Μακεδονία και Προέλληνες

 

ΟΙ ΠΡΟΕΛΛΗΝΕΣ
(ΔΙΑΛΕΞΙΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗ ΕΝ ΤΗ ΑΙΘΟΥΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ)

 

379223_526111607423677_481530022_n

Eιν ολ’ αυτά τα πράγματα πολύ παλιά, οι Προέλληνες και o πολιτισμός τους και η γλώσσα τους, όχι όμως και στερημένα γι’ αυτό από ενδιαφέρον.
Στην επιστήμη το παλιό και το νέο είναι ισοδύναμα και ισότιμα.
Γιατί το παλιό είναι το θεμέλιο του νέου, και το νέο στηρίζεται στο παλιό και προσδιορίζεται από αυτό ανέκκλητα και παντοτινά.
Να γιατί δε φοβάμαι, μιλώντας για τους Προέλληνες μπροστά σε καλλιεργημένο κοινό, να πω πράγματα ξένα προς το ενδιαφέρον του.

Οι Ινδοευρωπαίοι, που τμήμα τους είναι η ελληνική φυλή, ήταν ως την 5η χιλιετηρίδα π. Χ. μια από τις πολλές γλωσσικές φυλές που κατοικούσαν στην Ευρώπη.

Η φυλή όμως αυτή φαίνεται πως ήταν προικισμένη με μια κατακτητική και αφομοιωτική ικανότητα, που από τα αποτελέσματα της θα μπορούσε να χαρακτηριστή εκπληκτική.

Όταν μετά την 5η χιλιετηρίδα π. Χ. άρχισε να διασπάται και να σχηματίζη τους επί μέρους Ινδοευρωπαικούς λαούς, δηλ. τους Έλληνες, Ίνδοιρανούς, Θρακοιλλυριούς, Ίταλοκέλτες, Τεύτονες, Βαλτοσλάβους κ. α., και να απλώνεται προς όλες τις γεωγραφικές κατευθύνσεις, οι άλλες γλωσσικές φυλές της Ευρώπης και της Ασίας που βρέθηκαν στα βήματα της, άλλες αργά και άλλες γρήγορα, δεν μπόρεσαν να αποφύγουν την υποταγή και τη γλωσσική αφομοίωση τους από τους Ίνδοευρωπαίους.

Τυρσηνοί, Τυρρηνοί Tomba dei Leopardi, Tarquinia

Έτσι στην Ασία οι Ινδοί αφομοίωσαν τους μογγολικούς λαούς που κατοικούσαν την απέραντη χώρα του Ινδικού πενταποτάμου.

Οι Χεττίτες, τους παλαιοτέρους λαούς της Μ. Ασίας. Στην Ευρώπη οι Τεύτονες αφομοίωσαν παλαιοτέρους λαούς της βόρειας Ευρώπης, οι Κέλτες τους Λίγυες της Γαλατίας και τους Pritu, δηλ. τους παλαιούς Βρεττανούς της Αγγλίας,
οι Ιταλοί τους Έτρούσκους κ.ο.κ.

Οι Έλληνες, αφού πέρασαν την πρωτοελληνική, όπως τη λέμε, περίοδο στους κάμπους της Ουγγαρίας και της Σερβίας, και πληθύνοντας αριθμητικά απλώθηκαν γεωγραφικά σε βαθμό ώστε ν° αρχίση η γλώσσα τους να διαφοροποιείται σε διαλέκτους, εμφανίστηκαν γύρω από τον 20° αιώνα π. Χ. στα σημερινά βόρεια σύνορα της χώρας που έμελλε να ονομαστή απ’ αυτούς Ελλάδα και να γίνη η οριστική ιστορική τους κοιτίδα επί 4 000 χρόνια αδιάκοπα, από τότε ως σήμερα.
Η είσοδο τους στην Ελλάδα δεν έγινε μεμιάς, αλλά σε τρία κύματα, με τρεις διαδοχικές κατακτήσεις.

Πρώτα κατέβηκαν οι Ίωνες 1 κατόπι, γύρω στον 17° αιώνα π. Χ., οι Αχαιοί, και τελευταίοι, γύρω στον 12° αιώνα π. Χ., οι Δωριείς.

Τη νέα και τελική τους πατρίδα δεν τη βρήκαν οι Έλληνες ακατοίκητη.

Οι χώρες που περιβάλλουν τη Μεσόγειο είναι, όπως όλοι ξέρουμε, κατοικίες αρχαιότατων λαών και κοιτίδες πανάρχαιων πολιτισμών.

Και φυσικά δεν μπορούσε να συμβή διαφορετικά με τη χώρα την πιο επίκεντρη και πιο ευνοημένη από τη φύση και τους κλιματολογικούς όρους, την Ελλάδα.

Αρχαιότατοι μεσογειακοί λαοί μελαχροινοί 2 με δέρμα ψημένο επί χιλιετηρίδες από τον καυτόν ήλιο και την αρμύρα των κυμάτων, φυλετικά και γλωσσικά άσχετοι με τους ξανθογάλανους Ινδοευρωπαίους, ασκώντας τέχνες, ναυτικό εμπόριο και πειρατεία στις θάλασσες που συνδέουν τις τρεις παλιές ηπείρους, κοσμογυρισμένοι θαλασσοκράτορες, ήταν εγκαταστημένοι ήδη από την 47π χιλιετηρίδα π. Χ. στις ακτές και στα νησιά που περιβρέχονται από το Αιγαίο, το Λιβυκό και το Ιόνιο πέλαγο, δηλ. στα δυτικά της Μ. Ασίας, στην Ελλάδα και στην Ιταλία.

Ήταν οι φορείς του πολιτισμού που στην αρχαιολογία λέγεται μινωικός η αιγαίος. Τού πολιτισμού με τα πελώρια και πλούσια βασιλικά παλάτια, τα ζωγραφισμένα με τους κρίνους και τα λείρια των κήπων και με τους κρόκους των βουνών, με τους ψηλόλιγνους νέους και τις υπέρκομψες κυρίες.

Της αγγειογραφίας με τα θαλάσσια φυτά, ζώα και κοχύλια, που αναδίνουν ακόμα τη θαμπή δροσιά των βυθών4.

Όταν οι αιώνες έσβησαν από τη μνήμη των Ελλήνων κάθε θύμηση της καθόδου των από το βορρά, o απλός ελληνικός λαός νόμιζε πιά πως ήταν ανέκαθεν ιθαγενής στη χώρα αυτή, κι έπλασε η ιδιοποιήθηκε από τους εξελληνισμένους τώρα προκατόχους του, ντόπιους κοσμογονικούς μύθους, που τον παρουσίαζαν φυσικό γέννημα και θρέμμα της γης του.

Γιά το λαό οι Προέλληνες είναι απλώς οι πανάρχαιοι πρόγονοι, και η αντίληψη του αυτή βρίσκει κάποτε θέση και στην ποίηση εκείνη που απηχεί λαικές δοξασίες, όπως λ. χ. στον Ησίοδο και στις Ικέτιδες του Αισχύλου, καθώς και στην απλοϊκή Ιστοριογραφία του Ηροδότου (1,56), που ταυτίζει τους Ίωνες με τους Πελασγούς, δηλ. με τους Προέλληνες 5.

Άλλα οι Έλληνες συγγραφείς, και ιδίως οι ιστορικοί, δεν ήταν απ’ εκείνους που θα μπορούσε να διαφυγή την προσοχή τους ένα τόσο σημαντικό γεγονός, κι ας είχαν περάσει πια τόσοι αιώνες από την εποχή της πρώτης καθόδου. Ούτε ήταν δυνατό να μην τους κάνη εντύπωση το ότι ως την εποχή τους σώζονταν εδώ κι εκεί ανάμεσα τους υπολείμματα αλλόγλωσσων Προελλήνων. Ήδη ο ποιητής της ‘Οδύσσειας έλεγε για την Κρήτη :

Κατοίκους έχει αρίθμητους και χώρες ενενήντα.
Κάβε λαός κι η γλώσσα του.
Ζουν Άχαιοι στον τόπο, ζοϋνε νησιώτες Κρητικοί, παλληκαριάς ξεφτέρια, και Κύδωνες και Δωρικοί, και Πελασγοί λεβέντες 6.

Ο Ηρόδοτος λέγει ότι το ελληνικό έθνος αρχικά ήταν ολιγάριθμο ύστερα όμως μεγάλωσε, γιατί συγχωνεύτηκαν μαζί του οι Πελασγοί και πολλά άλλα βάρβαρα φύλα7. Ο ίδιος λέγει για την Αττική πως παλαιότερα ήταν η πελασγική, ότι η γλώσσα της ήταν βάρβαρη8, ότι κατόπιν εξελληνίστηκε κι άλλαξε γλώσσα9, ότι η Ίμβρος και η Λήμνος κατοικούνταν παλαιότερα από Πελασγούς 10, και ότι ολόκληρη η Ελλάδα παλαιότερα λεγόταν Πελασγία 11.

Ο Θουκυδίδης μαρτυρεί ότι στη χερσόνησο του Άθωνα στα χρόνια του, εκτός από τους Έλληνες αποίκους από την «Ανδρο και τη Χαλκίδα, ήταν και άλλες πόλεις που κατοικούνταν από ανάμεικτο πληθυσμό δίγλωσσων βαρβάρων, που ήταν κατά μέγα μέρος πελασγικός και κατάγονταν από τους ίδιους εκείνους Τυρσηνούς που κατοικούσαν παλαιότερα και τη Λήμνο και τας Αθήνας 12.

Ο Στράβων γράφει ότι ο παλαιότερος του Εκαταίος ο Μιλήσιος αναφέρει ότι στην Πελοπόννησο πριν από τους Έλληνες κατοικούσαν βάρβαροι, και προσθέτει o Στράβων ότι ολόκληρη η Ελλάδα έναν καιρό ήταν κατοικία βαρβάρων 13.
Ο σχολιαστής του Απολλώνιου του Ροδίου (I 608) λέγει ότι οι παλαιότεροι κάτοικοι της Λήμνου ήταν πειρατές Τυρσηνοί, δηλ. Προέλληνες14 πράγμα που συμφωνεί με το ότι ο Όμηρος ονομάζει τους κατοίκους της Σιντίας αγριοφώνους 15.

Kαι των άλλων νησιών του Αιγαίου τους παλαιούς κατοίκους οι Έλληνες τους ξεχώριζαν από τη δική τους εθνότητα.
Και οι κάτοικοι των νησιών, γράφει ο Θουκυδίδης, ήταν πειρατές, Κάρες και Φοίνικες γιατί αυτοί κατοικούσαν τα περισσότερα νησιά16.
Και ο Στράβων προσθέτει:

«Άπό όσα έχουν ειπωθή για τους Κάρες, εκείνο που δέχονται οι περισσότεροι είναι ότι οι Κάρες….λέγονταν τότε Λέλεγες και κατοικούσαν τα νησιά» 17.

Ξεχωρίζουν λοιπόν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς τους Προέλληνες από τους πραγματικούς Έλληνες, άλλοτε με το όνομα Πελασγοί 18, και Τυρσηνοί η Τυρρηνοί, άλλοτε με τα ονόματα Κάρες και Λέλεγες και άλλοτε με τοπικά εθνικά ονόματα, σύνθετα με το επίθετο ετεός (=άληθινός, ντόπιος): Έτεόκρητες, Έτεοκαρπάθιοι.

Αλλά και ό,τι θεωρούνταν πολύ παλιό στην Ελλάδα το χαρακτήριζαν πελασγικό. Τα πανάρχαια τείχη, τα χτισμένα με ογκολίθους, τα θεωρούσαν πελασγικά.
Τη Λάρισα της Θεσσαλίας την ονόμαζαν Πελασγικόν Άργος. Τα πολύ παλιά ιερά, όπως του Δία στη Δωδώνη της Ηπείρου και της Ήρας στη Θεσσαλία, τα ανάγουν στην εποχή των Πελασγών :

Ω Δία της Δωδώνης, Πελασγικέ, που κατοικείς μακριά μας! 19

Πρόσθετο τεκμήριο για την εθνολογική διάκριση Ελλήνων και Προελλήνων, που ήταν ως την εποχή που συντάχτηκαν τα ομηρικά έπη ακόμα αισθητή, είναι ότι σ’ αυτά οι Πελασγοί, όσοι ακόμα σε ακραία σημεία σωζονταν τότε άναφομοίωτοι, παρουσιάζονται ως σύμμαχοι των Τρώων, μαζί με άλλους ασφαλώς μη ελληνικούς λαούς της Μ. Ασίας και της Θράκης.

Αυτά τα ανάφερα απλώς για να φανή :

1) Πως οι Έλληνες συγγραφείς ήταν βέβαιοι γι’ αυτό που η επιστήμη σήμερα με δικά της αρχαιολογικά και γλωσσικά τεκμήρια πιστοποίησε, ότι δηλ. πριν απ’ αυτούς κατοικούσε στην Ελλάδα μια άλλη, ξένη προς αυτούς, και αλλόγλωσση φυλή, και

2) Πως η εθνολογική και γλωσσική απορρόφηση των Προελλήνων από τους Έλληνες άργησε πολύ να συμπληρωθή σε όλες τις περιοχές της χώρας, αφού ως την εποχή του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, δηλ. ως τον 5° π. Χ. αιώνα, υπήρχαν υπολείμματα Προελλήνων που δεν είχαν ακόμα αφομοιωθή, κι ας είχαν περάσει δεκαπέντε αιώνες από την εποχή της πρώτης καθόδου των Ελλήνων.

Ο πολιτισμός που έφερε η πρώτη ελληνική φυλή στην Ελλάδα ήταν ασύγκριτα κατώτερος από τον πολιτισμό των Προελλήνων.
Και όπως συμβαίνει συνήθως όταν ένας λαός απολίτιστος κατάκτηση ένα πολιτισμένο λαό, οι Έλληνες κατάστρεψαν τον προελληνικό πολιτισμό.

Ένας πολιτισμός όμως δε χάνεται ολότελα με τη λεηλασία και την πυρπόληση των ανακτόρων και των ιερών.

Το σημαντικώτερο τμήμα του, το έμψυχο υλικό, που ήταν o ζωντανός φορέας των πολιτιστικών αγαθών, δεν κάηκε, αλλά έμεινε με όλη του την πνευματική καλλιέργεια, διασταυρώθηκε φυλετικά, θρησκευτικά, ακόμα και γλωσσικά με τον κατακτητή, και από τη διασταύρωση αυτή, που εκ των υστέρων φαίνεται πως στάθηκε μια από τις βιολογικά πιο ευνοϊκές ενώσεις λαών, βγήκαν δυο θαυμάσια αποτελέσματα :

Το πρώτο ήταν μια καινούργια, βιολογικά ανανεωμένη, γερή και όμορφη φυλή, προικισμένη με έξοχα πνευματικά χαρίσματα, που συνδύαζε τη σωματική αλκή και φρεσκάδα των κατακτητών με την αισθητική και πνευματική φινέτσα ενός λαού εξαντλημένου βιολογικά από μια μακρόχρονη προηγμένη μορφή ζωής.

Το δεύτερο ήταν η αρχή ενός νέου πολιτισμού, που δεν αρχίζει από το μηδέν, άλλα με νέα δύναμη συνεχίζει, μετουσιώνει και εποικοδομεί ένα έτοιμο, τελειωμένο πολιτισμό θρησκείας, θρύλων, παραδόσεων και τέχνης, και του δίνει τη ρωμαλέα μορφή, με την όποια μας παρουσιάζεται στην πλήρη άνθηση του o πρώτος ελληνικός πολιτισμός στα οικοδομήματα και στα έργα τέχνης των μυκηναικών και υστερομινωικών χρόνων και στα ομηρικά έπη.
Την πνευματική αυτή διασταύρωση τη συμβολίζει καλύτερα απ’δλα το ελληνικό πάνθεο, όπου οι άρρενες θεοί των ινδοευρωπαίων Ελλήνων παρουσιάζονται ζευγαρωμένοι με τις θηλυκές θεότητες, που όλες σχεδόν είναι προελληνικές.

Υπάρχουν στην ιστορία των εθνών πολλά παραδείγματα κατακτητών που αφομοιώθηκαν εθνολογικά και γλωσσικά από το έθνος που υποδούλωσαν, ιδίως όταν, όπως συνήθως συμβαίνει, οι κατακτητές είναι αριθμητικά και πολιτιστικά κατώτεροι από τους κατακτημένους.

Έτσι λ.χ. έγινε με τους σκανδιναβικής καταγωγής Ρώσ(ους), που εκσλαβίστηκαν από τους Σλαβους υποτελείς των.

Το ίδιο έγινε με τους γερμανικής καταγωγής Φράγκους (Frangais), που όταν κυρίεψαν τη λατινόφωνη Γαλατία έκγαλλίστηκαν.

Το ίδιο έγινε με τους μογγολικής φυλής και τουρκοταταρικής γλώσσας Πρωτοβουλγάρους, που έκσλαβίστηκαν από τους ανάμεσα στον Αίμο και τον Δούναβη Σλάβους υποτελείς των.

Το ίδιο έγινε με τους σκανδιναβικής καταγωγης Νορμανδούς, που όταν κατάκτησαν τη Β. Γαλλία έκγαλλίστηκαν, και όταν απ’εκεί κατάκτησαν την Αγγλία έξαγγλίστηκαν.
Το ίδιο τέλος έγινε με τους Ρωμαίους κατακτητές της Ελληνικής Ανατολής, δηλ. του Βυζαντίου.

Δε θάταν λοιπόν διόλου παράξενο αν και οι Έλληνες αφομοιώνονταν από τους αριθμητικά και πολιτιστικά ανώτερους των Προέλληνες, και μάλιστα αφού δεν κατέβηκαν στην Ελλάδα όλοι μαζί, αλλά κατά τρία κύματα που τα χώριζαν αιώνες. Και όμως αυτό δεν έγινε.

Η πρώτη ελληνική φυλή που βρέθηκε ανάμεσα στους Προέλληνες, οι Ίωνες, δεν αφομοιώθηκαν, αλλά αφομοίωσαν ένα μεγάλο μέρος των Προελλήνων, έτσι που, όταν μετά τρεις αιώνες, κατέβηκαν οι Αχαιοί, βρήκαν μια χώρα κατά μέγα μέρος ελληνόφωνη, και ακόμα περισσότερο, όταν μετά άλλους πέντε αιώνες κατέβηκαν οι Δωριείς 20.

Έπλήρωσαν όμως με άλλο τρόπο οι Ίωνες την πρωτοποριακή τους δόξα για τον εξελληνισμό της χώρας:

Όχι μόνον αναλώθηκε η κατακτητική τους αλκή από την άνιση ανάμειξη τους με τους Προέλληνες, ώστε όταν κατέβηκαν οι Αχαιοί ήταν πια εξοφλημένοι οι Ίωνες ως φυλή κατακτητών, και γι’ αυτό εύκολα άλλου υποτάχθηκαν και άλλου απωθήθηκαν από τους Αχαιούς στα ανατολικά παράλια και στα νησιά του Αιγαίου, αλλά και η γλώσσα τους δέχτηκε την ισχυρότερη και βαθύτερη επίδραση της Προελληνικής», ενώ η γλώσσα των Αχαιών και των Δωριέων έμεινε καθαρώτερα ελληνική.

Όταν τον 17° αιώνα π. Χ. κατέβηκε στην Ελλάδα το δεύτερο ελληνικό κύμα, οι Αχαιοί, η πολιτική ηγεσία της χώρας πέρασε αμέσως στα χέρια τους.

Οι Ίωνες έγιναν, όπως οι Προέλληνες, άμαχοι έμποροι, τεχνίτες και επαγγελματίες, περιορίστηκαν δηλ. σε έργα ολότελα άσημα για μια ηρωική εποχή, γι’ αυτό και στα ομηρικά έπη, όπου κυριαρχεί η δόξα των Αχαιών, οι Ίωνες ούτε μνημονεύονται καν ως συντελεστές του τρωικού πολέμου η, αν τύχη να γίνη γι’ αυτούς λόγος, χαρακτηρίζονται με επίθετα αντιηρωικά.

Όχι ευκνήμιδες, χαλκοκνήμιδες, χαλκοχίτωνες, αρηίφιλοι, φιλοπτόλεμοι, μεγάθυμοι, όπως οι Αχαιοί, αλλά ελκεχίτωνες, δηλ. άνθρωποι με μακριά φορέματα, που συχνάζουν στα πανηγύρια, ως έμποροι φυσικά και τεχνίτες, ασχολίες που θα τους δώσουν πάλι αργότερα, στους ιστορικούς χρόνους, μαζί με την οικονομική και αποικιακή υπεροχή,
και την πνευματική ηγεσία των Ελλήνων, αλλά που πάντως τους κρατούν στο περιθώριο της επικής ιστορίας.

Η επίδραση που δέχτηκαν οι Έλληνες από τους Προέλληνες εκτείνεται σε όλες τις μορφές της ζωής και είναι ποσοτικά ανυπολόγιστη.

Και τούτο γιατί, όταν η συγχώνευση των δυό λαών είχε προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, Έλληνες δεν ήταν πιά μόνο οι γνήσιοι, ούτε μόνο οι μιγάδες, αλλά και οι καθαροί Προέλληνες, που εξελληνισμένοι πιά ως προς τη γλώσσα, δεν διακρίνονταν εθνολογικά από τους γνήσιους, και ενσωματώθηκαν στον Ελληνισμό διατηρώντας το χαρακτήρα τους, τον ιδιαίτερο τρόπο της ζωής τους, τους παλιούς θρύλους και παραδόσεις τους, καθώς και πολλά στοιχεία της παλιάς τους θρησκείας, δλα αυτά ενσωματωμένα πιά σε μια ελληνική ζωή, γλώσσα και τέχνη.

Καί επειδή καθρέφτης της ζωής του παρελθόντος είναι πάντα η γλώσσα και η τέχνη, σ’αυτές καταφεύγουμε σήμερα για να πληροφορηθούμε τι απ’ εκείνα που αποτελούν για μας σήμερα τον άρχαίο Ελληνισμό είναι γνήσιο ελληνικό και τι προέρχεται από τους Προέλληνες.

Η Αρχαιολογία είναι σήμερα σε θέση να μας πληροφόρηση σε γενικές γραμμές ποιά στοιχεία της κατοικίας, των εργαλείων και σκευών και της διακοσμητικής τους στην αρχαία Ελλάδα είναι φερμένα από το βορρά με την κάθοδο των Ελλήνων κατακτητών, και ποιά είναι συνέχεια των στοιχείων του προελληνικού πολιτισμού.

Θα μου επιτροπή, ως μη ειδικός, να μη μιλήσω γι’αυτά και να περιοριστώ στα στοιχεία εκείνα που η Γλωσσολογία αναγνωρίζει μέσα στην αρχαία ελληνική γλώσσα ως στοιχεία προελληνικά.

Όσο κι αν η Αρχαιολογία και η Γλωσσολογία συνεργάζονται στον τομέα αυτόν της έρευνας και πολύ συχνά τα πορίσματα τους συμπίπτουν, η Γλωσσολογία, όπως θα δήτε, είναι εκείνη που φωτίζει με ζαιηρότερο φως τις πτυχες της αρχαίας ζωής, όπου οι δυό εθνότητες συναντήθηκαν.

Θα σας πω λοιπόν μερικά πράγματα για τα προελληνικά στοιχεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.
Πόσο αυτά βοηθούν ωστε να διακρίνετε μέσα από τις λέξεις και τα πολιτιστικά στοιχεία που είναι προελληνικά, θα το διαπιστώσετε μόνοι σας.

Πριν όμως μπούμε στα καθέκαστα θα σας γεννηθή το ερώτημα, είναι άραγε σε θέση η επιστήμη να ξεχωρίση σήμερα
τι από την αρχαία ελληνική γλώσσα είναι καθαρά ελληνικό και τι προελληνικό ;
Και με ποια μέθοδο έρευνας μπορεί να το πετύχη ;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ανεπιφύλαχτα καταφατική.
Καί η μέθοδο της έρευνας είναι η εξής :
Σήμερα, χάρη στην τεράστια εργασία που έχει γίνει από τους γλωσσολόγους όλου του κόσμου στην περιοχή της συγκριτικής γλωσσολογίας, είναι γνωστό σε γενικές γραμμές ποιες λέξεις κάθε ινδοευρωπαϊκή γλώσσα τις κρατά από την εποχή που οι Ίνδοευρωπαίοι ήταν
ακόμα ένας λαός και ποιες δανείστηκε αργότερα από άλλες μη Ινδοευρωπαικες γλώσσες, αφ’ ότου κάθε λαός ξεχώρισε από τον κορμό των Ίνδοευρωπαίων και έζησε σε άλλο γεωγραφικό περιβάλλον.

Έτσι και ειδικά για την αρχαία ελληνική γλώσσα, οι γλωσσολόγοι έκαναν το διαχωρισμό του υλικού με την εξής μέθοδο.

Όποια λέξη της και όποιο γραμματικό στοιχείο της βρίσκεται και σε όλες τις άλλες Ινδοευρω­παϊκές γλώσσες ή στις περισσότερες ή σε πολλές από αυτές, το θεωρεί άλ­λοτε αδίσταχτα και άλλοτε με μεγάλο βαθμό πιθανότητας ως γνήσια ελλη­νικό, φερμένο στήν Ελλάδα από τήν Ινδοευρωπαϊκή κοιτίδα.

Όποια όμως λέξη η όποιο γραμματικό στοιχείο δεν έχει αντίστοιχο της στις άλλες αδελφές γλώσσες, αυτό, αν μπόρεση να το έξηγήση ως νεώτερο πλάσμα ελληνικό, πάει καλά. «Αν όμως δεν μπόρεση, τότε αναζητεί να βρη την προέλευση του σε μια από τις μη Ινδοευρωπαικές γλώσσες λαών με τους οποίους οι Έλληνες ήρθαν σε επιμειξία η σε εμπορική και γενικά ιστορική επαφή.

Ως εδώ η μέθοδο είναι αρνητική.

Δεν είναι ινδοευρωπαϊκό, θα είναι άρα από άλλη γλώσσα. Η θετική όμως επαλήθευση του από ποιά γλώσσα προέρχεται είναι εκείνη που πρέπει να ολοκλήρωση το τεκμήριο και να το όπλιση με πειθανάγκη και εδώ μπορούν να συμβούν δυό πράγματα :

«Η θα βρεθή η προέλευση της κάθε μη ελληνικής λέξης σε μια από τις γειτονικές γλώσσες που έχουν γραπτή παράδοση παλαιότερη της ελληνικής, όπως είναι οι σημιτικές γλώσσες της δυτικής Ασίας (Ασσυροβαβυλωνιακή, Εβραική) και οι χαμιτικές της βόρειας Αφρικής (αρχαία Αιγυπτιακή) και τότε πιά το πρόβλημα λύθηκε,

η δε θα βρεθή τίποτε το αντίστοιχο στις γλώσσες αυτές, και τότε θα πρέπει να γίνη ο εξής συλλογισμος :

Ελληνικό δεν είναι, σημιτικό δεν είναι, χαμιτικό δεν είναι, θα πρέπει λοιπόν να είναι από τη γλώσσα των Προελλήνων.

Κι εδώ όμως έχουμε στο χέρι μόνο το αρνητικό τεκμήριο της προελληνικής καταγωγής. Το θετικό, που θα ήταν να βρούμε τη λέξη που εξετάζουμε γραμμένη σε προελληνικά κείμενα, αυτό δεν υπάρχει, γιατί οι προελληνικές επιγραφές, εκτός από ελάχιστες, είναι γραμμένες σε αλφάβητο άγνωστο ως τώρα και, με όλες .τις προσπάθειες που έγιναν και γίνονται, δε βρεθηκε τρόπος να διαβαστούν.

Μας μένει λοιπόν για τις προελληνικές λέξεις της Ελληνικής μόνο το αρνητικό τεκμήριο, που δεν είναι ολότελα χωρίς αξία, κοντά σ’αυτό όμως και μερικά άλλα βοηθητικά τεκμήρια που μας τα δίνει η λογική προπάντων, αλλά και η Γεωγραφία και η Ίστορία.
Ας δούμε μερικά :

Να είναι άραγε εντελώς τυχαίο το ότι οι λέξεις της αρχαίας Έλληνικής, που δεν είναι ινδοευρωπαικές, εκφράζουν πράγματα και έννοιες που ασφαλώς δεν ήταν γνωστά στην κοιτίδα των Ίνδοευρωπαίων, και που πρέπει άρα οι Έλληνες να τα γνώρισαν για πρώτη φορά εδώ στην Ελλάδα ;

Όλα τα φυτά που δε φυτρώνουν μόνα τους βορειότερα από την Ελλάδα, δεν έχουν στην ελληνική γλώσσα ονόματαινδοευρωπαικά.

Λογική συνέπεια επιβάλλει να δεχτούμε ότι τα πρωτοείδαν οι Έλληνες εδώ και ρώτησαν τους Προέλληνες πως λέγονται αυτά τα φυτά.
Οι Προέλληνες τους είπαν το όνομα που είχαν στη δική τους γλώσσα, και οι Έλληνες μαζί με το νέο πράγμα πήραν στη γλώσσα τους και τη νέα λέξη.

Όλα τα ονόματα των ψαριών, πουλιών και άλλων ζώων, που δεν είναι Ινδοευρωπαικά, είναι εκείνα που ζούν μόνο γύρω στη Μεσόγειο και στη νότια Ευρώπη.

Πολύ φυσικό λοιπόν ήταν να μην έχουν οι Έλληνες, όταν ήρθαν εδώ, λέξεις για τέτοια ψάρια, πουλιά και άλλα ζώα, και γνωρίζοντας τα για πρώτη φορά εδώ. να τα μάθουν με τα ονόματα που τους είχαν δώσει οι Προέλληνες.
Γιατί θα ήταν αλήθεια αλλόκοτη η σκέψη ότι ούτε δικό τους ελληνικό όνο μα είχαν να δώσουν στα ζώα αυτά, ούτε το προελληνικό όνο μα καταδέχτηκαν να πάρουν, αλλά περίμεναν να περάσουν αιώνες, για να γνωρίσουν τους αρχαίους Αιγυπτίους η τους Φοίνικες και να τους ρωτήσουν πως θα ονομάσουν τα ζώα αυτά.

Λέξεις της αρχαίας Ελληνικής που εκφράζουν αντικείμενα και έννοιες κάπως προχωρημένου για την εποχή εκείνη πολιτισμού δεν είναι ινδοευρωπαικές. Λίγες από αυτές είναι φοινικικές22 η αιγυπτιακές23, και μπήκαν στην Ελληνική όταν άρχισε η εμπορική επικοινωνία με τους Φοίνικες και τους Αίγυπτίους.

Οι άλλες όμως από που προέρχονται; Λογικό είναι να δεχτούμε κι εδώ ότι μας ήρθαν από τη γλώσσα των Προελλήνων, άφού τα αρχαιολογικά ευρήματα πιστοποιούν ότι ο πολιτισμός των τελευταίων ήταν πολύ πιο εξελιγμένος από τον ελληνικό. Μπορεί να είναι τάχα ολότελα τυχαίο το ότι οι Έλληνες, λαός που διακρίθηκε πάντοτε για το υπερβολικά ανεπτυγμένο αίσθημα της μορφής, ποτέ όμως για το μουσικό του αίσθημα, είχε μουσικούς όρους που δεν είναι Ινδοευρωπαικοί;

Οι αρχαίοι Έλληνες έθαύμαζαν τους καρικούς ύμνους και τα λυδικά μέλη, δηλ. μουσική προελληνική. Δεν είναι λοιπόν διόλου παράξενο οι μουσικοί δροι της αρχαίας Ελληνικής να είναι προελληνικοί.

Τα τοπωνύμια της αρχαίας Ελλάδας, δηλ. τα ονόματα πόλεων, νησιών, βουνών, ποταμών κλπ., είναι κατά τα 9/10 ανεξήγητα με τη βοήθεια του ελληνικού λεξιλογίου 24.

Δεν έχουν δηλ. καμμιά σημασία στην ελληνική γλώσσα. Πολλά μάλιστα από αυτά είναι τα παλαιότερα, και ακριβώς εκείνα που οι αρχαίοι Έλληνες τα χαρακτήριζαν πελασγικά. Τι το λογικώτερο λοιπόν από το να δεχτούμε ότι τα τοπωνύμια αυτά τα βρήκαν οι Έλληνες έτοιμα στη γλώσσα των Προελλήνων και δεν αισθάνθηκαν καμμιάν ανάγκη να τα αλλάξουν.
Η διατήρηση των τοπωνυμίων του προκάτοχου λαού από τον κατακτητή είναι φαινόμενο γενικό στις εθνολογικές μεταβολές όλων των λαών.
Καί οι Ιταλοί λ. χ. διατήρησαν τα προιταλικά, τα ετρουσκικά τοπωνύμια της χώρας τους, και οι Τούρκοι τα ελληνικά τοπωνύμια της Μ. Ασίας, με μικρές γραμματικές προσαρμογές των στη γλώσσα τους:
Το εις την Πόλη το έκαναν Istanbul, το εις Άμισόν, Samsun, το εις την Κω, Istanköy, το Σμύρνη, Izmir, το Άδριανού(πολις), Edirne, το Ίκόνιον, Konia, το Προϋσα, Bursa, το Σεβάστεια, Sivas, το «Αγκυρα, Ankara, το Τραπεζοϋς, Trabzon, το Κεράσους, Giresun κ.ο.κ. Έτσι γίνεται πάντοτε.
Τι το παράξενο λοιπόν αν και οι αρχαίοι Έλληνες έκαναν τα ίδιο για τα προελληνικά τοπωνύμια ;

Η προελληνική προέλευση των τοπωνυμίων αυτών γίνεται φυσικά βεβαιότερη, όταν βρίσκουμε τα ίδια τοπωνυμία και στην προελληνική ενδότερη Μ. ‘Ασία σε εποχή που δεν είχαν ακόμα έγκατασταθή εκεί Έλληνες.
Λάρισα εδώ, Λάρισα και έκεί.
Πήδααος εδώ, Πήδααος και εκεί.
Παρνασσός έδώ, Παρνασσός και έκεί.
Πίνδος εδώ, Πίνδασος και έκεί.
Μυκαλλησός εδώ, Μυκαλησαός, Μυκάλη και έκεί.
Δέκα Όλυμποι έδώ, άλλοι τόσοι Όλυμποι και έκεί.

Το ίδιο συμβαίνει, όταν συναντούμε και στην Ελλάδα και στην προελληνική Μ. ‘Ασία τοπωνύμια έτυμολογικώς ανεξήγητα και με μορφολογία όχι ελληνική, σε -σσος, -σσα, -νθος, -ρνα, -μνα, όπως Παρνασσός, Κνωσσος έδώ, Αλικαρνασσός, Τελμησσός έκεί, Λάρια(σ)α έδώ, Μύλασσα, Βάργαοαα έκεί, Κόρινθος, Τίρυνς νϋος, Ζάκυνϋος έδώ, Λαυρανδός, Λνκανδός, Σοανδός έκεί, «Αρνα, Άλάσαρνα, Φαλάσαρνα έδώ, «Υπαρνα, «Αβαρνος, Άιάρνη, Πασάρνη στη Μ. ‘Ασία, Ρεθυμνα στην Κρήτη, Μηθυμνα, Κάλυμνα στα νησιά της Μ. ‘Ασίας.

Ούτε βέβαια είναι χωρίς σημασία για την προέλευση τέτοιων τοπωνυμίων η παρατήρηση ότι τις καταλήξεις τους -σ(σ)ος και -νθος τις συναντούμε και σε προσηγορικές λέξεις σίγουρα προελληνικές,
όπως κυπάρισσος, νάρκισσος, άσάμινθος, αψινθος, ερέβινθος, λέβινθος, όλυνθος, ύάκινθος.

Μυκηναίοι, οι πρώτοι Έλληνες στην Ιταλία

Θετικό τεκμήριο για την προελληνική καταγωγή ελληνικών λέξεων έχουμε όταν λέξεις της αρχαίας Ελληνικής, που δεν εξηγούνται ως Ινδοευρωπαικές, τις συναντούμε και στη γλώσσα των προινδοευρωπαικών κατοίκων της ιταλικής χερσονήσου, δηλ. των Έτρούσκων, που ήταν γλωσσικά συγγενείς των Προελλήνων25.

Της Ετρουσκικής έχουμε περίπου 7.000 επιγραφές και ένα βιβλίο, γραμμένα σε μια παραλλαγή του ελληνικού αλφαβήτου, δηλ. υλικό όχι μόνο ποσοτικά ασύγκριτα πλουσιώτερο από το προελληνικό, αλλά και ευκολοδιάβαστο, ώστε να είναι ικανό να μας βοηθήση στη μελέτη της Προελληνικής26.

Έτσι λ.χ. για το ελληνικό πρύτανις βρίσκουμε αντίστοιχο ετρουσκικό epuruni, για το τύραννος, το έτρουσκ. turan, για το όπυίω -(νυμφεύομαι), το έτρουσκ. puia (=γυναίκα), για το ίερός (‘ιαρός (Ισαρός), το έτρουσκ. aiseras, για το Τυνδαρίδαι (=οι γιοι του Τυνδάρεω), οι Διόσκουροι, τα ετρουσκικά Tina (=Ζεύς) και tur (=γιός), για το τρυτάνη (=ζυγαριά), το έτρουσκ. trutnut κ.ο.κ.
Επίσης η μαρτυρία των αρχαίων ότι το παλιό προελληνικό όνο μα της αττικής Τετράπολης ήταν Ύττηνία, δηλ. με την αρχαία προφορά Huttenia, βρίσκει θαυμάσια εξήγηση στο γεγονός ότι ο αριθμός τέσσερα στην Ετρουσκική λεγόταν huθ.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η μέθοδο, με την οποία οι γλωσσολόγοι, άλλοτε με πιθανότητα και άλλοτε με βεβαιότητα, χωρίζουν τις αρχαίες ελληνικές λέξεις σε γνήσιες ελληνικές και σε προελληνικές.

Είναι η ίδια μέθοδο, με την οποία καθορίζουν και των άλλων αδελφών της Ελληνικής γλωσσών τα προινδοευρωπαικά στοιχεία, δηλ. τα προινδικά της Ινδικής, τα προιταλικά της Ιταλικής κ.ο.κ.
Με την εφαρμογή της μεθόδου αυτής έχουμε πιά σήμερα ξεκαθαρισμένο ενα σημαντικό ποσόν αρχαίων ελληνικών λέξεων με προελληνική προέλευση. Η επισκόπηση τους είναι από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα και σ’ ενα ευρύτερο κοινό μη είδικών, γιατί

1) μας διδάσκει την ιστορική προέλευση σημαντικού μέρους του αρχαίου ελληνικού λεξιλογίου,
2) μας δίνει μιάν, αμυδρή έστω, Ιδέα της άρθρωτικής και ηχητικής μορφής που είχε η γλώσσα των Προελλήνων,
3) μας δείχνει σε πόσες και ποιες εννοιες και πράγματα οι Προέλληνες υπήρξαν διδάσκαλοι των Ελλήνων, και
4) διδάσκει σ’ εκείνους που αισθάνονται δέος και αποστροφή μπροστά στις ξένες λέξεις της νέας Ελληνικής, ότι χρωστούν κάποια κατανόηση προς τις ιστορικές τύχες της γλώσσας μας, βλέποντας σε πόσο μεγάλο βαθμό η ξένη λέξη είναι η μοίρα της γλώσσας κάίτε ιστορικού λαού, το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολιτιστικής επικοινωνίας και της διασταύρωσης των πολιτισμων επάνω στη γη.

Θά παρουσιάσω λοιπόν εδώ μιά επιλογή από προελληνικές λέξεις τής αρχαίας Ελληνικής, παρμένες από διάφορες περιοχές τής ζιοής, πού δίνουν μιά γενική εντύπωση γιά τό κεφάλαιο αυτό τής γλωσσικής μας ιστορίας:

Α’. ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ

Σέ -νθος : Άμάρυνθος, ‘ Αράκυνθος, Άψινθος, Έρύμανιυος, Ζάκυνθος, Ζύρινθος, Κήρινθος, Κόρινθος, Κόσκινθος, Λαβύρινθος, Αέβινθος, Προβάλινθος, Πύρανθος, Σάμινθος, Σύρινθος, Τίρυνς γεν. Τίρυνθος.

Σέ -σ(σ)ός, ττός καί ο(ο)α : Αμνισός, Διρφωσσός, Ιλια(σ)ός, Κηφισ(σ)ός, Κνωασός, Μνκάλησσός, Παρνασσός, Πραιαός, Τερμησσός,—Άρδηττός, Βριληττός, Γαργηττός, Λυκαβηττός, Συκαληττός, Σφηττός,—Λάρισ(σ)α, Μάρπησσα.

Σέ -μνος καί -μνα: Κάλυμνος, Ρέθυμνος, Σέδαμνος, Λάρυμνα, Μήθυμνα.

Μέ συμφωνικό σύμπλεγμα ρν: ‘Αλάσαρνα, «Αρνα, Φαλάσαρνα, Πάρνης, Πόρνων, Παρνασσός.

Σέ ·άνα: Αθάνα, Μυκάναι, Πιράνα
.
Διάφορα: Γαϋδος, Θάσος, Θήρα, Ίμβρος, Κάρπαθος, Κρήτη,Κως, Λέρος, Λέσβος, Λήμνος, Μήλος, Νάξος, Οίτη, Όλυμπος, Πάρος, Σά­μος, Σκιάθος, Σκϋρος, Σύμη, Τένεδος, Τήνος, Χίος.

Β’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΦΥΤΩΝ

«Αψινθος, ερέβινθος, καλάμινθος, κολοκννθη, μίνθη, δλυνθος, τερέβινθος, τέρμινβος, υάκινθος, άκαλήφη, αμυγδαλή, ανηθον, αρακος, άσφόδελος, άφάκη, βράβυλα, δάφνη, ελαία, ϋύμβρα, ϋύμος, κάκτος, κάππαρις, κέγχοος, κέδρος, κέρασος, κινάρα, κρΐ καί κριθή, κύμινον, κυπάρισσος, λείοιον, μαλάχη, νάρκισσος, όνωνις, όρίγανον, οροβος, ορυζα, παλίουρος, πίσος, ραφανίς, ρόδον, ροιά, σέλινον, σήσαμον, σίδη (= ιτιά), σικυός (= αγγούρι), σίναπι, σίρφη, σίτος, σόγχος, συκέα, σφένδαμνος, σφόγγος, φακή.

Γ’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΨΑΡΙΩΝ

Άθερίνη, βόλινθος (= άγριο βόδι), γαλεός, έλεδώνη, θρίσσα, ιξαλος, κολεός, κωβίος, λάρος, μεμβράς, νεβρός (= νεογνό λαφιού), δρφώς, πέρκη, πηλαμύς, σάλπη, σαργός, σίαλος (= χοΐρος), σισερΐνος, σκάρος, σκολόπενδρα, σκόμβρος, σμαρίς, σμνραινα, σπάρος, αυναγρίς, σφήξ, τευθίς, τρίγλη, φάγρος, χάννη.

Δ’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΣΗ

Θάλασσα, ζέφυρος.

Ε’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Άβυρτάκη (= είδος σάλτσας),άναξ, άρβύλη, άσάμινθος (= λουτήρας), ασπίς, βάρβιτος, βασιλεύς, βαϋνος (= καμίνι σιδερά), βίκος, βραβευς (— δικαστής αγώνος), βραττίμης (= είδος ψωμιού), βύσαος, γεΐσον, δέπας, διθύραμβος, δούλος, ειρήνη, θάλαμος, θεός, θίασος, θριγγός, ίαμβος, καθαρός, κάλως, κασσίτερος, κιθάρα, κίνδυνος, λαός, λέβης, λήκυθος, μέγαρον, μήρινθος, ξίφος, πεσσός, πλίνθος, σάλπιγξ, σαμβύκη, αάνδαλον, σίδηρος, σίκιννις (= χορός Σατύρων), σισύρα, σωλήν, φίλος, χαλκός, χρυσός28.

Τ’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΘΕΩΝ

‘Αθήνα, Απόλλων, Άρτεμις, Αφροδίτη, Έρμης, Ήφαιστος.

Ζ’. ΟΝΟΜΑΤΑ ΗΜΙΘΕΩΝ

Γίγας, Ηρακλής, Πήγασος.

Σαφέστερη όμως εντύπωση γιά τήν εξωτερική μορφή τής προελληνικής γλώσσας μπορεί νά μάς δώση ή ανάγνωση προελληνικών επιγραφών, γραμμέ­νων από υπολείμματα Προελλήνων σέ ιστορικούς χρόνους, όταν πιά είχαν πάρει κι αυτοί από τούς Έλληνες τό ελληνικό (φοινικικό) αλφάβητο, καί έτσι οί επιγραφές τους διαβάζονται σήμερα μέ τήν ίδια ευκολία πού διαβάζονται καί οί αρχαίες ελληνικές, έστω κι αν ώς προς τό περιεχόμενο τους είναι ακα­τανόητες. Θά παραθέσω λοιπόν καί μερικές φράσεις από τήν προελληνική επιγραφή τής Λήμνου, καί κατόπι μερικές φράσεις από επιγραφές τών Έτρούσκων τής Ιταλίας, γιά νά προσέξετε δυό πράγματα:

1) Ότι δεν έχουν τίποτε τό ελληνικό, ούτε θυμίζουν καμμιάν άλλη ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, είτε στις λέξεις εϊτε στήν άρθρωση, και

2) Πόσο μοιάζουν ηχητικά αναμε­ταξύ τους ή Προελληνική μέ τήν Ετρουσκική. Πλούσιες καί οί δυό σέ μα­λακά, εξακολουθητικά σύμφωνα καί φτωχές σέ τραχιά καί στιγμικά. Καί στις δυό απουσιάζουν τά σύμφωνα b, g, d.
Είναι καί οί δυό γλώσσες μέ άπαλότητα, θάλεγε κανείς, γυναικεία.

Κάπου κάπου παρουσιάζουν κοινές ή όμοιες λέξεις, π.χ. προελλ. aFιζ—έτρουσκ. avils, προελλ. σιαλχFιζ — έτρουσκ. sialxus, κ. ά.

Α’. από τήν επιγραφή τής Λήμνου, τού 6ου π.Χ. αιώνα.

Ή σω­στή ανάγνωση της διευκολύνεται από τό ότι οί λέξεις στήν επιγραφή χωρί­ζονται ή μιά από τήν άλλη.
Ο τονισμός τους μάς είναι άγνωστος.

Ή επιγραφή αρχίζει έτσι:

ΗΟΛΑΙΕΖ ΝΑΦΟΘ ZIAZI ZIFAI EFIΣΘO ΖΕΡΟΝΑΙΘ ΣIAΛXFEIZ AVIZ ΜΑΡΑΖ MAFANAΣΙΑΛ ΖΕΡΟΝΑΙ ΜΟΡΙΝΑΙΛ ΑΚΕΡ TAFAPZIO
καί τελειώνει έτσι: AFIZ ΣΙAXFIZ ΜΑΡΑΖΜ AFIZ ΑΟΜΑΙ.

Β’. από ετρουσκικές επιτύμβιες επιγραφές. (To Χ είναι ελλην. χ):

LARΘ XURXLES ARNΘAL XURXLES ΘANXVΙLUSC CRACIAL CLAN AVILS CIEMZARΘMS LUPU.

Αλλη : TUTES SEΘRE LARΘAL CLAM PUMPLIALX VELAS ZILACHNUNCE ZILC XI PURTSVAVC XI LUPU AVILS MAXS GAΘRUMS.

Άλλά ας γυρίσουμε στους Έλληνες.

Η ζωή τους μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα, μπαίνει απότομα σε μια εντελώς νέα φάση :
Νέα χώρα, με οργιαστική εναλλαγή βουνών και θαλασσών, τόσο διαφορετική από τους ενωμένους με τον ορίζοντα κάμπους της Ευρώπης, διαφορετικό, ήπιο κλίμα, άγνωστα φυτά και ζώα, καινούργιες μορφές κατοικίας με άγνωστες ως τώρα ανέσεις, αλλιώτικοι τρόποι ζωής και εργασίας με κυρίαρχη θέση της ναυτιλίας, περίεργα ήθη και έθιμα με δεσπόζουσα θέση της γυναίκας μέσα στο σπίτι, νέο καυτερό μεσογειακό αίμα μέσα στις φλέβες τους από τη φυλετική διασταύρωση με τους Ιθαγενείς, νέο λεξιλόγιο για τόσα νέα πράγματα και έννοιες άγνωστες ως τώρα, παράξενα και ακατάληπτα ονόματα τόπων σε κάθε τους βήμα.
Καί επειδή για μας σήμερα καθρέφτης τής βαθειάς αυτής αλλαγής των πραγμάτων είναι κυρίως η γλώσσα, δεν είναι ίσως υπερβολή αυτό που λέει

Ο Γάλλος γλωσσολόγος Α. Meillet, ότι περνώντας κάνεις από την Ινδοευρωπαική στην ελληνική γλώσσα του φαίνεται πως μπαίνει σ’ ενα καινούργιον κόσμο 30.

Έκτος από τις ξένες προελληνικές λέξεις που δέχτηκε με τον τρόπο αυτόν η ελληνική γλώσσα, παρουσιάστηκε ανάγκη και από τις καθαρά ελληνικές να αχρηστευθούν μερικές, γιατί δεν εύρισκαν σημασιολογικό αντίκρυσμα, και άλλες να αναπροσαρμοστούν σημασιολογικά και να πάρουν νέα σημασία.

Θα περιοριστώ σε λίγα παραδείγματα :

Η Ινδοευρωπαική λέξη φρατήρ για τον ομοπάτριο αδελφό δεν ήταν πιά ικανοποιητική στη νέα οικογενειακή ιεραρχία, όπου, από επίδραση της μητριαρχίας των Προελλήνων, ο ίεριότερος αδελφικός δεσμός ήταν εκείνος που υπήρχε ανάμεσα στους ομομήτριους και όχι στους όμοπάτριους.

Βρέθηκαν λοιπόν σε ανάγκη να πλάσουν νέα ελληνική λέξη από το αθροιστικό α και το δελφύς = μήτρα, δηλ. το α δελφός. Άλλο παράδειγμα : Πόντος έσήμαινε αρχικά στην ελλ. γλώσσα «πέρασμα» και «δρόμος», σημασία που τη διατήρησαν το αντίστοιχο ινδ panthas, το λατιν. ponspontis, το σλαβ.ροηί κ.α.

Έπειδή στην Ελλάδα το συχνότερο πέρασμα και o πιο ίσιος δρόμος ήταν η θάλασσα, το πόντος πήρε τη σημασία «θάλασσα».

Το μέθυ ήταν ένα ποτό από μέλι και νερό, σημασία που διατήρησαν το αντίστοιχο ινδ. madhu και το σλαβ. med.
Όταν οι Έλληνες γνώρισαν εδώ ένα άλλο άφθονώτερο και καλύτερο γλυκό ποτό, το κρασί, το ονόμασαν κι αυτόμέθυ, και επειδή, αντίθετα με το παλιό, το νέο μέθυ ζάλιζε, έπλασαν και ρήμα μεθύσκομαι.

Αυτές, σε γενικές γραμμές, ήταν ως πριν από λίγα χρόνια οι γνώσεις μας για τους Προέλληνες και για τις σχέσεις των Ελλήνων μαζί τους. Ήταν μια επιστημονική πίστη δεκαετηρίδων, που είχε για ευαγγέλιο της το περίφημο βιβλίο του Ρ. Kretschmer, Εισαγωγή στην Ιστορία της ελληνικής γλωσσας31.

Ξαφνικά όμως στο πρόβλημα των Προελλήνων δημιουργήθηκε μια αναστάτωση, η όποία, από μια φάση που θα την ονόμαζε κανείς επική, το έριξε σε μια φάση δραματική.

Η Αρχαιολογία, της όποίας τα πορίσματα είναι πολύτιμα για όλες τις ιστορικές επιστήμες, έκανε μια πολύ ενδιαφέρουσα διαπίστωση, που η Γλωσσολογία δεν μπορούσε να την άγνοήση.
Με συστηματικές ανασκαφές πιστοποίησε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν κάτω από το πρώτο ελληνικό πολιτιστικό στρώμα, το μυκηναικό, όχι ενα, αλλά δυό αλλεπάλληλα προελληνικά στρώματα πολιτισμού, σαφώς διαφορετικά αναμεταξύ τους από άποψη τεχνοτροπίας στη διακόσμηση των αγγείων, καθώς και ως προς την ανθρωπολογική μορφή των σκελετών των άνθρώπων:

Το ενα, το πιο βαθύ στο έδαφος, και πιο παλιό άρα, εκτείνεται μόνο στην Ελλάδα και στη Μ. Ασία, και έχει ανατολική, μικρασιατική προέλευση.
Το ονόμασαν Α ν α τ ο λ ι κ ό (Anatolisch).

Το άλλο, που απλώνεται επάνω στο προηγούμενο, είναι άρα νεώτερο απ’ αυτό, καλύπτει την Ελλάδα, ολόκληρη τη Βαλκανική και τη λεκάνη του Δούναβη ως την Ουγγαρία, περνά και στη Ν. Ιταλία, απουσιάζει όμως από τη Μ. ‘Ασία, και έχει προέλευση μεσευρωπαική.
Η τεχνοτροπία των αγγείων του είναι η λεγόμενη Bandkeramik.

Το στρώμα αυτό το ονόμασαν Δουναβικό (Donauländisch).

Το πρώτο ελληνικό πολιτιστικό στρώμα, το μυκηναικό, σκεπάζει, όπως είπαμε, και τα δυό αυτά πολιτιστικά στρώματα,
οι Έλληνες άρα είχαν ως προκατόχους στην Ελλάδα δυό διαφορετικούς λαούς.

Τί συμβαίνει λοιπόν;
Ποιος από τούς δυό αυτούς προελληνικούς λαούς και πολιτισμούς είναι ο πραγματικός προελληνικός, πού έδωσε δηλ. στούς Έλληνες τό αίμα του και τά πολιτιστικά και γλωσσικά στοιχεία πού είδαμε; ο μικρασιατικός ή ο μεσευρωπαϊκός, ή και οί δυό, ο ένας μέσα στον άλλο;

Τό πρόβλημα πού γεννήθηκε έτσι ήταν αχώριστα δεμένο μέ τό ζήτημα τής καταγωγής καί τού χαρακτήρα τής προελληνικής γλώσσας.

Ο Ρ. Kretschmer, που ήταν πάντοτε η μεγαλύτερη αυθεντία στα προελληνικά ζητήματα, έσκυψε πάλι επάνω στο νέο πρόβλημα, και από τα 1925 έγραψε διάφορες πραγματείες 32, που τα πορίσματα τους τα συνόψισε στα 1939 σε μια μεγάλη εργασία με τον τίτλο : «Τα προελληνικά γλωσσικά και εθνολογικά στρώματα» 33.

Μίνωες στην Θήρα.

Στην πραγματεία του αυτή προσπάθησε να συμβιβάση τα πορίσματα της Αρχαιολογίας με τα δεδομένα της Γλωσσολογίας, και δέχεται ότι στην Ελλάδα συναντήθηκαν δυό προελληνικές εθνότητες:

1) Μιά παλαιότατη μεσογειακή, με ορμητήριο την Μ. ‘Ασία, που τελευταίο απομεινάρι της ήταν οι Κάρες και οι Λέλεγες των μικρασιατικών παραλίων και των νησιών μας, και

2) μια νεώτερη εθνότητα ευρωπαική, όχι όμως της ινδοευρωπαικής γλωσσικής οικογένειας, με κάποια ίσως μακρινή συγγένεια προς ούς Ίνδοευρωπαίους, ανάλογη με τη μακρινή συγγένεια που έχουν η σημιτική γλωσσική οικογένεια με τη χαμιτική.

Ως πιθανώτερος χρονος της καθόδου της στην Ελλάδα ορίζεται o 25ος αιώνας π. Χ., δηλ. 500 περίπου χρόνια πριν κατεβούν οι Έλληνες.

Αυτοί είναι οι Π ε λ α σ γ ο τ υ ρ ρ η ν ο ι, οι άμεσοι, οι πραγματικοί Προέλληνες.

‘Απ’ αυτούς προέρχεται και η προελληνική γλωσσική κληρονομιά που είδαμε, συνδυασμένη με στοιχεία του προκατόχου ανατολικού γλωσσικού στρώματος.

Αύτοι διατήρησαν και μετέδωσαν στους Έλληνες και τα παλαιότατα τοπωνύμια που είχε αφήσει το προηγούμενο εθνολογικό στρώμα, προσθέτοντας και μερικά δικά τους.

Αυτοί κατόπι από την Ελλάδα πέρασαν και στην Ιταλία και σχημάτισαν τους Προιταλούς, δηλ. τους Έτρούσκους.

Έδώ σταμάτησε ο Ρ. Kretschmer, θεωρώντας οποιαδήποτε άλλη διαπίστωση ως πρόωρη, πριν βρεθή το κλειδί της προελληνικής γραφής και διαβαστούν οι προελληνικές επιγραφές, που θα λύσουν ασφαλώς και οριστικά το πρόβλημα.

Άλλά αμέσως αναπήδησαν οι ανυπόμονοι και οι τολμηροί, οι τυχοδιώκτες της επιστήμης. Γιατί τι άλλο παρά τυχοδιωκτισμός είναι στην επιστήμη, όταν Λεν φροντίζη η έρευνα να προχωρή πατώντας σε στερεό έδαφος, αλλά βαδίζει στον αέρα ;

Ο Βούλγαρος γλωσσολόγος Vladimir Georgief, μαθητής του Kretschmer και καθηγητής της γλωσσολογίας στο ΙΙανεπιστήμιο της Σόφιας, στηρίχτηκε αμέσως στη διαπίστευση του δασκάλου του, ότι οι άμεσοι Προέλληνες είναι ευρωπαικής καταγωγής, και πρόσθεσε:
Όχι μόνον ευρωπαικής καταγωγής, αλλά και ινδοευρωπαικής γλώσσας είναι οι Προέλληνες, και μαλιστα, τίποτα λιγότερο, Θρακοιλλυριοί.
Είναι γνωστό πως οι Βούλγαροι θεωρούν τον εαυτό τους ως τους καθαυτό φορείς του θρακοιλλυρικού αίματος στη Βαλκανική, επειδή η σλαβοβουλγαρική τους εθνότητα απλώθηκε επάνω σε υπόστρωμα θρακοιλλυρικό.
Τον εξελληνισμό των Θρακών και τον αρχαίο αποικιακό Ελληνισμό της Θράκης δεν τον αναγνωρίζουν.
Το ίδιο λοιπον θρακοιλλυρικό πρόσχημα, με το οποίο αγωνίστηκαν να ιδιοποιηθούν εθνολογικά τους αρχαίους Μακεδόνες, χωρίς να το επιτύχουν, γιατί αποδείχτηκε ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες ήταν γλωσσικά και εθνολογικά άσχετοι με τους Θρακοιλλυριούς, όσο κι αν συναντήθηκαν εδαφικά με αυτούς, το στρεφουν τώρα στα νώτα της ελληνικής ιστορίας, προσπαθώντας να παραστήσουν την παρουσία της ελληνικής φυλής σιή Ν. Βαλκανική ως μια παρένθεση μέσα σε μια θρακοιλλυρική αιωνιότητα, που αρχίζει πολύ πριν έρθουν εδώ οι Έλληνες και συνεχίζεται από τους έκσλαβισμένους σημερινούς Θρακοιλλυριούς.

«Άπό πανάρχαια εποχή, γράφει ο V. Georgief, κατοικούσαν οι Θρακοιλλυριοί στήν περιοχή του Αιγαίου. ‘Εδώ δημιούργησαν εναν υπέροχο πολιτισμό, που κορυφώθηκε στην Κρήτη, στις Μυκήνες και στην Τροία, ώσπου, λαοί βάρβαροι (οι Έλληνες) επέδραμαν από το βορρά και τους υπέταξαν» 34.

Όποιος ξέρει πόσο οι Βούλγαροι κατατρέχονται από το σύμπλεγμα της εθνολογικής κατωτερότητας και πόσο η λεηλασία της ξένης Ιστορίας στάθηκε κανόνας στη σκέψη και στη δράση τους, δε θα έκπλαγή για τη νέα επιβουλή.

Ασφαλώς όμως θα έκπλαγή και θα χάση την ψυχραιμία του, όταν προχώρηση στους παρακάτω ισχυρισμούς του V. Georgief:

Επειδή η ιστορική κύκλωση του Ελληνισμού από τους Θρακοιλλυριούς με τον ταυτισμό Προελλήνων και Θρακοιλλυριών άφηνε πολύ μακρόχρονη ιστορική παρουσία στους Έλληνες από τον 20° αιώνα π. Χ. ως τον 20° μ. Χ., δηλ. 4.000 χρόνια, η λαβίδα της ιστορίας έπρεπε να μας συστείλη περισσότερο.

Ο V. Georgief δημοσίεψε στα 1937 στη Σόφια μια εργασία σε γερμανική γλώσσα με τον τίτλο : Όι φορείς του κρητο μυκηναικού πολιτισμού, η προέλευση τους και η γλώσσα τους» 35.

Στην εργασία του αυτή προσπαθεί να υποστήριξη ότι όχι μόνον οι Προέλληνες είναι Θρακοιλλυριοί, αλλά και όλες οι παλαιότερες στην Ελλάδα ελληνικές φυλές εκτός από τους Δωριείς.
Μονάχα οι Δωριείς ήταν Έλληνες.

Η πρώτη και μόνη ελληνική κάθοδος είναι η δωρική.
Οι παλαιότερες ελληνικές φυλές, Ίωνες και Αχαιοί, ήταν Θρακοιλλυριοί.
Όχι λοιπόν από τον 20° αιώνα π. Χ., παρά μόλις από τον 12° αρχίζει η παρουσία των Ελλήνων στη νότια Βαλκανική.
Στην Τροία Θρακοιλλυριοί πολιορκούσαν Θρακοιλλυριούς. Καί το καταπληκτικώτερο: «Σε πρωτοιλλυρική γλώσσα ποιήθηκαν αρχικά και τα ομηρικά έπη » 36.
Το ότι τα γνώρισε ο κόσμος μόνο σε ελληνική γλώσσα δε σημαίνει τίποτε.
Είναι μετάφραση που έκαναν οι Έλληνες από τα Ιλλυρικά πρωτότυπα, για να υμνούν κι αυτοί τα κλέη των προκατόχων τους.

Φυσικά, για να είναι συνεπής o V. Georgief, έπρεπε τους Έτρούσκους της Ιταλίας, ως γλωσσικά συγγενείς των Προελλήνων, να τους βγάλη κι αυτούς Θρακοιλλυριούς.

Καί το έκανε αδίσταχτα σε τρεις αλλεπάλληλες πραγματείες του37, δημοσιευμένες γερμανικά στη Σόφια στα 1938, 1941 και 1943. Τα επιχειρήματα του, γράφει o Ρ. Kretschmer38, είναι κατά μέγα μέρος τόσο αυθαίρετα και στερημένα από αποδεικτική δύναμη, δσο και τα σχετικά με τους Προέλληνες.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ανάμεσα στους γλωσσολόγους δλου του κο σμου μόνο τρεις βρέθηκαν να συμφωνήσουν με τις γνώμες του V. Georgief για τους Προέλληνες.

Ο ένας είναι ο Βούλγαρος D. Detschef, o άλλος είναι o Γιουγκοσλάβος Μ. Budimir (Arcades ambo!), και τρίτος o Αυστριακός W. Brandenstein, ο ίδιος ακριβώς που με αχαλίνωτη φαντασία και τόλμη είχε υποστηρίξει στα 1937, σ’ένα τουρκικό περιοδικό39, πως οι Προέλληνες και οι Έτρούσκοι ήταν Τούρκοι, και είχαν έρθει και τότε στη Μεσόγειο, όπως και οι νεώτεροι Τούρκοι ξανά στο μεσαίωνα, από την Κεντρική Ασία.

Στην επιστήμη όμως δεν έχουν καμμία σημασία οι καλές η κακές, οι ιδιοτελείς η ανιδιοτελείς προθέσεις.
Η αλήθεια είναι κι αύτη, όπως η τύχη, τυφλή, και αδιαφορεί σε ποιόν είναι βλαβερή και σε ποιόν ωφέλιμη. Ας ερθουμε λοιπόν στην ουσία.
Τα ανυπέρβλητα εμπόδια, που δεν επιτρέπουν να γίνη δεκτή η θεωρία του V. Georgief, ότι οι Προέλληνες είναι Θρακοιλλυριοί, είναι:
1) Ότι τίποτε απολύτως από τα γλωσσικά κατάλοιπα των Προελλήνων που είδαμε παραπάνω δεν μπορεί να άποδειχτή ως θρακοιλλυρικό. Οι προελληνικές επιγραφες, όσες διαβάστηκαν, δεν παρουσιάζουν ούτε μια λέξη που να βρέθηκε σε καμμιά θρακοιλλυρική επιγραφή.
Γιά να εξουδετέρωση το βασικό αυτό εμπόδιο o V. Georgief τι κάνει; Τις αποκηρύσσει απλούστατα.

Σε μια προσφατη εργασία του 40 ισχυρίζεται, χωρίς κανένα επιχείρημα, ότι οι επιγραφές αυτές δεν γράφτηκαν από τους Προέλληνες, αλλά μεταφέρθηκαν κάποτε στην Έλλάδα από τόπο άγνωστο μιάς περιοχής μη ινδοευρωπαικής, η, λέει, γραφτηκαν από ανθρώπους άγνωστους, μη Ίνδοευρωπαίους, που από άγνωστο

μέρος μετανάστευσαν στην αρχαία Ελλάδα σε άγνωστη εποχή, και από άγνοιστα αιτια, και για τους οποίους κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν κάνει πουθενά λόγο. Το άγνωστο λοιπόν διά του άγνωστου. Id est ignotum per ignotius explicare, που έλεγαν οι Λατίνοι.

Οι Προέλληνες είναι Ίνδοευρωπαίοι και για ένα άλλο λόγο, λέγει o V. Georgief 41, γιατί κανένας από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς που μιλούν γι’αυτούς δεν λέει ότι δεν είναι Ίνδοευρωπαίοι.
Ως αν ήταν δυνατό οι αρχαίοι Έλληνες, που δεν ήξεραν ούτε ότι υπάρχει καν ίνδοευρο)παική γλωσσική οικογένεια, ούτε ότι οι ίδιοι άνηκαν σ’αύτή, ούτε ότι συγγενεύει η γλωσσά τους με καμμιάν άλλη γλωσσά, να διαπιστώσουν με ποιά γλώσσα συγγενεύει η γλώσσα των Προελλήνων.
To argumentum ex silentio δεν μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιηθή με χειρότερο τρόπο.
Έπειτα πως σας φαίνεται o παράδοξος και απίστευτος ισχυρισμός του V. Georgief, ότι οι Έλληνες για να κατεβούν στην Ελλάδα διέσχισαν τους Θρακοιλλυριούς σ’ ολόκληρη τη Βαλκανική ;
Ξέρουμε ότι όλοι οι Ινδοευρωπαικοί λαοί απλώθηκαν σε εδάφη γλωσσικώς μη ινδοευρωπαικά.

Μόνο στους Έλληνες λοιπόν επιφυλάσσονταν η κακή τύχη, μόλις έκαναν να κινηθούν κατά το Νότο, να βρουν τη Βαλκανική ολόκληρη πιασμένη από τους Θρακοιλλυριούς ; αλλά έστω, ας υποθέσουμε ότι αυτό έγινε, μολονότι τίποτε δεν το στηρίζει.

Τότε όμως τι θα ήταν φυσικώτερο από το να μείνουν οι Έλληνες στη θέση τους στην Κεντρική Ευρώπη, η να υποτάξουν, αν μπορούσαν φυσικά, ενα μέρος από τους γείτονες τους Θρακοιλλυριούς, με τους όποίους ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή στους κάμπους της Μεσευρώπης;

Και τι το πιο αφύσικο και πιο παράδοξο και πιο απίθανο από του να δεχτούμε, έτσι άπλά, χωρίς κανένα απολύτως τεκμήριο, ότι μόλις εμφανίστηκαν στον ορίζοντα οι Έλληνες, o αχανής θρακοιλλυρικός κόσμος της Βαλκανικής έσκίστηκε διά μαγείας σαν Ερυθρή Θάλασσα στα δυό, για να περάση ανεμπόδιστος o ελληνικός Μωϋσής βαδίζοντας τράνσιτο προς τον άγνωστο και αδιέξοδο Νότο, και αμέσως έκλεισε πάλι πίσω από τα βήματα του ;

Τι προηγούμενα είχαν οι Έλληνες με τους νότιους, τους κάτω από τον Όλυμπο Θρακοιλλυριούς, ώστε παρατρέχοντας δλους τους άλλους, έσπευδαν να δείξουν μονάχα σ’ εκείνους την κατακτητική τους μανία;
Και κάτι ακόμα:

Αν οι Προέλληνες ήταν μια απλή προέκταση των Θρακοιλλυριών της Βαλκανικης, γιατί τάχα μόνον αύτοι ανέπτυξαν πολιτισμό, τέχνη, γραφή και ό,τι άλλο μας παρουσιάζουν τα αρχαιολογικά τους κατάλοιπα, ένώ οι βορειότεροι ομοεθνείς και ομόγλωσσοί τους Θρακοιλλυριοί τίποτε απ’ αυτά δε γνώριρισαν, ούτε στην ιδια εποχή, ούτε αργότερα ;

Πού είναι τα ανάκτορα των βασιλέων τους σαν τα μινωικά η σαν τα μυκηναικά, που οι θησαυροί τους, οι τοιχογραφίες, τα αγγεία, οι επιγραφές τους;
Ήταν ποτέ δυνατό ενας Όλυμπος να διχοτόμηση τόσο άνισα από άποψη πολιτισμού ενα μεγάλο ομογλωσσο έθνος ;
Πως μπορούμε τέτοια άσύστατα, αλλόκοτα και περίεργα πραγματα, που και πιστοποιημένα να ήταν θα προκαλούσαν κατάπληξη, να τα δεχτούμε όταν παρουσιάζονται αστήριχτα και άναπόδειχτα ; 42.

Και αν όλος αυτός ο χάρτινος πύργος περί Θρακοιλλυριών Προελλήνων συναρμολογήθηκε μόνο και μόνο για να δικαιολογηθή η φωνητική ιδιορρυθμία μερικών λέξεων της αρχαίας Ελληνικής, που, ενώ είναι ινδοευρωπαικες, παρουσιάζουν δήθεν όχι καθαρά ελληνική, αλλά θρακοιλλυρική μορφή43, γιατί να μη δεχτούμε ότι οι λέξεις αυτές μεταδόθηκαν στην Ελληνική κατά την περίοδο της μεσευρωπαικής γειτονείας Ελλήνων και Θρακοιλλυριών;

Ο «πανιλλυρισμός» αυτός, όπως τον ονομάζει ειρωνικά ο Kretschmer, είναι και ιστορικά αδύνατος, γιατί, όπως παρατηρεί ο ίδιος, καταλογίζει στους Θρακοιλλυριούς αριθμητική δύναμη και γειογραφική έκταση κολοσσιαία επάνω στη Βαλκανική, την Ιταλική Χερσόνησο και τη Μ. ‘Ασία, που σε μια τόσο αρχαία εποχή κόμμιά εθνότητα δεν μπορούσε να έχη.
Αυτά για τον ταυτισμό των Προελλήνων με τους Θρακοιλλυριούς. Γιά τον άλλο, τον αχαρακτήριστο Ισχυρισμό, ότι και οι πρώτες ελληνικές φυλές, δηλ. οι Ίωνες και οι Αχαιοί, ήταν κι αυτές θρακοιλλυρικές, και ο πρώτος μεγάλος ελληνικός πολιτισμός, ο μυκηναικός, και ο τρωικός πόλεμος, έργα Θρακοιλλυριών, τα ομηρικά έπη, δημιουργήματα θρακοιλλυρικά, που οι Έλληνες δήθεν τα μετέφρασαν και τα σφετερίστηκαν, μπορεί κανείς να καγχάση η να πη μαζί με κάποιον κριτή των ισχυρισμών του Georgief ότι η ευγένεια επιβάλλει να σιωπήσουμε (die Höflichkeit gebietet zu schweigen), η να συμφωνήση με τον Ρ. Kretschmer ότι ο V. Georgief με τους ισχυρισμούς του αυτούς ανεβαίνει σε μια τόσο φαντασιώδη αυθαιρεσία, ώστε μας εμποδίζει να τον πάρουμε στα σοβαρά αλλά η ιστορία και η λογική είναι πιο ευγλωττες από τον καγχασμό, την ευγενική σιωπή και την περιφρόνηση.

Καί ιδού γιατί:

Πως ποτέ μπορούσαν οι μόνοι Έλληνες να είναι οι Δωριείς, που πρωτοήρθαν στην Ελλάδα περί το 1100 π.Χ., άφού και οι άλλοι, οι παλαιότεροι, οι μη Δωριείς Έλληνες είχαν διατηρήσει την ανάμνηση της όψιμης δωρικής καθόδου, που την ονόμαζαν κάθοδο των Ηρακλείδων;
Καί το κυριώτερο :
Οι ελληνικές υπερπόντιες αποικίες των Ιώνων και των Αχαιών έξω από την Ελλάδα αρχίζουν τον 14° αιώνα π. Χ., και για να γίνουν προϋποθέτουν μακρόχρονη διαμονή των φυλών αυτών στην Ελλάδα και υπερπληθυσμό.

Οι Έλληνες αυτοί άποικοι είναι εξακριβωμένο πως μετέφεραν στις νέες τους πατρίδες γλώσσα ελληνική, όπιος π. χ. οι Αχαιοί στην Κύπρο. αλλά πως μπορούσε ποτέ να μεταφερθή τόσο νωρίς ελληνική γλώσσα από την Ελλάδα στις υπερπόντιες αποικίες, αν οι Έλληνες πρωτοκατέβηκαν στην Ελλάδα μόλις γύρω από το 1100 π. Χ ;
Τέλος ο ισχυρισμός ότι τα ομηρικά έπη μεταφράστηκαν στην Ελληνική από θρακοιλλυρικά πρωτότυπα μαρτυρεί εκπληκτική άγνοια των προβλημάτων που παρουσιάζει η βαθμιαία γένεση των ποιημάτων του ομηρικού και γενικά του έπικοϋ κύκλου.
Γι’ αυτό και όσοι ασχολούνται με το ομηρικό ζήτημα δε θεώρησαν τη γνώμη του Βουλγάρου γλωσσολόγου άξια ούιε ανασκευής ούτε καν μνείας.

Θα μπορούσε μονάχα να ρωτήση κανείς:

Οι Έλληνες, που τόσο πολύ σεβάστηκαν τα προελληνικά ονόματα, πως συνέβη μεταφέροντας στη γλώσσα τους τις επικές δόξες των Θρακοιλλυριών να μη διατηρήσουν μέσα στα ομηρικά έπη ούτε ενα θρακοιλλυρικό όνο μα ελλαδικού ήρωα ;

Το τελευταίο μυστικό από την εθνική καταγωγή των Προελλήνων βρισκεται χαραγμένο με άγνωστο αλφάβητο και σε άγνωστη γλώσσα στις χιλιάδες των προελληνικών επιγραφών45.

Οι δυσκολίες για να διαβαστούν κάποτε οι επιγραφές αυτές είναι κατά τον Α. Evans για πάντα ανυπέρβλητες, κατά τον Ρ. Kretschmer και άλλους, πολύ μεγάλες.

Ζητούμε να λύσουμε ενα προβλημα με δυό άγνωστους συντελεστές, τη γλώσσα και τη γραφή.

Γιά να γνωρίσουμε τη γλώσσα, πρέπει να βρούμε πρώτα τι φθόγγους παριστούν τα γράμματα των επιγραφών.

Αλλά και για να βρούμε τι προφορά έχουν τα γράμματα, πρέπει να ξέρουμε τη γλώσσα. Από τον φαύλο αυτόν κύκλο μόνο η ανεύρεση μιάς δίγλωσσης επιγραφής, όπως έγινε για τα ιερογλυφικά με την επιγραφή της Ροζέττας, θα μπορούσε να μας βγάλη.

Στις δυσκολίες αυτές προσιέθηκε τελευταία κι άλλη :

Οι τελευταίες ανασκαφές στην Πύλο, στις Μυκήνες κ.α. φέρνουν στο φως ολοένα και περισσότερες επιγραφές με προελληνικό αλφάβητο, που ανήκουν στον 14° και 13° αιώνα π. Χ., δηλ. σε εποχή που τις ακροπόλεις αυτές τις κατέχουν ελληνικές φυλές, άρα είναι πολύ πιθανό οι επιγραφές αυτές να εικονίζουν γλώσσα ελληνική *.

Στην περίπτωση αύτη όσοι πειραματίζονται με υποθετικές αναγνώσεις των επιγραφων αυτών, Έλληνες και ξένοι, δεν ξέρουν σε ποιά γλώσσα να στηρίξουν τις υποθετικές αναγνώσεις τους.

Όταν, όπως έγινε και για άλλες άγνωστες γραφές, καίίώς η σφηνοειδης των Άσσυροβαβυλωνίων και η ιερογλυφική των Αιγυπτίων, βρεθή το κλειδί και της προελληνικής γραφής και κατανοηθή η γλώσσα των επιγραφων της, η εθνικότητα των Προελλήνων — όποια και να είναι — θα• γίνη μια λεπτομέρεια ασήμαντη μέσα στο εξαίσιο θέαμα ενός άγνωστου, πανάρχαιου και εξωτικού κόσμου, που ακάλυπτος θα λάμψη στα μάτια μας και θα μας μιλήση ο ίδιος στη γλώσσα του.

*. Σημ. Πριν τυπωθή η παραπάνω ομιλία μου έφτασαν χαρμόσυνες ειδήσεις, ότι στη Σουηδία και στην Αγγλία συγχρόνως βρέθηκε το κλειδί της προελληνικής γραφής, ότι άρχισαν να διαβάζωνται οι επιγραφές της Πύλου και των Μυκηνών και ότι παρουσιάζουν γλώσσα αναμφισβήτητα ελληνική! Είναι η γλώσσα των Αχαιών του 14ου και 13ου αίώνα π. Χ., πολύ πριν κατεβούν στην Ελλάδα οι Δωριείς (οι πρώτοι και μόνοι Έλληνες κατά xöv V. Georgief), εκείνων δηλ. ακριβώς που ο Βούλγαρος γλωσσολόγος αγωνίστηκε να τους παρουσίαση ως Θρακοιλλυριούς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


1. Ότι οί Ίωνες κατέβηκαν πρώτοι στήν Ελλάδα καί όχι οί Αχαιοί, όπως νόμιζαν ol Ε. Meyer καί Busolt, βλ. Ρ. Kretschmer στήν Glotta 1, 11.
2. Γιά τό μελαχροινό χρώμα τών Προελλήνων βλ. Ρ. Kretschmer στήν Glotta25, 5.
3. Ότι οί Ίνδοευρωπαΐοι ήταν ξανθοί καί γαλανοί βλ. W. Sieglinq, Die blonden Haare der indogermanischen Völker des Altertums. Eine Sammlung der antiken Zeugnisse als Beitrag zur Indogerinanenfrage. (München 1935). Πβ. Ρ. Kretschmer στήν Glotta 27, 4 κέξ.
4.Βλ. R. Uussand, Les civilisations prehelleniques dans le bassin de la ruer d’Egee. (Paris 1914), Σ. Ν. Μαρινάτου, ο αρχαίος κρητικός πολιτισμός. (‘Εν Αθήναις 1927).
5. Ήρόδ. 1,56. «(Κροίσος] εύρισκε Λακεδαιμονίους και ‘ Αθηναίονς προέχοντας, τους μεν τοϋ Δωρικού γένους, τούς δε του Ίωνιχοϋ. Ταϋτα γαρ ην τα προχεχριμένα, έόντα τό άρχαϊον το μεν Πελασγιχόν, τό δε Έλληνιχόν εθνος». Πβ. καί δσα λέγει γιά τούς Ίωνες τών νησιών 7, 95 «καί τοντο Πελασγιχόν εθνος, ύστερον δε Ίωνιχόν έκλήθη*.
6. Έτσι κατά τή μετάφραση τοΰ Α. Έφταλιώτη. Τό αρχαίο κείμενο (Όδύσσ. Τ 174) είναι:
έν δ’ άνθρωποι πολλοί, άπειρέσιοι, καί ένενήχοντα πόληες. «Αλλη δ’άλλων γλώσσα μεμιγμένη έν μεν Αχαιοί, έν δ’ Έτεόχρητες μεγαλήτορες, έν δέ Κύδωνες Δωριέες τε τριχάιχες δϊοί τε Πελασγοί.
7. Ήρόδ. 1, 58. «Τό έλληνιχόν από μιχροΰ τευ χατ’ αρχήν όρμεόμενον ηυζετο ες πλήΰος έθνέων, Πελασγών μάλιστα προσχεχωρηχότων αύτφ χαι άλλων έΰνέων βαρβάρων συχνών». Πβ. Θουκυδ. 1, 3, 1.
8. Ήρόδ. 1, 57. «»Ηντινα δέ γλώσσαν ΐεσαν οί Πελασγοί οΰχ εχω άτρεχέοίς είπαι’ εί δε χρεών έατι τεχμαιρόμενον λέγειν… ήσαν οί Πελασγοί βάρβαρον γλώσσαν ίέντες».
9. Ήρόδ. 2, 57. «Τό Άττιχόν εθνος, τόν Πελασγικόν, άμα τη μεταβολή τη ΐς Έλ­ληνας και τήν γλώσσαν μετέβαλε» .
10. Ήρόδ. 5, 20 «ό Ότάνης… είλε Λήμνόν τε χαι Ίμβρον, άμψοτέρας έτι τότε υπό Πελασγών οίχεομένας*.
11. Ήρόδ. 2 56 «τής νϋν Έλλάδος, πρότερον δέ Πελασγίης χαλευμένης*.
12. Θουκυδ. 4, 109 «αΐ οίχυϋνται ξνμμείχτοις εθνεσι βαρβάρων δίγλωσσων, και τι και Χαλχιδικόν ενι βραχύ, τό δέ πλείστον Πελασγικόν, τών και Λήμνόν ποτε χαι ‘Αθήνας Τυρσηνών οίκησάντων*.
13. Στράβ. 7, 321 «Εκαταίος μέν ουν ο Μιλήσιος περί τής Πελοποννήσου ψηαίν, ότι προ τών Ελλήνων ψχησαν αυτήν βάρβαροι. Σχεδόν δέ τι σύμπασα ή Ελλάς κατοικία βαρβάρων υπήρξε τό παλαιόν*.
14. Σχολ. ‘Απολλ. Ροδ. I 608. «Τυρσηνοί γαρ αυτήν ωχησαν βλαπτιχώτατοι όντες* .
15. ‘Οδύσσ. Θ 294 «(«Ηφαιστος) οΐχεται ες Λήμνον μετά Σίντιας άγριοφώνους*. Καί ο σχολιαστής τής Όδύσσειας Ελλάνικος ερμηνεύοντας τόν ίδιο στίχο χαρακτη­ρίζει τους κατοίκους τής Λήμνου €μιξέλληνας».
16. θουκυδ. 1, 8 «Καί ούχ ήοσον λησταί ήσαν οί νησιώται, Κάρες όντες και Φοί­νικες» οΰτοι γάρ τάς πλείστος τών νήσων ωκησαν.
17. Στράβ. 14, 661 «Πολλών δέ λόγων είρημένων περί Καρών o μάλισθ’ όμολογονμενός έστιν οντος, ότι οί Κάρες…, τότε Λέλεγες καλούμενοι, τάς νήσους έχουν».
18. Τό όνομα Πελασγοί ερμηνεύεται σήμερα από τό * Πελαγσγοί, καί τοϋτο από τό πέλαγος, πού αρχικά σήμαινε Όμαλή επιφάνεια», (πβ. αλός έν πελάγεασι, άλιον πέλαγος, πόνιιον πέλαγος) καί «κάμπος». Πελασγοί ονομάστηκαν από τούς Έλληνες αρχικά οι καμπήσιοι ιθαγενείς, οί Προέλληνες πού κατείχαν καί καλλιεργούσαν τις πεδιάδες.

19. Ίλ. Π. 233 «Ζεν ανα, Δωδωναίε, Πελασγικέ, χηλόθι ναίων,ΙΔωδώνης μεδέων δυσχειμέρον» .
20. Άπό τό πλήθος τών σχετικών εργασιών βλ. C. Schuchhardt, Die Indogermanisierung Griechenlands. Die Antike 9, 303 κέξ., 4. Debrunner, Die Be­siedlung des alten Griechenland im Licht der Sprachwissenschaft. Neues Jahr­buchfür kl. Altertum 21, 433 κέξ.
21. Προελληνική επίδραση στήν ίιονική διάλεκιο θεωρούν μερικοί τήν τροπή τοΰ μακροΰ α σέ η, τήν τροπή τοΰ τ< σέ σι (Ποτιδάων Ποσειδών, εΐκοιι είκοσι, ίχοντι εχουσι) κ. ά. 22. Βλ. Ε. Ries, Quae res et qua vocabula a gentibus seruiticis in Graeciam pervenerint. (Breslau 1890), MussArnold, Semitic words in Greek and Latin. Trans, of the Ann. Philol. Ass. 23,35156, A. Müller, Semitische Lehnworte im älteren Griechisch. Bezz. Beitr. 1, 273, όπου καί προγενέστερη βιβλιογραφία. 23. W. Spiegelberg, Aegyptische Lehnwörter in der älteren griechischen Sprache. Kuhn’s Zeitschr. 41, 127 κέξ. 24. Ρ. Kretschmer, στήν Glotta 28, 252. 25. Ρ. Kretschmer, Pelasger und Etrusker, στήν Glotta 11, 276 κεξ. 26. Ή σπουδή τής Ετρουσκικής πήρε μεγάλη ανάπτυξη ιδίως στήν Ιταλία από τό 1928, μέ τήν ίδρυση τής Έπιτροπής Ετρουσκικών Μελετών», πού εκδίδει τό περιο­δικό «Studi Etrusci». Νέο υλικό γιά τήν Ετρουσκική συγκεντρώνει ο Ε. Vetter στήν Glotta 28, 117231. 29, 205219. 27. Βλ. Ρ. Kretschmer, Einleitung in die Geschichte der griechischen Spra­che. (Göttingen 1896), A. Fick, Vorgriechische Ortsnamen als Quelle für die Vorgeschichte Griechenlands. (Göttingen 1905). 28. Περισσότερα παραδείγματα βλ. G. Glotz, La civilisation egeenne, o. 441, Γ. Ν. Χατζιδάκη στήν «Αθηνά 42, 83 κέξ. Πβ. //. Frisk, Grekiskan och det egeiska substratet. Apophoreta Gotoburg V. Lundström oblata, σ. 171185. 29. Βλ. C. Pauli, Eine vorgriechische Inschrift von Lemnos. 2 τόμοι (Leip­zig 188694), A. Torp, Die vorgriechische Inschrift von Lemnos. (Christiania 1903), E. Nachmanson, Die vorgriechischen Inschriften von Lemnos. Ath. Mitt. 1908,47 κέξ., S. P. Cortsen, Die lemnische Inschrift. Glotta 18, 101 κέξ., P.Kretschmer,Die tyrrhenischen Inschriften der Stele von Lemnos. Glotta 29,89 98. 30. A. Meidet, Apergu d’une histoire de la lanque grecque’, σ. 32 «en passant de l’indoeuropeen au grec commun, on entre dans un monde nouveau». 31. P. Kretschmer, Einleitung in die Geschichte der griechischen Sprache. (Göttingen 1896). 32. P. Kretschmer, Die protindogermanische Schicht. Glotta 14, 302 κέξ., τοΰ ίδιου, Die ältesten Sprachschichten auf Kreta, Glotta 31, 120. 33. P. Kretschmer, Die vorgriechischen Sprach und Volksschichten. Glotta 28, 234 278, 30, 84 218, 244 246. 34. V. Georgief, Die Träger der kretisch mykenischen Kultur, ihre Her­kunft und ihre Sprache, I (Sofia 1937). Zusammenfassung. Πβ. τού ίδιου, Vor­griechische Sprachwissenschaft. (Sofia 1941). 35. Στό ίδιο. 36. Στό ίδιο. «In urillyrischer Sprache waren auch die homerischen Epen zuerst abgefasst». 37. Georgief, Die Sprache der Etrusker.(Sofia 1938),— Das Schicksal der idg. ο Deklination im Etruskischen. (Sofia 1941),—Die sprachliche Zuge­hörigkeit der Etrusker. (Sofia 1943). 38. Kretschmer, στήν Glotta 27, 3 «seine Etymologien sind grossenteils so willkürlich und ohne Beweiskraft, wie im I. Teil». 39. Brandenstein, Sprachliches zur Urgeschichte der Etrusker und Tyrrhener. Bulletin, Istanbul 1937, σ. 745 κέξ. 40. Georgief, Etat actuel des etudes de linguistique prehellenique. Studia linguistica 2 (1948), 71. 41. Georgief, στό ίδιο, ο. 71. 42. Γιά τήν ιστορία καί μόνο πρέπει νά σημειοιθή εδώ ότι ανάλογα πράγματα υποστήριξαν καί ο Θωμόπουλος, Πελασγικά, ήτοι περί τής γλώσσης τών Πελασγών (Αθήναι 1912), πού προσπαθεί νά έξηγήση τά προελληνικά μέ τή βοήθεια τής Αλβα­νικής, καί ο Ν. ‘Ελευθεριάδης, Πελασγική Ελλάς, οί Προέλληνες (Αθήναι 1931), πού θεωρεί τούς Προέλληνες Σημίτες, καί τά ομηρικά έπη μετάφραση σημιτικών προελ­ληνικών έπων. αλλά καί οί δυό αύιοί είχαν τό ελαφρυντικό ότι ουτε γλωσσολόγοι, ουτε κάν φιλόλογοι ήταν, ασχολούνταν δηλ. μέ τά ζητήματα αυτά σάν ερασιτέχνες, άρα ανεύθυνα καί άσυνόριστα. (Βλ. κρίση τού Γ. Ν. Χατζιδάκη στήν Άθηνα 43, 41 κέξ.). Στις μέρες μας άλλος ερασιτέχνης οπαδός τού Ν. Ελευθεριάδη, ο κ. Δ. Η. Τζιόρτζογλου, μέ μοναδικό εφόδιο τό λεξικό τής Τουρκικής τοΰ o Χλωρού, εκδίδει σειρά από φυλλάδια, μέ τόν τίτλο «Έτυμολογίαι καί εξηγήσεις τών πελασγικής προελεύσεως ελληνικών λέξεων»(Μιιτιλήνη 1949 κέξ.),όπου εξηγεί καθε τι τό προελληνικό ώς αραβικό ! 43. Ώς δείγμα τής μεθόδου μέ τήν οποίαν εργάζεται ο V. Georgief γιά νά στηρίξη ιή θεωρία του ότι οί Προέλληνες είναι Θρακοϊλλυριοί, επειδή δήθεν μερι­κές ινδοευρωπαϊκές λέξεις τής Ελληνικής παρουσιάζουν μορφή θρακοϊλλυρική, ανα­φέρω τό εξής : Τή λέξη άσάμινθος— λουτήρας μπάνιου ιή σχετίζει μέ τό έλλην. ακμών = πέτρα καί δέχεται ότι ιό ο οφείλεται σέ τροπή τοΰ κ σέ ο, πού γίνεται στις γλώσ­σες satem, όπως στήν Ινδική, όπου τό ακμών έγινε asman. αλλά ο λουτήρας, όπως πι­στοποιεί ή Αρχαιολογία ήταν πάντα από πηλό, από μέταλλο ή από ξύλο, ποτέ όμως από πέτρα. Καί από πέτρα όμως νά ήταν, δέν είναι νοητό γιατί έπρεπε νά ονομάζεται πέτρα ή πέτρινος. Ο Α. Mayer στήν Glotta 32, 58 παράγει τό άοάμινθος από τό άσσυρ. assammu= δοχείο νεροϋ. Όί περισσότερες ετυμολογίες τοΰ V. Georgief», γράφει ο Kretschmer στήν Glotta 27, 2, «είναι τόσο αυθαίρετες καί σκοτεινές, ώστε περισ­σότερο εξασθενούν παρά ενισχύουν τή θρακοϊλλυρική θεωρία του». 44. Ρ. Kretschmer στήν Glotta 27, 2. «Unverständlich ist es mir aber, wie Georgief den aiolischen Dialekt für illyrisch, das homerische Epos für das Volks­epos der Urillyrier, die Achäer und damit auch die Träger der raykenischen Kultur für lllyrier erklären kann. Hier versteigt er sich zu einer phantasti­schen Willkur, die nicht mehr ernst genommen werden kann». Παρά τις κρίσεις αυτές, ο V. Georgief επανέρχεται στή θεωρία του μέ επιμονή σέ μιά πρόσφατη ερ­γασία του μέ τόν τίτλο Etat actuel des etudes de linguistique prehellenique, στό σουηδικό περιοδικό Studia linguistica (Lund) 2 (1948) 6992. 45. Άπό τό μέγα πλήθος τών σχετικών πραγματειών βλ. Στ. Ξανθουδίδου, Προϊστορική γραφή έν Κρήτη. ΆΟηνά 18, 560581, Α. Evans, Scripta Minoa I (Oxford 1909), G. Ipsen, Der Diskus von Phaistos. Ein Versuch zur Entziffe­rung. Indog. Forsch. 47, 141, Γ. Ε. Μυλωνά, ο ενεπίγραφος έτερόστομος άμφορεύς τής Έλευσίνος καί ή ελλαδική γραφή. Άρχ. Έφημ. 1936, σ. 61 100, G. Puqliese Carratelli, Γ,ε inscrizioni preelleniche di Haghia Triada in Creta e della Greeia Peninsulare (1945), B. Hrozny’, Kretas und Vorgriechenlands Inschriften, Ge­schichte und Kultur. Ein Entzifferungsversuch. Archiv Orientalny’14 (1943), τοΰ ίδιου, Les inscriptions cretoises II. Archiv Orientalny’ 15 (1946), P. Kretschmer, Die Inschriften von Praisos und die eteokretische Sprache (1946). Περισσότερα: http://www.schizas.com/site3/index.php?option=com_content&view=article&id=57091%3Amakedonia-kai-proellines&catid=32%3Amacedonia-i-elliniki&Itemid=211&lang=el#ixzz3SYk3enXt

 http://master-lista.blogspot.gr

Αφήστε μια απάντηση