στα 280 π.Χ., χρονιά κατά την οποία στη Ρόδο εγκαινιαζόταν ο περίφημος Κολοσσός. Ήταν φωτεινός σηματοδότης και λειτουργούσε νύχτα μέρα, ένας φανός για τους αρχαίους, φανάρι για τους σύγχρονους. Είχε ύψος 140 μέτρα και το φως του διακρινόταν από απόσταση 47 με 50 χιλιομέτρων. 

Επίσημα, ο πρώτος Πτολεμαίος ήταν γιος του Μακεδόνα ευπατρίδη Λάγου. Γι’ αυτό και δυναστεία των Λαγιδών ονομάζεται η Βασιλική γενιά της Αιγύπτου που ξεκίνησε με τον ίδιο και χάθηκε με την Κλεοπάτρα. Ανεπίσημα, όμως, όλοι στη Μακεδονία γνώριζαν πως ο Πτολεμαίος δεν ήταν παρά ένα από τα κρυφά κατορθώματα του Βασιλιά Φίλιππου, νόθος γιος του με την Αρσινόη κι επομένως ετεροθαλής αδελφός του Μεγαλέξανδρου. Άλλωστε, το όνομα Αρσινόη έπαιζε στο παλάτι της Αιγύπτου σχεδόν όσο και το όνομα των Πτολεμαίων Βασιλιάδων.

Μια Αρσινόη, κόρη του πρώτου Πτολεμαίου, δολοφόνησε τον άνδρα της, Βασιλιά της Θράκης Λυσίμαχο, για να παντρευτεί τον αδελφό της, Βασιλιά της Αιγύπτου, που απαλλάχθηκε από την πρώτη του γυναίκα, Αρσινόη κι αυτή. Μια άλλη παντρεύτηκε τον επίσης αδερφό της Πτολεμαίο (τον τέταρτο), από τον οποίο και δολοφονήθηκε. Κι ακόμα μια Αρσινόη ήταν αδερφή της Κλεοπάτρας που έβαλε τον Ιούλιο Καίσαρα να τη βγάλει από τη μέση, προκειμένου να μην έχει μελλοντικούς ανταπαιτητές του θρόνου.

Εκείνος, όμως, ο πρώτος Πτολεμαίος ήταν όμορφο και ανδρείο παλικάρι, συμπολεμιστής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αρχηγός της σωματοφυλακής του. Ανέλαβε διοικητής της Αιγύπτου, όταν στα 323 π.Χ. ο στρατηλάτης πέθανε. Στα άγρια χρόνια που ακολούθησαν, συμμετείχε στους πολέμους των διαδόχων και, το 301 π.Χ., ήταν στην πλευρά των νικητών μετά την καθοριστική μάχη της Ιψού, όπου αυτός, ο Κάσσανδρος, ο Σέλευκος και ο Λυσίμαχος κατατρόπωσαν τον Αντίγονο. 

Του έλαχε η Αίγυπτος, στην οποία ήταν ήδη Βασιλιάς από το 305 π.Χ. Αποδείχτηκε άξιος του θρόνου, πήρε το προσωνύμιο Σωτήρ, προστάτευσε τα γράμματα και τις τέχνες κι έκτισε την περίφημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, με ένα εκατομμύριο τόμους στις δόξες της, και το μουσείο, όπου έμεναν δωρεάν και συνεργάζονταν φιλόσοφοι, σοφοί και ποιητές. Πέθανε το 283 π.Χ.

Ο δεύτερος Πτολεμαίος, αυτός που απαλλάχθηκε από τη γυναίκα του για να παντρευτεί την αδερφή του, Αρσινόη, έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο Φιλάδελφος, ακριβώς γι’ αυτή του την επιλογή. Τον αδικούσαν, όμως. 

Προστάτευε τα γράμματα και τις τέχνες εξίσου αποτελεσματικά, όπως κι ο πατέρας του και ήταν αυτός που χρηματοδότησε την ανέγερση του Φάρου της Αλεξάνδρειας, έργο που ο Πτολεμαίος Α’ είχε συλλάβει αλλά δεν έζησε να δει την ολοκλήρωσή του. Πατέρας και γιος, άλλωστε, ήταν αυτοί που έβαλαν γερά τα θεμέλια για να ανθίσει και να αναπτυχθεί στο έπακρο η «Αλεξανδρινή εποχή», παρ’ όλο που οι επόμενοι Πτολεμαίοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αποδείχτηκαν ανίκανοι, έκφυλοι και αιμοσταγείς.

Ο Πτολεμαίος Β’ έγινε συμβασιλιάς του πατέρα του το 285 π.Χ. και μονοκράτορας το 283 π.Χ. Τον επόμενο χρόνο (282 π.Χ.) εγκαινίασε το εντυπωσιακό στάδιο της Αλεξάνδρειας (το είπαν «Τέτρα»), που είχε κατασκευάσει ο αρχιτέκτονας Δεξιφάνης. Γιος του ήταν ο επίσης αρχιτέκτονας, Σώστρατος, που είχε αναλάβει να ανεγείρει τον Φάρο της Αλεξάνδρειας. 

Ο Πτολεμαίος του είχε απαγορεύσει να «υπογράψει» το έργο του (οπότε έβαλε το όνομά του κρυφά) ή ο ίδιος ήταν πολύ μετριόφρων. Ό,τι και να συνέβαινε, μια λαξευμένη επιγραφή στη βάση του έργου, πάνω σε στρώμα σοβά, ανέφερε ως κατασκευαστή του Φάρου τον Πτολεμαίο. Κάτω από τον σοβά, μια άλλη επιγραφή ανέφερε τα εξής:

«ΣΩΣΤΡΑΤΟΣ ΔΕΞΙΦΑΝΟΥΣ ΚΝΙΔΙΟΣ ΘΕΟΙΣ ΣΩΤΕΡΣΙΝ ΥΠΕΡ ΠΛΩΙΖΟΜΕΝΩΝ» 
(Σώστρατος ο Κνίδιος, ο γιος του Δεξιφάνους, {το αφιερώνει} στους σωτήρες Θεούς υπέρ των ναυτιλομένων).

Το νησάκι Φάρος βρίσκεται λίγο έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας και συνδεόταν τεχνητά με αυτό χάρη σε μια κατασκευή, γνωστή ως Επταστάδιον («μήκους επτά σταδίων» ή 1.288 μέτρων). Το οικοδόμημα κτίστηκε με άσπρες πέτρες στην άκρη του νησιού, ώστε η θάλασσα να το περιβάλλει από τη δυτική και τη βόρεια πλευρά του. 

Σύμφωνα με την περιγραφή του Άραβα περιηγητή Αμπού Γιουσέφ Χαγκάγκ ελ Ιμπν Ανταλουσί, που το επισκέφτηκε στα 1165, αλλά και διάφορες απεικονίσεις του Φάρου πάνω σε αυτοκρατορικά νομίσματα, κύπελλα, μωσαϊκά κλπ καταλήγουμε ότι το κτίσμα ήταν τετράγωνο, με περίπου 8,5 μέτρα η κάθε πλευρά. Το κτίριο αποτελούσαν τέσσερα επίπεδα (συνδεμένα μεταξύ τους με αρμούς από μολύβι) με πρώτο μια βάση πάνω στην οποία εδραζόταν:

Η βάση είχε ύψος 6,5 μέτρα από τη μεριά της στεριάς (από την πλευρά της θάλασσας ήταν πιο ψηλή) και ήταν τετράγωνο με κάθε πλευρά να έχει μήκος 8,5 μέτρων. Μια ράμπα πάνω σε 16 καμάρες, μήκους περίπου 183 μέτρων, οδηγούσε, από τα τείχη του νησιού, στην υπερυψωμένη πύλη του κτιρίου. Το ύψος του πρώτου πατώματος από το έδαφος ήταν περίπου εξήντα μέτρα (ή 57,73 μ. σύμφωνα με τον άραβα). 

Τρίτωνες ή και άλλα θαλάσσιοι θεοί, που φυσούσαν σάλπιγγες ή θαλάσσια κοχύλια διακοσμούσαν τις γωνίες της κορυφής του πρώτου πατώματος. Το δεύτερο επίπεδο ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα, με Τρίτωνες να κοσμούν τις γωνίες του, σύμφωνα με παράσταση σε ρωμαϊκό νόμισμα. Πάνω σ’ αυτό, είχε κτιστεί ένα οκτάγωνο (τρίτο επίπεδο) κτίριο, με εξώστη γύρω του. Πάνω του είχε κτιστεί το κυλινδρικό τέταρτο επίπεδο, στην κορυφή του οποίου είχε στηθεί άγαλμα του θεού Ποσειδώνα (ή του Απόλλωνα). 
Στο επίπεδο αυτό είχε προσαρμοστεί ένας γιγάντιος καθρέφτης που έστελνε τις ακτίνες του ήλιου στο πέλαγος, ώστε να είναι ορατός από πολύ μακριά. Τη νύχτα, μια φλόγα αντικαθιστούσε τις ακτίνες. Το όλο οικοδόμημα είχε ύψος 140 μ. από τη μεριά της θάλασσας. Στο εσωτερικό του υπήρχαν αίθουσες και μια ελαφρά επικλινής ράμπα με χαμηλά σκαλοπάτια, που οδηγούσε ως την κορφή και την οποία χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν με ζώα τα υλικά της φωτιάς στην οροφή. Ολοκληρώθηκε στα 270 π.Χ., δώδεκα χρόνια αφότου ξεκίνησε η ανέγερσή του.

Ο δεύτερος όροφος ήταν οκταγωνικός με μήκος κάθε πλευράς 18,30 μ. και ύψος περίπου 30 μ (ή 27,45 μ.) Ο τρίτος όροφος ήταν κυλινδρικός με διάμετρο, σύμφωνα με τον άραβα 75,20 μ. και ύψος 7.32 μ. Στην κορυφή υπήρχε ορθό άγαλμα του Διός Σωτήρος περίπου 5 μέτρων, ο οποίος κράδαινε κεραυνό στο αριστερό του χέρι και σκήπτρο ή τρίαινα στο δεξί. Σ΄ αυτόν ήταν αφιερωμένος ο Φάρος. 

Τον Δία αντικατέστησε, αργότερα, ένα τζαμί. Σύμφωνα με κάποια νομίσματα, στην κορυφή εμφανίζεται ο Ποσειδώνας ο οποίος με το αριστερό του χέρι κρατούσε τρίαινα, ενώ με το δεξί του έδειχνε το πέλαγος.
Ο πύργος ξεπερνούσε τα 100 μέτρα. Πλησίαζε τα 120 μ. περίπου. Ο τοίχος είχε πάχος μεταξύ 1,5 και 2μ. και πρέπει να διακρίνονταν καθαρά η πλινθοδομή του. Κάθε όροφος ξεχώριζε με ένα στηθαίο διαφορετικού μήκους και ύψους. Υπήρχαν περίπου 68 δωμάτια, το ένα εκ των οποίων μάλλον οδηγούσε υπόγεια στην θάλασσα. Όλα τα διαμερίσματα είχαν τουλάχιστον από ένα ορθογώνιο (ή κυκλικό κατά άλλους) παράθυρο. 
Η είσοδος του πύργου λέγεται ότι βρισκόταν χαμηλά στη βάση Υπάρχει όμως και η εκδοχή, που θεωρείται ακριβέστερη, η θύρα να βρισκόταν ψηλότερα. στην κορυφή μιας κλίμακας η οποία στηριζόταν πάνω σε μια σειρά από 16 καμπύλες αψίδες.

Το καθοδηγητικό φως του Φάρου πρέπει να έβγαινε από το τελευταίο επίπεδο (κυλινδρικό) ή τον τελευταίο όροφο του κτιρίου. Ωστόσο οι περισσότερες αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται να συμφωνούν ότι η φωτιά που έκαιγε βρισκόταν στην βάση του πύργου. 

Την φωτιά αυτή, ως το πιο εύλογα ικανό, υπαρκτό και πρακτικό υλικό, για την εποχή, που πρέπει να την συντηρούσε, ανάμεσα σε άλλες σύγχρονες υποθέσεις πρέπει να θεωρηθεί η αποξηραμένη ζωική κοπριά, η οποία καιγόταν στην βάση και με καθρέπτες ανακλώνταν ως την κορυφή του κτίσματος. Το φως του Φάρου, σύμφωνα με τον Ιώσηπο στο Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου, γινόταν ορατό σε απόσταση 300 στάδια, δηλαδή περίπου 55 χιλιόμετρα, ή και το ξεπερνούσε κατά το δεκαπλάσιο, σύμφωνα με τον Λουκιανό. Ο Πλίνιος μας λεει ότι η όλη κατασκευή στοίχισε 800 τάλαντα.
Στην ίδια περίπου θέση, σύμφωνα με επιστολή του Ηφαιστίωνος προς τον διοικητή της πόλης Κλεομένη, φαίνεται να προϋπήρχε φανοφόρος πύργος πολύ μικρότερων διαστάσεων ήδη από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου.

Κοντά στον Φάρο υπήρχε ιερό της Φαρίας Ίσιδος ή Ειδοθέης, η οποία έβοσκε στην ελευσίνια ακτή τα ποίμνια των Τριτώνων. Το ιερό μετατράπηκε σε εκκλησία του Ραφαήλ, η οποία διασώθηκε μέχρι τον 15 αιώνα. Σύμφωνα με τον Ευστάθιο τον υπομνηματιστή του Διονυσίου, στην Φάρο υπήρχε ακόμα εκτός από τον Φάρο και ένας Αντίφαρος, η θέση του οποίου μας είναι άγνωστη, καθώς και οι τάφοι του Οσίριδος και της Ειδοθέης της Πρωτέως.

Ο χρόνος στάθηκε αμείλικτος σε αυτό το θαύμα. Το ανώτερο και μεσαίο τμήμα του είχαν καταστραφεί μέχρι το 90 μ.Χ. Στα 500 μ.Χ. περίπου και επί αυτοκράτορα Αναστασίου η προκυμαία και τα θεμέλια σταδιακά είχαν καταστραφεί από την θάλασσα γι αυτό ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Αμμώνιο την επισκευή τους, την οποία και εκτέλεσε με το παραπάνω.

Το πρώτο ταρακούνημα του Φάρου έγινε στον σεισμό του 796 και το δεύτερο σε εκείνον του 1303. Το 1303 ο Φάρος της Αλεξάνδρειας λειτουργεί για τελευταία φορά.

Άντεξε ακόμα είκοσι χρόνια, καθώς κάθε φορά επισκεύαζαν τις ζημιές. Περί το 874 μ.Χ. ο Αχμέτ έμπν Τουλούν, προέβη και αυτός στην επισκευή της κορυφής, επισκευή η οποία μάλλον ήταν και η τελευταία που δέχτηκε ο πυρσοφόρος Πύργος. Με τον καιρό, η Αλεξάνδρεια έχασε την εμπορική αίγλη της και το λιμάνι εγκαταλείφθηκε. Μαζί τους και ο Φάρος. Όμως, στον σεισμό του 1324 κατέρρευσε και η βάση. 

Τη χρονιά εκείνη, ο Άραβας Ιμπν Μπατούσα δεν κατάφερε να μπει στα χαλάσματα του. Ο Εμίρης της Αιγύπτου, Καήτ Βέης, κατά τον 15 αιώνα, ο οποίος κατεδάφισε τελείως τον φάρο, βρήκε χρήσιμα τα ερείπια και τα χρησιμοποίησε, στα 1480 και στην θέση του, με τα ίδια του τα υλικά, έκτισε ένα ισλαμικό φρούριο με ναυτικό φάρο συγχρόνως. 
Το φρούριο σώζεται ακόμη και η περιοχή είναι στρατιωτική και δυσπρόσιτη. Ειπώθηκε ότι οι μιναρέδες στα τζαμιά της Αιγύπτου ακολουθούν τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Φάρου.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΥΡΓΟΙ

Το φάρο τον αποτελούσαν τρεις μαρμάρινοι πύργοι, χτισμένοι επάνω σε ένα θεμέλιο από πέτρινους ογκολίθους. Ο πρώτος πύργος ήταν τετράπλευρος και περιείχε διαμερίσματα για τους εργάτες και τους στρατιώτες. Από επάνω υπήρχε ένας δεύτερος οκταγωνικός, με σπειροειδές κεκλιμένο επίπεδο που οδηγούσε στον τελευταίο πύργο.

ΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΩΣ

Ο τελευταίος πύργος είχε σχήμα κυλίνδρου και στο εσωτερικό του έκαιγε η φωτιά που οδηγούσε τα πλοία με ασφάλεια στο λιμάνι. Από επάνω του υπήρχε το άγαλμα του Διός Σωτήρας. Το συνολικό ύψος του φάρου ήταν 117 μέτρα.

ΤΟ ΣΤΙΛΠΝΟ ΟΡΕΙΧΑΛΚΙΝΟ ΚΑΤΟΠΤΡΟ

Για τη συντήρηση της φωτιάς χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες καύσιμων. Την τροφοδοτούσαν με ξύλα, που τα μετέφεραν χάρη στο σπειροειδές κεκλιμένο επίπεδο άλογα και μουλάρια. Πίσω από τη φωτιά υπήρχαν φύλλα ορειχάλκου που αντανακλούσαν τη λάμψη προς τη θάλασσα. Τα πλοία μπορούσαν να τη διακρίνουν από 50 χιλιόμετρα μακριά. Κατά το δωδέκατο μ.Χ. αιώνα το λιμάνι της Αλεξάνδρειας γέμισε από λάσπη και τα πλοία έπαψαν να το χρησιμοποιούν. Ο φάρος έπεσε σε αχρηστία. Ενδεχομένως τα φύλλα του ορειχάλκου κάτοπτρου αποσπάστηκαν και έγιναν νομίσματα.

Πολλές αναφορές μιλάνε για έναν παράξενο καθρέπτη από γυαλί, ή διαφανή επεξεργασμένη πέτρα που μέσω αυτού μπορούσαν να βλέπουν πλοία στην θάλασσα, που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι (κάτι σαν τηλεσκόπιο).
Βλέπουμε λοιπόν ότι ο φάρος εκτός από την θαυμαστή του κατασκευή, περιελάμβανε πολλές εφαρμογές αυτομάτων μηχανισμών, υδραυλικών οργάνων, κατόπτρων κλπ , δείγματα των τεχνολογικών ικανοτήτων της εποχής. Υπάρχουν πολλές αναφορές για έργα τέχνης με αυτοματισμούς όπως ένα άγαλμα που το δάχτυλό του ακολουθούσε την τροχιά του ηλίου στη διάρκεια της ημέρας, ένα άλλο που σήμαινε τις ώρες της ημέρας με ποικίλες και μελωδικές φωνές, ένα άλλο που έδινε το σύνθημα του συναγερμού όταν ερχόταν εχθρικός στόλος, που δεν ήταν ακόμα ορατός.

H Ολοκλήρωση

Μετά τον ανέλπιστο και απρόοπτο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο Πτολεμαίος ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά της τεράστιας αυτοκρατορίας, που δημιούργησε ο Μέγας Αλέξανδρος το 305 π.Χ. Κατά την περίοδο της βασιλείας του ξεκίνησε και η κατασκευή αυτού του μεγαλουργήματος αλλά δεν πρόλαβε να το δεί ολοκληρωμένο αφού πέθανε το 283 π.Χ. Ο γιος του, Πτολεμαίος Β’ Φιλάδελφος, είδε το έργο να ολοκληρώνεται δώδεκα χρόνια από την έναρξη της δόμησής του το 270 π.Χ. 

Μετά τις πυραμίδες της Αιγύπτου, ο φάρος της Αλεξάνδρειας είναι το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια μνημείο της περιοχής, που κατάφερε να διασωθεί εώς την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του από τρεις σεισμούς που έλαβαν χώρα το 796 π.Χ., το 1303 και το 1323 μ.Χ. Το 1323 ήταν η χρονιά, που ο Άραβας επισκέπτης Ίμπν Μπατούτα δεν μπορούσε να εισέλθει στον φάρο από τα πολλά ερείπια που είχαν συγκεντρωθεί. 
 Το 1480 μ.Χ. ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, Καΐτ-μπεης, χρησιμοποίησε τα εναπομείναντα ερείπια μεταφέροντάς τα για το χτίσιμο κάστρου στον ίδιο χώρο, πάνω στη θεμελίωση του Φάρου. Αλλά και αυτό το φρούριο αν και είχε ανακαινισθεί στις αρχές του 19ου αι. κατεδαφίστηκε από τους Άγγλους το 1882.
Η Λειτουργία του Φάρου

Στο κέντρο του υπήρχε υδραυλικός μηχανισμός με την βοήθεια του οποίου ανέβαζαν τα διάφορα εφόδια και καύσιμα του πυργίσκου. Το δεύτερο τμήμα, ήταν οκταγωνικό, γεμάτο με ελικοειδής σκάλες και το τρίτο, ήταν κυκλικό, στολισμένο με κίονες. Στο τελευταίο τμήμα στη κορυφή υπήρχε ο μηχανισμός που αντανακλούσε το φως.

Εκεί υπήρχε τόσο η φωτιά όσο και ευαίσθητα όργανα ενώ την ημέρα ύψωνε στον ουρανό μια μεγάλη στήλη καπνού που την αντανακλούσαν πολλά χιλιόμετρα μακριά (300 στάδια). Από επάνω του υπήρχε το άγαλμα του Διός Σωτήρος.

Πολλές αναφορές μιλάνε για έναν παράξενο καθρέπτη από γυαλί, ή διαφανή επεξεργασμένη πέτρα που μέσω αυτού μπορούσαν να βλέπουν πλοία στην θάλασσα, που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι (κάτι σαν τηλεσκόπιο).

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο φάρος εκτός από την θαυμαστή του κατασκευή, περιελάμβανε πολλές εφαρμογές αυτομάτων μηχανισμών, υδραυλικών οργάνων, κατόπτρων κλπ , δείγματα των τεχνολογικών ικανοτήτων της εποχής.

Υπάρχουν πολλές αναφορές για έργα τέχνης με αυτοματισμούς όπως ένα άγαλμα που το δάχτυλό του ακολουθούσε την τροχιά του ηλίου στη διάρκεια της ημέρας, ένα άλλο που σήμαινε τις ώρες της ημέρας με ποικίλες και μελωδικές φωνές, ένα άλλο που έδινε το σύνθημα του συναγερμού όταν ερχόταν εχθρικός στόλος, που δεν ήταν ακόμα ορατός. Για τη συντήρηση της φωτιάς χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες καυσίμων.

Την τροφοδοτούσαν με ξύλα, που μετέφεραν χάρη στο σπειροειδές κεκλιμένο επίπεδο άλογα και μουλάρια. Τα πλοία μπορούσαν να τη διακρίνουν από 50 χιλιόμετρα μακριά. Κατά το δωδέκατο αιώνα το λιμάνι της Αλεξάνδρειας γέμισε από λάσπη και τα πλοία έπαψαν να το χρησιμοποιούν.

Ο φάρος έπεσε σε αχρηστία. Ενδεχομένως τα φύλλα του ορειχάλκινου κατόπτρου αποσπάστηκαν κι έγιναν νομίσματα. Κατά το δέκατο τέταρτο αιώνα ένας σεισμός κατάστρεψε το φάρο. Μερικά χρόνια αργότερα οι Μουσουλμάνοι χρησιμοποίησαν τα υλικά του για την κατασκευή ενός οχυρού. Το οχυρό αυτό ανακατασκευάστηκε και παραμένει ακόμη στη θέση, του πρώτου φάρου στον κόσμο.

Αρχαιολογία

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν τεράστιοι όγκοι μπετόν ρίχτηκαν στη θάλασσα, στο ανατολικό λιμάνι της Αλεξάνδρειας, για να προστατεύσουν από τα κύματα της Μεσογείου το φρούριο που έκτισε στο νησί Φάρος το 1477 ο Μαμελούκος Σουλτάνος Κάϊτ-μπέης, πάνω στα θεμέλια του αρχαίου φάρου.

H κινηματογραφίστρια Aσμά Eλ Μπακρί ανατρίχιασε στη θέα των ογκόλιθων που απειλούσαν να θάψουν για πάντα ένα σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ιστορικής κληρονομιάς. Oι ογκόλιθοι είχαν «καθίσει» πάνω σε αρχαιότητες.

Έτσι, τον Οκτώβριο του 1994, έξι Γάλλοι και έξι Αιγύπτιοι δύτες άρχισαν τις υποβρύχιες έρευνες για τον εντοπισμό και την καταγραφή τμημάτων από μνημεία και κτίρια της αρχαίας Αλεξάνδρειας. Σφίγγες, οβελίσκοι, και αγάλματα-κολοσσοί μαρτυρούν το παρελθόν ενός λαμπρού οικονομικού, πολιτιστικού και θρησκευτικού κέντρου της Μεσογείου. Πολλές από τις έντεχνα σμιλεμένες πέτρες αποτελούσαν τμήματα του ενός από τα Επτά Θαύματα της Αρχαιότητας, του Φάρου της Αλεξάνδρειας.

 
Tι γνωρίζουμε αλήθεια, γι’ αυτό το οικοδόμημα, που επί αιώνες αποτελούσε το στίγμα της πόλης και οδηγούσε με ασφάλεια τα πλοία στο λιμάνι της; Από την εποχή του Ομήρου (8ος π.X. αιώνας) και ίσως από παλαιότερα, το μικρό νησί Φάρος, με το φυσικό λιμάνι του, χρησιμοποιείτο από ξένους εμπόρους ως ασφαλής σταθμός των πλοίων κατά τη διαδρομή τους προς τον Κανωβικό βραχίονα του Νείλου, όπου συναντούσαν Αιγυπτίους εμπόρους που είχαν κατεβεί το μεγάλο ποταμό.

H πόλη της Αλεξάνδρειας θεμελιώθηκε το 331 π.X. από το Μέγα Αλέξανδρο και, χάρη στην προνομιακή της θέση, άρχισε να εξελίσσεται γρήγορα. Δύο, όμως, ήταν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα προσεγγίζοντα από τη Μεσόγειο πλοία: οι χαμηλές ακτές της που δεν τα βοηθούσαν να βρουν λιμάνι και οι ξέρες γύρω από το νησί Φάρο που τα τσάκιζαν όταν είχε τρικυμία.

O παιδικός φίλος του Αλέξανδρου και Διοικητής της Αιγύπτου Πτολεμαίος A’ κατάλαβε γρήγορα ότι χρειάζονταν ένα ψηλό οικοδόμημα και κάποιος μηχανισμός που θα διευκόλυνε τα πλοία να εντοπίζουν την πόλη και να εισέρχονται στο λιμάνι με ασφάλεια. Tο οικοδόμημα κατασκευάσθηκε πάνω στο νησί Φάρο, από το οποίο έχουν πάρει έκτοτε το όνομά τους οι φάροι.

H ανέγερση του φάρου άρχισε το 285 π.X. περίπου και τελείωσε το 279 π.X. Oι μαρτυρίες των ιστορικών διίστανται όσον αφορά στο ύψος του. O πιο αξιόπιστος υπολογισμός βασίζεται στη φωτοβολία. O Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος αναφέρει ότι ο φάρος ήταν ορατός από απόσταση 300 σταδίων, δηλαδή 30 σημερινών ναυτικών μιλίων.

Από αυτό συμπεραίνουμε ότι το ύψος του πρέπει να ήταν περίπου 150 μέτρα. Αραβικές μαρτυρίες μας δίνουν μια εικόνα του τριώροφου φάρου. Tο ισόγειο ήταν μαρμάρινο με τετράγωνη κάτοψη, ο πρώτος όροφος με οκτάγωνη και ο δεύτερος με κυκλική. Από πάνω βρισκόταν η φωτεινή πηγή και στην κορυφή ένα άγαλμα του Ποσειδώνα, ύψους 7 μέτρων.

Tο ισόγειο του κτιρίου είχε πολλά παράθυρα και περιελάμβανε 300 περίπου δωμάτια για τη φρουρά και τους τεχνικούς, καθώς και μεγάλες αποθήκες για τα ξύλα που έκαιγε ο φάρος. Στο κέντρο του οικοδομήματος υπήρχε κατακόρυφο κλιμακοστάσιο με δύο ελικοειδείς ράμπες, αρκετά φαρδιές για να περνά ένα φορτωμένο ζώο, και κάποιες μηχανικές διατάξεις που ανέβαζαν ξύλα στην κορυφή του. Oι σκάλες είχαν άπλετο φυσικό φωτισμό από φεγγίτες στους εξωτερικούς τοίχους.

Από αφηγήσεις της εποχής, ξέρουμε ότι ο φάρος είχε κάποιο κάτοπτρο που χρησίμευε για να αντανακλά μία φλόγα από ρητινούχα ξύλα. Tην ημέρα ο φάρος φαινόταν κυρίως από τον καπνό του. Ορισμένες αφηγήσεις περιγράφουν το κάτοπτρο σαν να ήταν από γυαλί και μάλιστα σε κοίλο σχήμα. O θρύλος λέει ότι, όταν κοίταζες μέσα στο κάτοπτρο του φάρου, μπορούσες να δεις πλοία που ήταν πολύ μακριά και δεν φαίνονταν με γυμνό μάτι. Ή ότι το κάτοπτρο μπορούσε να συγκεντρώσει το φως του ήλιου και να κάψει εχθρικά πλοία από μεγάλη απόσταση. 

Λέγεται, ότι ο Αρχιμήδης είχε σχεδιάσει την οπτική συσκευή του φάρου. O φάρος είχε κι άλλα θαυμαστά μηχανήματα. Στην κορυφή του πύργου, το άγαλμα του Ποσειδώνα είχε ένα πολύπλοκο μηχανισμό, που του επέτρεπε να περιστρέφεται και να ανεβοκατεβάζει το χέρι δείχνοντας τη θέση του ήλιου μέρα νύχτα. 
Ένα άλλο άγαλμα ανήγγελλε με μελωδικούς τόνους τις ώρες της ημέρας, όπως τα ρολόγια των μεσαιωνικών μοναστηριών που δεν είχαν καντράν και δείκτες. Λέγεται ακόμα, ότι υπήρχε το άγαλμα ενός Τρίτωνα που ηχούσε δυνατά συναγερμό τη στιγμή που κάποιος εχθρικός στόλος σήκωνε άγκυρα, ακόμα κι αν βρισκόταν μέρες μακριά, ενώ άλλοι Τρίτωνες έφεραν σάλπιγγες που με τον ήχο τους βοηθούσαν τα πλοία να προσεγγίζουν το λιμάνι όταν υπήρχε ομίχλη.

Όλα αυτά θα μας φαίνονταν απίστευτα αν δεν είχε σωθεί μέχρι σήμερα ένα νόμισμα της εποχής του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου, που απεικονίζει το άγαλμα του Ποσειδώνα και τους Τρίτωνες. Δεκαέξι αιώνες άντεξε ο φάρος τις τρικυμίες της ανοικτής θάλασσας και τους συχνούς μεγάλους σεισμούς. 

Είχαν επανειλημμένα γίνει προσπάθειες για την επισκευή των ζημιών και τη συντήρηση του λαμπρού αυτού οικοδομήματος μέχρι το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, οπότε καταστράφηκε ολοσχερώς εξ’ αιτίας μάλλον, ισχυρότατου σεισμού. Έτσι, τα «κομμάτια» του ενός από τα Eπτά Θαύματα του Kόσμου σκορπίστηκαν στο βυθό της Aλεξανδρινής θάλασσας, για να ξανάρθουν στο φως στις μέρες μας.

Φωτογραφικό Υλικό
 
ΠΗΓΕΣ :
 

Αφήστε μια απάντηση