وKARYANI PAGGAIOU البلدية والمنطقة: بضعة أجزاء من التاريخ الطويل

بنيت بجانب آخر, المنحدرات الغربية لشروط الرمز, وثيق Paggaio ومصب نهر مركب ستروما, وKaryani أو Karyani, كما هو معلوم في اللغة اليونانية الحديثة, وقرية يسكنها الإغريق, التي فقدت بدايات التاريخ إلى الوراء لقرون.

في منطقة قرية وجدت آثار واضحة لتركيب العصر الحجري القديم, (قبل 10.000 مثل), بما في ذلك الأكروبوليس في قرية القديمة بييرو Fagrita, وتقع على تلة "المدفع", الذي يرتفع فوق ويسار Orphani, لمن يذهب هناك من Galipsos.

في العصر الحجري الحديث (بعد 7.000 مثل) وإلى العصر البرونزي المتأخر, بين 31 المستوطنات المعروفة في مقدونيا الشرقية, (التي تشمل والكهوف تسكنها), وشملت وجود تسوية على تلة من Galipsos القديمة, وهو الساحلي عن طريق EGNATIA, في "Aeidarokastro", ونقطة منخفضة من Akropotamos.

في وقت لاحق من ذلك بكثير, ولكن الكثير من الوقت قبل هوميروس تراقيون, معظم, وفقا ل Strabo, الجنس المعروف في العصور القديمة, حتى وصلت الى أوليمبوس وخالكيذيكي وهرع لمساعدة حصان طروادة في حرب طروادة. ولذلك, عقدوا وكامل بين منطقة نيستوس ومركب ستروما وبالتالي Pangeo, التي كانت حتى ذلك الوقت ملك فيليب الثاني المقدوني’ ونظر في تراقيا.

حول 750 مثل. القبيلتين ثراسيا الهامة, الذين لعبوا دورا مهيمنا في أحداث Paggeo في العصور التاريخية, وHedoni أو Hedoni وبيار, لا يزال يعيش في ديار أجدادهم, وفي أول ما وراء Strymon Mygdonia, (وشمال Paggeo والساحل الشرقي من خالكيذيكي وثاسوس) والثانية عند سفح أوليمبوس, وحتى الآن يدعى بييريا. ولكن بالفعل من القرن الثامن قبل الميلاد 7TH. ثم طرد من الملوك المقدونية الأولى, وبييرو يد من بيرديكا 1, فهي ليست Hedoni أو Hedoni الإسكندر 1 وأجبر على التحرك في المنطقة القريبة من Strymon وتسوية, من ناحية بييرو في جنوب Paggeo يمتد وادي بييريا, الشرق إلى إليفثيروبولي الحالي والجنوب يصل إلى البحر, كانت تسمى منذ ذلك الحين أخذوا اسمهم Pierikos خليج, بينما يخبرنا ثيوسيديدز أنه في وطنهم الجديد سكنت Fagrita مقاطع اخرى, لا Hedoni في وادي السفلي من لمركب ستروما وشمال غرب Paggaio. بعد قبائل ثراسيا أخرى تعيش في وحول Pangeo, قبل فترة طويلة من Hedoni وبيار القادمة. كان Satres, الذين عاشوا على قمم, وOdomantes, بنما, وDersaioi, الذين يعيشون في الشمال وغيرها.

أنا إحداث نقلة تاريخية ويعود إلى العصور القديمة النهائي, أن نشير إلى أن في وقت مبكر من العصر الحجري الحديث والعصر البرونزي, لكن رائد في العصر الحديدي, ثاسوس مرتبطة ثقافيا مع المستوطنات عصور ما قبل التاريخ من الساحل المقابل, مثل تسوية Akropotamos, Galipsos القديمة, من Dikili طاش, من سيتاغروي الخ. في القرون الأخيرة من هذه الفترة وخاصة قبل القرن الثامن قبل الميلاد 7TH, حتى في ثاسوس عاشت قبائل ثراسيا والمستوطنين النخيل, نحن راضون علاقاتهم مع الساحل المقابل وحتى الربع الأول قبل الميلاد 5TH. αιώνα όλοι αυτοί εκμεταλλεύονται μόνοι τους κι ελεύθερα τα μεταλλεία της Σκαπτής Υλης στη περιοχή του Παγγαίου, (أو, κατά νεώτερους ιστορικούς, στην περιοχή των βουνών της Λεκάνης).

في النصف الثاني من القرن الثامن قبل الميلاد 7TH. وبعد استعمار ثاسوس من المارقة, Parians وThassians تظهر بصورة مشتركة على الساحل الآخر من ثاسوس, وجود العين بشكل رئيسي على ثروة من خامات Paggeo, الاستعمارية كله هذا الساحل, الذين يدعون Thasians إبيروس أو بيريا وجدت, حول 650 مثل. نابولي, اليوم كافالا, في حين ببطء - ببطء، خاصة في القرن 4TH. استكمال Thasians الصفقات, أي المستوطنات الساحلية المحصنة -apoikies, مبنية على مواقف تسوية السابقة, أصل التراقي إلى حد كبير. مثل هذه الصفقات, التي وضعت في المدن الحقيقية – وكانت الولايات على الشاطئ من حيث يمر الطريق كافالا الوطنية الحالية - سالونيك, كان Galipsos, أبولونيا وOisymi, ومدينة Pieriki Fagris, في مكان من التل قرية Orphani والمستوطنات أخرى مجهولة الهوية, كان واحدا منها وأعتقد أن Karyani, قريبة جدا من Fagri القديم.

الذهب والفضة ما زالت الأوضاع Paggeo والذين تتراوح أعمارهم من اليونان الكلاسيكية احالة, مثل المغناطيس, الإغريق والبرابرة. الفرس داريوس وزركسيس, الطغاة والمغامرين مثل Aristagoras وHistiaios من ميليتس من M. آسيا, الأثينيون مع كيمون وجنرالات آخرين, ونقية, مؤسس مستعمرة الشهيرة, من أمفيبوليس, فيليب المقدوني وفي نهاية الرومان أنطونيو وأوكتافيوس (في وقت لاحق أغسطس) تجمهروا حوله الجبل وتريد أن تضع في ثروات خرافية أيديهم ر '.

أمفيبوليس, هذه المدينة المجيدة في منطقتنا, جعل تاريخ عظيم وسمعة الرومان على احترام وإعلان مدينة حرة, تركها لتعمل بشكل مستقل, كنيسة البلدية ومؤسساتها, فمن الطبيعي أن تؤثر بشكل مباشر على حياة Karyanis القديمة, التاريخ الذي كان دائما على اتصال وثيق مع تلقاء نفسها.

Λίγο δυτικότερα από την Αμφίπολη, على مسافة 4 χιλιομέτρων από τον Στρυμόνα, βρισκόταν η αποικία των κατοίκων ενός άλλου ελληνικού νησιού, της Άνδρου η Άργιλος, التي حفرها على الجانب الأيسر من القديم, الطريق السريع كافالا - سالونيك, بعد Kerdyllia, بواسطة الكندي, مدرسة الأثرية. Η Άνδρος είχε στην περιοχή της Χαλκιδικής κι άλλες τρεις αποικίες, την Σάνη, την Άκανθο και τα Στάγειρα, πατρίδα του Αριστοτέλη.

في ذلك الوقت، وعلاوة على ذلك، أنشئت فوق المستعمرات اليونانية, قريبة جدا من ثلاثة الرئيسية Karyani الصفقات ثاسوس, أبولونيا, (الذي كان هناك نحو كان ذلك لاحقا Arvanitohori), Galipsos (المناطق الساحلية موقع Aeidarokastro Akropotamos منطقة ريفية) وبخاصة Fagris, που ανασκάπτεται στο λόφο Κανόνι του Ορφανίου, αποτελούσαν τον άμεσο περίγυρο της Καρυανής και, طبعًا, είχαν μαζί της κοινή πορεία στην ιστορία.

Οι λόγοι που ώθησαν ολόκληρους λαούς, وكانت دول المدن وآلاف من المغامرين N 'تكافح من أجل الحصول على الأقدام في منطقتنا ثراء هذه المنطقة, مع تي "المنتجات الزراعية في السهول الخصبة, سيريس وفيلبي, تروي بنهري ستريمون أجيتيس, كروم العنب الشهيرة, الذي أنتج شهرة في العصور القديمة vivlino النبيذ, مع ر 'الغابات الشاسعة, وفرت الأخشاب لبناء السفن الشهيرة, που την αξία της πρώτος διαπιστώνει ο Πέρσης στρατηγός Μεγάβαζος, του οποίου τα λόγια προς τον Πέρση Βασιλέα διέσωσε ο Ηρόδοτος ((ﻫ), 23): Ω βασιλεύ, τί έκανες, που έδωσες το δικαίωμα σέναν ικανώτατο και σοφό Ελληνα, (εννοεί τον τύραννο της Μιλήτου Iστιαίο), να κτίσει την Μύρκινο, όπου υπάρχει άφθονη ναυπηγήσιμη ξυλεία, ξύλα για κουπιά κι ασήμι!..”, την πλούσια πανίδα της ξηράς, البحر والنهر مركب ستروما, (التي من بين أمور أخرى صيد الثعابين, قبل عملية يعكر المياه) وخصوصا مع المعادن الثمينة من باطن الأرض.

إذا كان في تلك المذكورة, προσθέσουμε κι ότι ελάχιστα χιλιόμετρα βορειότερα από την ακρόπολη της Καρυανής διερχόταν στην αρχαιότητα μια από τις σημαντικότερες οδούς των Βαλκανίων, η αρχαία ή κάτω οδός, που ένωνε τις πόλεις της Ελλάδος από τη μια με το Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική κι από την άλλη με την ενδοχώρα της Θράκης και το Βυζάντιο, μια οδός που υπήρχε από την πρώιμη ήδη αρχαιότητα, που την είχαν χρησιμοποιήσει οι Παίονες, οι Βισάλτες, ο μυθικός βασιλιάς των Ηδωνών Θρακών του Παγγαίου Ρήσος, αλλά και πάμπολλα στρατεύματα, όπως αυτό του Μεγάβαζου κατά την εκστρατεία του κατά των Σιρριοπαιόνων και του Ξέρξη κατά την εκστρατεία του κατά των πόλεων της Ελλάδος, ووفقا هيرودوت, αλλά κι αναρίθμητοι ταξιδιώτες, που μετέφεραν εμπορεύματα και ιδέες, (4) αντιλαμβανόμαστε το ιστορικό, γεωγραφικό και κύρια οικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πρέπει να δούμε ενταγμένη την αρχαία Καρυανή και ν’ αρχίσουμε να μιλάμε ειδικότερα γι’ αυτήν, بدءا من لغة من اسم.

إصدار واحد سمات اسم لبعض (تفتقر) مدينة كاريا, التي بنيت في مكان ما بالقرب من هنا, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή ιστορική ή αρχαιολογική αναφορά για την ύπαρξή της, μια άλλη στα πουλιά κάργιες, ενώ ο καθηγητής κ. Αθ. Καραθανάσης, στο βιβλίο του «Ο κόλπος του Ορφανού και η περιοχή του», μας πληροφορεί ότι σε ορισμένα λόγια κείμενα του 19th αιώνα το χωριό εμφανίζεται ως Καραγιάννη και μας αναφέρει πως η τοπική παράδοση υποστηρίζει ότι το όνομα μπορεί να σχετίζεται με κάποιον συνώνυμο κτηματία της περιοχής. Εκείνο όμως που αγνοούν οι πιο πάνω εκδοχές είναι ότι το όνομα της Καρυανής φαίνεται σε χρυσόβουλα βυζαντινών αυτοκρατόρων κι έγγραφα των Αγιορείτικων Μοναστηριών ήδη από το έτος 1081 م. και μάλιστα γραμμένο με ύψιλον, όπως ακριβώς σήμερα, πράγμα που σημαίνει ότι είναι πολύ παλιότερο από τις σύγχρονες αυτές ερμηνείες του, από τις οποίες αυτή του κτηματία Καραγιάννη αποτελεί, ويبدو أن, προσπάθεια κάποιων λόγιων Ελλήνων, να εξηγήσουν ένα δυσερμήνευτο ελληνικό όνομα, αγνοώντας όμως τις ιστορικές πηγές. Τι πιστεύω λοιπόν εγώ; Ότι το όνομα του χωριού προήλθε από την ελληνική έξη κάρυον (καρύδι), που έδωσε τ’ όνομά της και στις Καρυές του Αγίου Όρους, που βρίσκονται απέναντι. فلماذا كل هذه الإصدارات لا يصدق وليس أصل ellinikotatis Karyanis من الكاري الجذر- وتتويجا اليوناني القديم من العديد من المدن القديمة -one (مثل. aiani); 1.

Η αποδεδειγμένη και όχι απλά υποθετική εμφάνιση της Καρυανής στην ελληνική ιστορία ξεκινάει από πολύ νωρίς.

Στα βόρεια του παλιού χωριού υπάρχουν ίχνη από αρχαία ακρόπολη με χαμηλό περιτείχισμα, ενώ στ’ ανατολικά υπάρχουν αρχαία και βυζαντινά ερείπια κτισμάτων.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Nancy της Γαλλίας Paul Perdrizet, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε, فعلا من 1894 δημοσίευσε ένα επιστημονικό άρθρο του με τίτλο ταξίδι στην Μακεδονία Πρώτη, (εννοώντας το πρώτο από τα τέσσερα κομμάτια της Μακεδονίας, στα οποία είχαν διαιρέσει διοικητικά οι ρωμαίοι την Μακεδονία), ένα κεφάλαιο στο οποίο, جملة أمور, αναφερόταν και στις αρχαίες επιγραφές που είδε ο ίδιος στην παλιά Καρυανή. Ο επιστήμονας, αφού πρώτα ανέφερε ότι η Καρυανή ήταν ένα ελληνικό χωριό, κτισμένο σε μια ορεινή περιοχή, من خلالها المياه من وادي بييريا شكلت العبور للبحر, ثم قال إن هذه القرية طوقت البقايا القديمة, قادم, (وفقا له) από μια αρχαία πόλη που βρισκόταν πιο κοντά στη θάλασσα και πιο ανατολικά και την οποία άλλοι μεν ταύτιζαν με την αρχαία Απολλωνία, ο ίδιος όμως την ταύτιζε με τη Γαληψό, (κι εδώ εννοούσε την αρχαία Γαληψό, που ταυτίστηκε ήδη με το λόφο του Αειδαροκάστρου, που δεσπόζει πάνω από την παραλιακή οδό). Μια πιο προσεκτική, βέβαια παρατήρηση του χώρου δείχνει ότι ο καθηγητής δεν είχε δίκιο όταν έλεγε ότι τα αρχαία κατάλοιπα της Καρυανής προέρχονταν από τη Γαληψό, γιατί σήμερα γνωρίζουμε ότι γύρω και μέσα στην παλιά Καρυανή υπήρχαν αρχαίες οικιστικές εγκαταστάσεις. Εκείνο όμως που έχει σημασία, είναι τι είδε στην παλιά Καρυανή ο καθηγητής, όταν πέρασε από εκεί πριν το έτος 1894:

Στην οικία κάποιου Χρήστου, γιου του Βασίλη, κοντά στο σχολείο, είδε μια επιγραφή του τέλους του 5th αιώνα ή των αρχών του 4th مثل. القرن, γραμμένη πάνω σε λευκό μάρμαρο. Το τμήμα της που μπορούσε να διαβαστεί έγραφε ΔΙΟΣ ΕΡΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΟ ΚΑΙ ΔΙΟΣ ΚΤΗΣΙΟ, με γράμματα ελληνικά, της ιωνικής διαλέκτου. Ο Ζεύς κτήσιος ήταν ο θεός που προστάτευε κι αύξαινε τα αγαθά, τα προϊόντα και τα γεννήματα του σπιτιού. Την εικόνα του τοποθετούσαν οι αρχαίοι, σύμφωνα με τον Αρποκρατίωνα και τον Αθήναιο, μέσα στα κελάρια τους, ενώ μια επιγραφή από την Καρία της Μ. Ασίας τον κατέτασσε ανάμεσα στους σπιτικούς θεούς, (ενοικίδιοι θεοί), μαζί με τη θεά Τύχη, που κάνει τις δουλειές να πηγαίνουν καλά και τον Ασκληπιό, που προστατεύει από τις ασθένειες.

Ο Ζεύς έρκειος ήταν ο θεός που προστάτευε το έρκος, δηλαδή την εστία, τη φωτιά, το κέντρο του σπιτιού, όπου η οικογένεια, στην απώτερη αρχαιότητα, πρόσφερε λατρείες στους προγόνους. Ο έρκειος Ζευς είχε το βωμό του στο κέντρο της αυλής των ανακτόρων των μυθολογικών Ελλήνων βασιλιάδων. Όταν έπεσε η Τροία, στο βωμό του ερκείου Διός προσέφυγε ο Πρίαμος για προστασία και πάνω σ’ αυτόν το βωμό τον φόνευσε ο Νεοπτόλεμος ο οποίος, επειδή έκανε ένα τέτοιο ανοσιούργημα, έπρεπε, σύμφωνα με την Πυθία των Δελφών, να πεθάνει πάνω στον ίδιο το βωμό του Απόλλωνα των Δελφών, όπως κι έγινε!

لذا, ο έρκειος Ζεύς ήταν ο προστάτης της οικογένειας και της οικιακής θρησκείας, ενώ οι αρχαίοι τον θεωρούσαν και προστάτη ολόκληρης της γενιάς κι όχι μόνο αυτής καθαυτής της οικογένειας. ونحن نعرف, علاوة على ذلك, ότι αυτό το όνομα στο Δία το έδιναν οι Ίωνες, πράγμα που σημαίνει ότι Ίωνες ήταν αυτοί που κατοικούσαν στην Καρυανή στα τέλη του 5th και στις αρχές του 4th قرن قبل الميلاد.

Ο καθηγητής στη συνέχεια είδε στο χωριό μια σειρά από επιτύμβιες στήλες, (νεκρικές επιγραφές) και συγκεκριμένα τις εξής:

Στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, στη βάση της Αγίας Τραπέζης, μια επιτύμβια στήλη που διέσωζε το όνομα κάποιου ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΥ και του πατέρα του, ΘΗΡΩΝΟΣ.

Εντοιχισμένη αρκετά ψηλά στον τοίχο του σχολείου, είδε μια επιτύμβια στήλη της ελληνιστικής εποχής, σε ωραία, ελληνική γραφή. (Η ζωή, حسنا, συνεχίζεται στην Καρυανή και στον 3أن و 2أن قرن قبل الميلاد). Η επιγραφή είναι γραμμένη πάνω σε αναθηματική στήλη, που απεικονίζει καλλωπισμό γυναίκας. Πρόκειται για την ΑΡΙΣΤΟΚΛΕΙΑ, τη θυγατέρα του ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ.

Στην οικία του Χρήστου Παπαναστάση σωζόταν το πάνω τμήμα από μια όμορφη στήλη με διακοσμητικά φύλλα και ρόδακες, στην οποία σώζονταν μόνο τα γράμματα ΜΕΝ Η

Στην ίδια οικία υπήρχε άλλο ένα θραύσμα επιγραφής, διακοσμημένης με ρόδακες, με το όνομα κάποιου ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ, ενώ κάτω απ’ αυτό το όνομα υπήρχε άλλο ένα, σβησμένο.

Στην ίδια πάντοτε οικία, μια μικρή στήλη με σχήμα καμπυλωτό, στο εμπρόσθιο μέρος της οποίας υπήρχε η επιγραφή ΝΙΚΟΒΟΥΛΗ ΦΙΛΙΣΚΟΥ ΗΡΩΙΣΣΑ.

Στην ίδια, نهاية, οικία υπήρχε μια τετράγωνη στήλη, στο πάνω μέρος της οποίας, μέσα σ’ ένα βαθουλωτό τετράγωνο υπήρχε ένα δένδρο, τον κορμό του οποίου αγκάλιαζε ένα φίδι, κάτω από το δένδρο υπήρχε ένας βωμός. Γνωρίζουμε αυτό το μοτίβο από τα επιτύμβια ανάγλυφα που αφιέρωναν οι Θράκες του Παγγαίου (وليس فقط) στον θράκα Ήρωα ιππέα, ένα θεό του οποίου ένα ιερό ανασκάφηκε πριν χρόνια κοντά στα Κηπιά της Ελευθερούπολης, μόνο που σ’ εκείνα τ’ ανάγλυφα απεικονίζεται και ο ίδιος ο Ήρωας. Στην στήλη στην οποία αναφερόμαστε υπήρχε επιγραφή που έγραφε ΗΓΙΣΙΠΟΛΙΣ – ΠΟΛΕΜΑΡΧΙΔΟΥ – ΑΔΥΜΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΟΥ – ΕΠΙΚΡΑΤΗΣ ΠΟΛΕΜΑΡΧΙΔΟΥ.

Στον τοίχο, علاوة على ذلك, του νεκροταφείου που υπήρχε γύρω από την εκκλησία του Αγίου Αθανασίου βρισκόταν εντοιχισμένη μια ακόμη, λατινική αυτή τη φορά επιγραφή, που αποδεικνύει τη συνέχεια της κατοίκησης της παλιάς Καρυανής και στη διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης. 1.

Στην τοποθεσία «Πιθάρι», ένα χιλιόμετρο ανατολικά από το λόφο όπου βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Γαληψού, υπάρχουν ευρήματα ενός αρχαίου οικισμού από την πρώιμη εποχή του σιδήρου. Μέρος του οικισμού κατέστρεψε η διάνοιξη της παραλιακής εθνικής οδού, μια και ο οικισμός εκτεινόταν βόρεια της εν λόγω οδού, όπου είχαν βρεθεί και τάφοι του 6th مثل. القرن. Μια χάλκινη πόρπη που βρέθηκε ανάμεσα στα μπάζα της περιοχής το 1974, πρέπει να προήλθε από τάφο της πρώιμης εποχής του σιδήρου, που σχετιζόταν μ’ αυτό τον οικισμό. كما 1974, κατά τη διάνοιξη της εθνικής οδού, είχαν βρεθεί και τέσσερις τάφοι της αρχαϊκής εποχής, που προέρχονταν από κάποιο ιερό της Δήμητρας, το οποίο διέσχισε η εν λόγω καταστροφική οδός. Ορισμένες πλίνθοι από πωρόλιθο και μάρμαρο, καθώς και κομμάτια από σπασμένα αττικά αγγεία του 6th قرن قبل الميلاد. σχετίζονται με το ιερό αυτό. (2 و 3)

Στην περιοχή «Παλιόκαστρο» αποκαλύφθηκαν αρχαίοι τάφοι, επιτύμβια στήλη και μυκηναϊκά όστρακα. Ειδικά η παρουσία της μυκηναϊκής κεραμικής σε μια περιοχή τόσο μακρινή από τα μυκηναϊκά κέντρα της νότιας και κεντρικής Ελλάδας, δείχνει την ζωηρή εμπορική σχέση της περιοχής με τα κέντρα αυτά 3.

Στη θέση Πύργος της Καρυανής ανακαλύφτηκαν δύο τάφοι της υστερορρωμαϊκής εποχής. Ο πύργος κτίστηκε στην ύστερη βυζαντινή περίοδο και θα μιλήσουμε γι’ αυτόν και στη συνέχεια, όπως κι ο άλλος πύργος, της Απολλωνίας, λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα. 3.

Στη ρωμαϊκή περίοδο η παλιά Καρυανή, التي, όπως είδαμε από τα τυχαία αρχαιολογικά ευρήματα, (πόσο μάλλον αν διενεργηθεί και κάποια συστηματική έρευνα και ανασκαφή), υπήρχε οπωσδήποτε ως ένας μικρός οικισμός ενταγμένος, όπως όλη η ανατολική Μακεδονία, στην πρώτη από τις τέσσερις μερίδες της Μακεδονίας, στην ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΡΩΤΗ, όπως έγραφαν τα νομίσματα που εκδίδονταν στην Αμφίπολη, η οποία έγινε πρωτεύουσα της Μερίδας. Η οικονομική ανάπτυξη της περιοχής ήταν μεγάλη και σ’ αυτή την περίοδο, ενώ οι Θάσιοι εξακολουθούσαν, ακόμη και στη ρωμαϊκή εποχή, να διατηρούν υπό στοιχειώδη έλεγχο το ανατολικά της Νεαπόλεως (Καβάλας) εκτεινόμενο τμήμα της Ηπείρου ή Περαίας τους, γνωρίζουμε δε και ότι από τα Εμπόρια των Θασίων ο Φάγρης (που τον αναφέρει ο Στράβων) και η Απολλωνία (που την αναφέρουν ο Στράβων, ο Πλίνιος και ο Πομπώνιος Μέλα), επιβίωσαν και στη ρωμαϊκή εποχή. وإلى جانب ذلك, η ανευρεθείσα επιστολή του Ουεινιλούειου Παταίκειου, που μνημονεύει την υποχρέωση των Θασίων να συντηρούν το ανήκον στον τομέα ευθύνης τους τμήμα της Εγνατίας Οδού, δείχνει ότι οι Θάσιοι κατείχαν, πράγματι και στη ρωμαϊκή περίοδο τμήμα της παλιάς Περαίας τους, χωρίς όμως να γνωρίζουμε το είδος της κυριαρχίας που ασκούσαν επ’ αυτής, بعض الوقت, οπωσδήποτε αυτή η Περαία ήταν πια ιδιαίτερα συμπιεσμένη από τη ρωμαϊκή αποικία των Φιλίππων, με την οποία οι Θάσιοι είχαν πάντοτε συνοριακές διαφορές. (7)

Το συμπέρασμά μας είναι ότι η ρωμαϊκή κατάκτηση δεν κατάφερε σοβαρό πλήγμα στην αστική οργάνωση της παραλιακής ζώνης της Αιγαιακής Θράκης κι έτσι εξηγείται και η παρουσία, στην ίδια την παλιά Καρυανή και την γύρω περιοχή της, υπολειμμάτων από τη ζωή της σ’ εκείνη ακριβώς τη περίοδο. Όπως όμως βλέπουμε πια στις επιγραφές και τις επιτύμβιες στήλες, στους εξελληνισμένους Θράκες και στους Έλληνες που ζούσαν στην περιοχή κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, προστέθηκε ένα καινούργιο εθνικό στοιχείο, το ρωμαϊκό, σ’ αυτήν όμως την περιοχή που μας ενδιαφέρει αυτό το στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν οργανωμένο σε οικιστικές περιοχές, παρά μάλλον σε αγροτικές εγκαταστάσεις, (αγροικίες), που τέτοιες άφθονες ανασκάπτονται τα τελευταία χρόνια στη γύρω περιοχή. Εκείνο όμως που είναι χαρακτηριστικό και δείχνει τη μεγάλη πολιτισμική υπεροχή των Ελλήνων και εξελληνισμένων θρακών της περιοχής, είναι το γεγονός ότι προς το τέλος της ρωμαϊκής εποχής οι κατακτητές ρωμαίοι είχαν πια εξελληνισθεί, μια και οι επιγραφές κι επιτύμβιες στήλες τους είναι και πάλι γραμμένες σ’ ελληνική γλώσσα! (5)

Στη γειτονική Γαληψό αποδόθηκαν κατά καιρούς κάποια ευρήματα από την παλιά Καρυανή. Αναφερόμενοι στη ρωμαϊκή περίοδο, επισημαίνουμε τα εξής ανάγλυφα που δημοσίευσε ο Έφορος Αρχαιοτήτων Καβάλας Γεώργιος Μπακαλάκης, μαζί με τον Γ.Ε. Μυλωνά, σε άρθρο τους με τίτλο «Γαληψός, Θασίων εμπόριον», (6) ως ευρεθέντα μεν στην παλιά Καρυανή, πλην δήθεν προελθόντα από τη Γαληψό, πράγμα που όμως δεν δεχόμαστε, για τους λόγους που ήδη εκθέσαμε, θεωρώντας ότι μάλλον αυτά ανήκαν στην ίδια την αρχαία και στη συνέχεια ρωμαϊκή Καρυανή:

Στην οικία του Ελευθερίου Κ. Καρδαμυλιώτη βρέθηκε ένα επιτύμβιο ανάγλυφο με το γνωστό θέμα των νεκρικών δείπνων, που χρονολογήθηκε στους τελευταίους ρωμαϊκούς χρόνους. Το ανάγλυφο είναι χωρισμένο με ταινία σε δύο τμήματα. Στο κύριο τμήμα υπάρχουν τέσσερις μορφές, ανδρικές και γυναικείες εναλλασσόμενες. Οι γυναίκες μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, όχι όμως και οι άνδρες του αναγλύφου, μια κι ο ένας τους είναι νέος, حليق نظيفة, με χιτώνα και ιμάτιο, ενώ ο άλλος είναι ηλικιωμένος. Στο άλλο τμήμα του αναγλύφου υπάρχει το νεκρικό τραπέζι με τρία πόδια, πάνω στο οποίο υπάρχουν καρποί, ενώ γύρω από το τραπέζι έχουμε ένα νεαρό δούλο και μια νεαρή δούλη.

Στην Καρυανή επίσης και στην οικία του Ιωάννη Κατρίτη, σύμφωνα με τους ανωτέρω αρχαιολόγους, βρέθηκε και τμήμα μαρμάρινης λεκάνης, που μπορεί ν’ αναχθεί στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους και φέρει πάνω της την επιγραφή «ΜΕΜΝΗΣΘΑΙ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΠΡΟΣΕΝΕΓΚΑΝΤΟΣ». (6)

Στη βυζαντινή περίοδο η Καρυανή είναι βέβαιο ότι αποτελεί οικισμό κατοικούμενο από Έλληνες, χαρακτήρα που διατηρεί μέχρι και το τέλος της Οθωμανικής κατάκτησης, με υπερέχοντα πληθυσμιακό στοιχείο το Ελληνικό, كما سنرى أدناه.

هناك, κατ’ αρχάς, μια αναφορά ότι στα 1185, κοντά στην Καρυανή οι βυζαντινοί κατατροπώνουν τους Νορμανδούς» (2 و 20), ενώ γνωρίζουμε ότι αυτοί οι τελευταίοι ταλαιπώρησαν ιδιαίτερα την περιοχή, όπως λίγο αργότερα (1196) έκανε κι ο Βούλγαρος τσάρος Ασάν, με τις επιδρομές του. (16).

Στη μεταγενέστερη βυζαντινή περίοδο η αυτοκρατορία ήταν χωρισμένη σε μεγάλες διοικητικές περιφέρειες, τα θέματα, التي, στους τελευταίους αιώνες της βυζαντινής κυριαρχίας είναι χωρισμένα σε μικρότερα τμήματα, τα κατεπανίκια, (από το όνομα του άρχοντα αυτών, που λεγόταν «κατ’ επάνω»). Η Καρυανή λοιπόν ανήκε στο Θέμα Σερρών και Στρυμόνος, που ιδρύθηκε μεταξύ 809-899 και στους τελευταίους βυζαντινούς αιώνες (بعد 1261) ανήκε σε μια μικρότερη διοικητική υποδιαίρεση, το κατεπανίκιον της Ποπολίας ή Λυκοσχίσματος.

Ένα σημαντικό μνημείο που σχετίζεται με την Καρυανή αυτή την περίοδο των ύστερων βυζαντινών χρόνων είναι ο «Πύργος της Κάριανης» (και μάλιστα το Κάριανης με γιώτα), που περιγράφεται σε άρθρο του A. Dunn με τίτλο «Byzantine topography at southeastern Macedonia», που δημοσιεύτηκε στον τόμο Μνήμη Λαζαρίδη. Πόλις και Χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη. (7). Ο συγγραφέας, επιφανής βυζαντινολόγος, αναφέρεται προφανώς στον Πύργο της Απολλωνίας, για να πει όμως ότι η κοντινότερη προς αυτόν βυζαντινή εγκατάσταση είναι η Κάριανη (με γιώτα), που την ονομάζει ο ίδιος και παλιά Καρυανή. Είναι επίσης σημαντικό ότι ο συγγραφέας αναφέρεται σ’ ένα ελληνικό ναυτικό εγχειρίδιο του 16th القرن, στο οποίο ο πύργος της Απολλωνίας αποκαλείται πύργος της Κάριανης.

Πέραν όμως των ανωτέρω, εκείνο που δεν γνώριζε ο συγγραφέας είναι το ότι υπήρχε κι άλλος ένας πύργος, νότια του σημερινού χωριού Καρυανή, κάτω από την παραλιακή εθνική οδό, του οποίου ίχνη υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ο πύργος αυτός ερευνήθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Καβάλας το έτος 1966, οπότε χαρακτηρίσθηκε ως βυζαντινός από την αρχαιολόγο κ. Χάϊδω Κουκούλη – Χρυσανθάκη. (12).

Ο καθηγητής Γ.Κ. Παπάζογλου, علاوة على ذلك, στο βιβλίο του «Μεταφρασμένα τούρκικα έγγραφα του μετοχίου «Ορφάνη» της μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους (1535-1733), كافالا 1987, θεωρεί ότι αυτός ο δεύτερος πύργος της παραλίας της Καρυανής είναι ο πύργος του προαναφερθέντος μετοχίου του Αγίου Ιωάννη της ιεράς Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους. (13)

Μια σημαντική πηγή πληροφοριών για τους οικισμούς και την μορφολογία του Συμβόλου όρους στους τέσσερις τελευταίους αιώνες της βυζαντινής περιόδου είναι τα έγγραφα των Μοναστηριών του Αγίου Όρους, που κατείχαν μεγάλα μοναστηριακά κτήματα πάνω και γύρω από το όρος αυτό, με τους κατοίκους να έχουν τον χαρακτήρα δουλοπαροίκων:

Δύο σημαντικά έγγραφα που ανάγονται στο έτος 1081 م. είναι αφενός μεν ένα υποσχετικό, με το οποίο οι μοναχοί της Κοσμιδείου Μονής της Κωνσταντινουπόλεως εγγυούνταν στους μοναχούς της Μονής των Αμαλφιτανών του Αγίου Όρους την κατοχή ενός κτήματος στη περιοχή Πλάτανος των αυτοκρατορικών κτημάτων του Πριναρίου (Συμβόλου) όρους, το οποίο τους είχαν παλιότερα πωλήσει, αφετέρου δε ένα αυτοκρατορικό χρυσόβουλο του Αλεξίου 1th Κομνηνού, που επικύρωνε αυτή την κατοχή.

Αυτό το κτήμα λοιπόν, που οι μοναχοί της Κοσμιδείου Μονής της Κωνσταντινούπολης πώλησαν στους μοναχούς της Μονής των Αμαλφιτανών της χερσονήσου του Άθω, «άρχεται από του συνόρου του Πλατάνου (μήπως εννοεί τον Πλατανότοπο;) ένθα και στήλη ίσταται μαρμάρινος, απέρχεται επ’ ανατολάς…… αποδίδωσι (وينتهي) εις την τούμβαν την επιλεγομένην Ραχώνην, τρέπεται μικρόν προς μεσημβρίαν αριστερά τα δίκαια του Τρεασίου δεξιά τα δίκαια της Βολοβίσδης, (πρόκειται για οικισμούς της περιοχής Ελευθερών – Ελαιοχωρίου), περρά τα λαγγάδια και ακουμβίζει εις τον κατέναντι ράχωνα, κλίνει προς μεσημβρίαν κρατών διόλου τον μεσημβρινόν αέρα ….. περρά τον ποταμόν (εννοεί τον Μαρμαρά) εις το υψηλόν βουνόν, είτα στρέφεται επί δυσμάς κρατών διόλου τον αιγιαλόν και τον δυτικόν αέρα, … είτα στρέφεται επί μεσημβρίαν κρατών τον αυτόν αέρα διόλου κρατών τα μεσονήσια, τα ίσα του μονολίθου, αριστερά τα δίκαια Δοβροβίκειας (Φτέρης) δεξιά δε τα δίκαια Ράμνου και ακουμβίζει εις τον αιγιαλόν εις την μονόλιθον πέτραν, (εννοεί τον βράχο μπροστά στον Πύργο της Απολλωνίας), είτα στρέφεται επί δυσμάς κρατών διόλου τον αιγιαλόν και τον δυτικόν αέρα, είτα στρέφεται επί άρκτον κρατών διόλου τον αρκτικόν αέρα, είτα ανέρχεται εις τον αυχένα και κρατών την ράχην ακουμβίζει εις το μνημείον εν ω ίσταται δρυς, κατέρχεται τα ίσα και εισέρχεται εις τον ξηροπόταμον τον κατερχόμενο από της Καρυάνης, κρατών διόλου τον ξηροπόταμον εών αριστερά τα δίκαια του Πριναρίου δεξιά δε τα δίκαια Αειδαροκάστρου, διέρχεται πλησίον της Καρυάνης και τα πρόποδα του αυτού βουνού και ακουμβίζει άνω της τούμβης όπου εστί και ναός του Σωτήρος Χριστού, είτα κατέρχεται επί ανατολάς και ενούται των ξηροποτάμω τω καταρρέοντι από της Βομπλίανης κλπ. Βλέπετε λοιπόν την Καρυάνη και την Βομπλίανη να υπάρχουν σαν οικισμοί ήδη το έτος 1081 και να συνορεύουν μ’ ένα τεράστιο μοναστηριακό κτήμα, στην περιγραφή του οποίου αναγνωρίζουμε τόσα και τόσα τοπωνύμια, που υπάρχουν μέχρι και σήμερα! Στο ίδιο κείμενο εξ άλλου γίνεται αναφορά σε δύο προηγούμενα χρυσόβουλα, των αυτοκρατόρων Ισαάκιου 1th Κομνηνού και Νικηφόρου Βοτανειάτη, βάσει των οποίων είχε επικυρωθεί και πάλι η αγορά του μοναστηριακού κτήματος. Εδώ πρέπει επίσης να σημειώσουμε την ύπαρξη, εδώ και χίλια χρόνια, κοντά στην παλιά Καρυανή, Ναού του Σωτήρος Χριστού.

Την ίδια ιδιοκτησία των Αμαλφιτανών μοναχών, που είχε φορολογική ατέλεια και περιλάμβανε και αγρότες με τις οικογένειές τους, συνδεόμενους με το μοναστήρι με μια μορφή ατελούς παροικίας, επικύρωσε αργότερα ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος 2ND, σε χρυσόβουλό του, السنة 1298, όπου η ιδιοκτησία αυτή αναφέρεται ως «μετόχιον του Αμαλφηνού μετά του ζευγηλατείου αυτού του διακειμένου περί το Λυκόσχισμα εν τη τοποθεσία τη ούτω πως λεγομένη του Αειδαροκάστρου…» (8) Είναι σαφές ότι πλέον στη Μονή Μεγίστης Λαύρας ανήκε πια το μεγάλο κτήμα που περιγράψαμε, μαζί όμως μ’ ένα γειτονικό κτήμα, αυτό του «Αειδαροκάστρου, της περιοχής του Λυκοσχίσματος», στο οποίο στα 1317 εργάζονται 27 οικογένειες, (14 παροίκων και 13 ελεύθερων γεωργών), που στα 1321 γίνονται 38 أو 39 οικογένειες.

Την ίδια εκείνη εποχή, (αρχές και μέσα του 14th القرن), η Μονή των Ιβήρων του Αγίου Όρους έχει στην ανατολική πλευρά του Θερμοποτάμου, του σημερινού Μαρμαρά, ένα δικό της μεγάλο κτήμα, που συνόρευε με τα κτήματα της Δοβροβίκειας, ήτοι του μεταγενέστερου χωριού Φτέρη κι εκτεινόταν από τον βράχο που βρίσκεται κάτω από τον Πύργο της Απολλωνίας και ανατολικά. (χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ιωάννη Καντακουζηνού, έτους 1351).

في 1394 χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου επικυρώνει την κυριότητα ενός κτήματος της Μονής Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, πάλι στο Σύμβολο όρος, που βρισκόταν «κατά το Λυκόσχισμα χωρίον ή Βομπλιανή» και εκτεινόταν «από τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο μέχρι τον Θερμοπόταμο». (9).

Στους αιώνες της βυζαντινής κυριαρχίας ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο της ιστορίας της περιοχής ήταν η εγκατάσταση, στην περιοχή του Στρυμόνα, αρχικά ως επιδρομέων και ληστών και πολλούς αιώνες αργότερα, μετά τον εκχριστιανισμό τους, ως μισθοφόρων πολλών βυζαντινών αυτοκρατόρων, των λεγόμενων Στρυμονιτών Σλάβων, ήτοι Σλάβων εγκατεστημένων μόνιμα με τις οικογένειές τους, οι οποίοι αναμείχθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό και μετά από αιώνες βλέπουμε στους ονομαστικούς καταλόγους των κατοίκων των χωριών και των μοναστηριακών κτημάτων της περιοχής, κύρια δε της Δοβροβίκειας, (που έχει προφανώς σλαβικό όνομα κι είναι η μεταγενέστερη Φτέρη) και του Οβελού (που είναι το μεταγενέστερο Σαρλή – Κοκκινοχώρι) πολλά σλαβικά ονόματα μελών οικογενειών, των οποίων τα υπόλοιπα μέλη έφεραν ελληνικά ονόματα.

Από πολλά χρόνια πριν, علاوة على ذلك, έχουν αρχίσει οι βαρβαρικές επιδρομές, αρχικά των Βουλγάρων, επί σειρά αιώνων και αργότερα των Τούρκων, εξ αιτίας των οποίων πολλές φορές τα μεγάλα μοναστηριακά κτήματα ερημώνονται. Ιδιαίτερα όταν άρχισε ο τουρκικός επεκτατισμός, η περιοχή ερημώνεται και καταληστεύεται επανειλημμένα, με αποτέλεσμα η παλιά, μεγάλη ευμάρειά του να μετατραπεί σε απέραντη ερήμωση και φτώχεια. لذا, مثل, عندما, في 1342, ο Ιωάννης Καντακουζηνός συμμάχησε με τον Οθωμανό σουλτάνο Ορχάν και του έδωσε μάλιστα για σύζυγο τη θυγατέρα του, ο δυνάστης του Αίδινίου Ουμούρ μπέης ήλθε προς βοήθειά του με στόλο και μαχητές. ثم, (1337 و 1340) ο πιο πάνω ληστρικός στόλος επέδραμε στην περιοχή του Στρυμόνα και την πρώτη μεν φορά αποκρούστηκε, τη δεύτερη όμως καταλήστεψε τα χωριά και τα κτήματα των Μοναστηριών του Αγίου Όρους. Ασφαλώς αυτή την τύχη είχε τότε και η Καρυανή, μια και τότε καταστράφηκε, μεταξύ άλλων και το Ιβηρίτικο μετόχι του Οβελού (Κοκκινοχωρίου), με την εκκλησία του Γεννεσίου της Θεοτόκου που υπήρχε εντός του. (10).

في 1282-1321 ανήλθε στο θρόνο της Σερβίας ο Στέφανος Μιλιούτιν, ο οποίος κατέκτησε την περιοχή των Σερρών και της Χρυσουπόλεως (Τούζλας), καθώς και το λιμάνι του Ορφανού. Αφότου, ثم, ο Στέφανος Δουσάν ανέβηκε, في 1331 στον ίδιο θρόνο, κατέκτησε μεγάλα τμήματα της Μακεδονίας κι αυτοανακηρύχθηκε βασιλεύς και αυτοκράτωρ Σερβίας και Ρωμανίας, το κράτος του όμως υπήρξε εφήμερο, αφού οι μεν βυζαντινοί άρχοντες, αδελφοί μέγας στρατοπεδάρχης Αλέξιος και μέγας πριμικίριος Ιωάννης, κατέλαβαν όλα τα παράλια, από την Καβάλα μέχρι τις εκβολές του Στρυμόνα, αφήνοντας τους Σέρβους αποκλεισμένους στο εσωτερικό.

Ήδη όμως είχαν πυκνώσει κι οι επιδρομές των Οθωμανών κι απειλούσαν την Μακεδονία, αφότου ιδιαίτερα αυτοί, في 1361, κατέλαβαν την Ανδριανούπολη και την έκαναν πρωτεύουσα του κράτους τους, με αποκορύφωμα το χρονικό διάστημα 1383-1387, οπότε, έχοντας ως επικεφαλής τον Γαζή Εβρενός μπέη και τον Λάλα Σαχίν, κατέκτησαν και ολόκληρη την περιοχή μας, τις Σέρρες, την Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη, κατέστρεψαν τα κάστρα της Καβάλας και της Χρυσούπολης (Τούζλας) κι άρχισαν να εγκαθιστούν πολυάριθμους Τουρκομάνους έποικους από τη Μικρά Ασία, κύρια Γιουρούκους και Κονιάριδες.

Στα μέσα του 16th αιώνα η περιοχή είχε υπαχθεί διοικητικά στην περιφέρεια (ορτά) Πουρνάρ νταγή και τότε παρατηρήθηκε η κάθοδος στην περιοχή Βουλγάρων εργατών και αγροτών, που έρχονταν για να δουλέψουν στην υπηρεσία των Οθωμανών κατακτητών. (21)

Από τα μέσα του 16th αιώνα και μετά, έμποροι έρχονταν από τη Ραγούζα της Δαλματίας, τη Χίο, τη Βενετία, ακόμη και από την Αίγυπτο, έφθαναν μέχρι τις εκβολές του Στρυμόνα, έμεναν στην περιοχή μέχρι και δύο μήνες, για να πουλήσουν και ν’ αγοράσουν εμπορεύματα, όπως μας πληροφορεί ο Γάλλος βαρώνος Pierre Belon du Mans

Η μακρά περίοδος της Τουρκοκρατίας υπήρξε για την περιοχή ιδιαίτερα επώδυνη. Οι εξισλαμισμοί οδήγησαν μεγάλο μέρος των ελληνικών πληθυσμών στην θρησκευτική πρώτα και στη συνέχεια στην εθνική αφομοίωσή του από τους κατακτητές, μ’ εξαίρεση λίγες νησίδες Ελληνισμού, που μέσα από τις πιο αντίξοες συνθήκες κατόρθωσαν να διατηρήσουν τον Ελληνικό χαρακτήρα των κατοίκων τους. Τέτοιες νησίδες ήταν τα ντόπια χωριά της επαρχίας Παγγαίου, η Νικήσιανη, η Μεσωρόπη, η Φτέρη, το Μυρτόφυτο (Ντρέζνα), η Καρυανή, το Ποδοχώρι κλπ.

Η Καρυανή παρέμεινε στην σκοτεινή αυτή και μακραίωνη περίοδο ένα Ελληνικό χωριό, στη γειτονιά του οποίου σημαντική πόλη και διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της περιοχής υπήρξε το Πράβι, ενώ το Ορφανό (σημερινό Ορφάνι) έγινε ένας σημαντικός οδικός κόμβος και το λιμάνι του Ορφανού ή Τσάγεζι ένα σημαντικό λιμάνι φόρτωσης των προϊόντων της περιοχής, (των περίφημων καπνών και λοιπών αγροτικών προϊόντων, καυσόξυλων και οικοδομήσιμης ξυλείας, βλημάτων που κατασκευάζονταν στο εργοστάσιο που οι Οθωμανοί διατηρούσαν στο Πράβι μέχρι τα μέσα του 19th αιώνα και που τον σίδηρο έπαιρναν από το Σύμβολο όρος, εξ ου και το όνομα του χωριού Σιδηροχώρι κλπ.) Από το λιμάνι αυτό η Πύλη παίρνει σε είδος και την δεκάτη, τον φόρο δηλαδή των ραγιάδων από ολόκληρη την περιοχή, των Σερρών συμπεριλαμβανομένων. Επίσης εδώ αξίζει να μνημονεύσουμε και το μετόχι του Αγίου Ιωάννη, που η Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους διατηρούσε στην περιοχή του Ορφανίου.

Ας πούμε όμως λίγα λόγια γι’ αυτά τα τρία, γειτονικά στην Καρυανή, σημεία ανάπτυξης της περιοχής στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας:

Το Ορφανό ήταν, όπως είπαμε ένας σημαντικός οδικός κόμβος, κτισμένο πάνω στην αρχαία ή κάτω οδό, που εξακολουθούσε ν’ αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική οδό που ένωνε την Ευρώπη με την Οθωμανική πρωτεύουσα. Αναφέρεται απ’ όλους τους περιηγητές και το κατοικούσαν Κονιάριδες, (απόγονοι των Τούρκων κατακτητών, πιθανά από το Ικόνιο της Μ. آسيا) και Γιουρούκοι.

أن 1591 πέρασε από το Ορφανό ο Βενετός Gabrielle Cavazza, πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη. Είδε το Ορφάνι που ήταν μια πολίχνη, αλλά ήταν ήδη έδρα καδή, ενώ είχε και δύο καραβάν – σεράγια, καθώς και αλυκές στην παραλία του. (21)

Στα τέλη του 16th αιώνα ήταν ένα σημαντικό οδικό κι εμπορικό κέντρο, مع 400 οικίες Χριστιανών, όπως μας πληροφορεί ένας λόγιος της εποχής, ο Γαβριήλ Καλωνάς ο Κορίνθιος, που περί το 1570-1580 ήταν πατριαρχικός έξαρχος Ορφανού. (21)

في بداية 17th αιώνα ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή περιγράφει το Ορκάν ή Ορφάν ως ένα αναδυόμενο εμπορικό κέντρο, με αμπέλια, διώροφα σπίτια, το λιμάνι και τον ωραίο πύργο στην παραλία, που είχε ήδη αρχίσει να καταρρέει, (προφανώς εδώ εννοούσε τον πύργο της παραλίας της Καρυανής, γιατί ο πύργος της Απολλωνίας δεν είχε, طبعًا, σχέση με το λιμάνι του Ορφανού;) Ήταν έδρα βοεβόδα, κεχαγιά (επιμελητή του στρατού), αρχηγού γενιτσάρων, ναϊπη (ιεροδίκη) και είχε μουσουλμάνους προκρίτους. (11, 21)

في 1714 ο Paul Lucas, στο έργο του Voyage dans la Grece …, περιγράφει το Ορφάνι σαν μια κωμόπολη με αμπέλια και σπίτια διώροφα, με λιμάνι που είχε κάποια κίνηση, γιατί καράβια μ’ εμπορεύματα μπορούσαν ακόμη τότε ν’ ανεβαίνουν τον Στρυμόνα μέχρι κάποιου σημείου. (11)

في 1791 ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Cousinery ιδρύει στο Ορφάνι πρακτορείο του προξενείου του, ενώ περιγράφει μια μεγάλη δασική έκταση, που ξεκινούσε από τη Ρεντίνα κι έφθανε μέχρι τον κόλπο του Ορφανού, γεμάτη με βελανιδιές, πλατάνια κλπ., αναφέρεται δε και στην παραγωγή βαμβακιού.

Το Ορφάνι και η γύρω περιοχή δεν χρωστούσαν όμως την ευημερία τους μόνο στο ότι βρίσκονταν κοντά τη βασική οδική αρτηρία που οδηγούσε από τη Θεσσαλονίκη στην Κωνσταντινούπολη. Την χρωστούσαν και στο ότι το λιμάνι του Ορφανού ή του Τσάγεζι, όπως αναφέρεται στις πηγές, ήταν ένα σημαντικό λιμάνι, που επί σειρά αιώνων διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην εξαγωγή των προϊόντων της περιοχής και στην εισαγωγή εμπορευμάτων από άλλους τόπους.

Ας πούμε, أيضا, λίγα λόγια και για το μετόχι του Αγίου Ιωάννη, που η Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους διατηρούσε στην περιοχή του Ορφανίου.

Ως μετόχι της μονής Διονυσίου γνωρίζουμε σήμερα ότι προϋπήρχε του 1500, αφού φιρμάνι του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β’ (1481-1512) που δόθηκε στην Κωνσταντινούπολη, أن 1495, στον ηγούμενο της Μονής Διονυσίου Άνθιμο, αναφέρει ακριβώς το μετόχι αυτό, που ήταν «χασίκι» κάποιου Ισκεντέρ πασά, (προφανώς αρνησίθρησκου Έλληνα ίσως από την Τραπεζούντα, αφού το Ισκεντέρ είναι το ελληνικό όνομα Αλέξανδρος). (13)

Η παράδοση κάνει λόγο για μετόχι της Μονής Διονυσίου που υπήρχε στην περιοχή Ορφανίου ακόμη νωρίτερα, προελθόν από δωρεά του τελευταίου αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Δαυίδ, التي, όπως γνωρίζουμε, ο Μωάμεθ ο πορθητής, μετά την πτώση της Τραπεζούντας, πρόσφερε μια έκταση στην περιοχή Στρυμόνα και Παγγαίου, η οποία μπορούσε να του αποφέρει ετησίως 300.000 άσπρα, σύμφωνα με τον W. Miller.

Είναι όμως σίγουρο ότι το μετόχι ανήκε στη Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους τουλάχιστον από το 1530 και κατείχε, ως και μετά την απελευθέρωση κι εγκατάσταση στην περιοχή του προσφύγων από τη Μικρά Ασία, περί τα 4.500 – 5.000 στρέμματα γης.

Από χειρόγραφο χρονικό του 1638 έχουμε την πληροφορία ότι το μετόχι του Ορφανίου και το νεώριο (αρσανάς) του στην παραλία της Καρυανής έκτισαν οι Σερραίοι αδελφοί Μανουήλ και Θωμάς.

في 1641 το μετόχι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, εξ αιτίας του οποίου έδωσε ένα μέρος της περιουσίας ως «αμανάτι» (ενέχυρο) σε κάποιον Τούρκο της περιοχής, ονόματι Χατζή Μουσταφά αγά, στον οποίο προφανώς όφειλε χρήματα,

στη συνέχεια όμως φαίνεται ότι αυτό ξεπέρασε τα προβλήματά του, αφού στα 1733 τα κτήματά του, το μποστάνι του κι ο πύργος του περιγράφονται ως ανήκοντα σ’ αυτό, σε φιρμάνι του σουλτάνου Μαχμούτ προς τον μποσταντζήμπαση Ομέρ αγά και προς τον ιεροκριτή της Καβάλας. (14)

حتى 1821 το μετόχι κατείχε όλη του την αρχική έκταση, έκτοτε όμως και μέχρι το 1878 κατείχε πια το 1/3 αυτής. (14)

أن 1878, κατά την επανάσταση της Χαλκιδικής, το μετόχι με τα κτήματά του καταλήφθηκε αυθαίρετα από Τούρκους μπέηδες, οι οποίοι προηγούμενα κατέσφαξαν όλους τους εκεί αντιπροσώπους της Μονής Διονυσίου. (14)

Κατά τον ρωσσοτουρκικό πόλεμο οι περίοικοι Τούρκοι μπέηδες, επωφεληθέντες από την ανωμαλία, έδιωξαν τους μοναχούς και κατέλαβαν ολόκληρο το μετόχι, οπότε και πώλησαν σημαντικό μέρος των κτημάτων του. (14)

Υπάρχει όμως κι η άποψη του γέροντα ηγουμένου της Μονής Διονυσίου, του Γαβριήλ, ότι μετά τις ήττες και τις ταπεινώσεις που υπέστησαν οι Τούρκοι της περιοχής από το Νικοτσάρα, μετά την αποχώρησή του επέδραμαν κατά του μετοχίου και τον μεν γέροντα ηγούμενό του, Δανιήλ, κρέμασαν στον μέγα πλάτανο του Ορφανίου, την κινητή περιουσία του άρπαξαν ολόκληρη, τα δε κτήματά του δώρισαν σε δύο οικογένειες μπέηδων από τη Μουσθένη, που είχαν φονευθεί στις μάχες με το Νικοτσάρα. (14)

أن 1912-1913 η Μονή κατέλαβε και πάλι τα κτήματα του μετοχίου, προφανώς με τις ευλογίες της ελληνικής κυβέρνησης και το κατείχε μέχρι το 1930, οπότε η τότε κυβέρνηση θέλησε την περιουσία του να την περιλάβει στις προς διάθεση σε ακτήμονες πρόσφυγες ανταλλάξιμες εκτάσεις κι έτσι άρχισαν μακροί δικαστικοί αγώνες της Μονής με την ελληνική Πολιτεία, για ν’ αποζημιωθεί τελικά η Μονή για 6.000 فدان, παίρνοντας ως αποζημίωση 6.280.000 δρχ. (14)

Στην βουλγαρική κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας στα 1915-1917, οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι κατακτητές κατέστρεψαν ολοσχερώς το μετόχι, το οποίο άρχισε ν’ ανοικοδομείται και πάλι τον Μάϊο του 1920, όπως μας πληροφορεί ο αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Διονυσιάτης στον έργο του «καθορισμός των μαχών του Νικοτσάρα το 1806». (15)

Αναφερόμενοι στη συνέχεια στην εκκλησιαστική κατάσταση της Κάρυανης στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, πρέπει να σημειώσουμε τα εξής σκόρπια στοιχεία:

Η περιοχή από τη Μεσωρόπη και πέρα, μέχρι το Ορφάνι και την Καρυανή, από τις αρχές του 13th αιώνα που έχουμε σχετικές πληροφορίες, ανήκε στην πνευματική δικαιοδοσία του Μητροπολίτη Φιλίππων και όχι σ’ αυτήν του επισκόπου Ελευθερουπόλεως, υπό τον οποίο υπάγεται το 1864. Τούτο προκύπτει α) από την επιστολή του πάπα Ιννοκέντιου Γ’ προς τον λατίνο Αρχιεπίσκοπο Φιλίππων Γουλιέλμο, όπου περιγράφονταν τα χωριά που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του, στα οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων και το Ορφανό και η Καρυανή και β) από σιγίλλιο του έτους 1618 του Πατριάρχ Τιμόθεου Β’, με το οποίο ενώνονταν πάλι με τη Μητρόπολη Φιλίππων τα πατριαρχικά χωριά, «τον τε Στρυμόνα ποταμόν, την Αμφίπολιν, ήτοι το Μαρμάριον, την Χρυσούπολιν, ήτοι το Ορφάνιον, την Καρίανην, την Μπομπλίανην, το Νεοχώριον, την Ποδογώριανην και το Βοσορόμου. قبل 1618 τα χωριά αυτά ανήκαν στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, σχηματίζοντας την «πατριαρχική εξαρχία Ορφανίου», οπωσδήποτε πριν το έτος 1577, ενώ μετά την ένωσή τους με τη Μητρόπολη Φιλίππων το 1618 επανήλθαν στην εξαρχία που ανήκαν προηγούμενα, πιθανόν μετά το 1626.

وبعد 1717 η εξαρχία Ορφανίου συγχωνεύεται με την εξαρχία Καβάλας και το 1721 αποδίδεται η τελευταία στον Μητροπολίτη Ξάνθης και Περιθεωρίου, υπό την πνευματική δικαιοδοσία του οποίου παρέμεινε, (όπως και τα χωριά της και, συνεπώς και η Καρυανή) حتى 1924. (Αυτό το βεβαίωσε και ο Γ.Ν. Φιλιππίδης, όταν επισκέφθηκε τις εκκλησιαστικές περιφέρειες της περιοχής και το 1877 δημοσίευσε την περιγραφή των επαρχιών τους με τίτλο «περιήγησις των εν Μακεδονία επαρχιών Δράμας, Ζίχνης και Ελευθερουπόλεως». أن 1905 μάλιστα ο Γ. Χατζηκυριακού εκπλήττεται όταν διαπιστώνει την περίεργη εκκλησιαστική διαίρεση της περιοχής και σημειώνει στο έργο του «Σκέψεις και εντυπώσεις εκ περιοδείας ανά την Μακεδονίαν (1905-1906)» : «Η Μεσορόπη μετά των προηγουμένων, Κάριανης, Μπόμπλιανης και Ποδογόριανης, υπάγονται, κατά παράδοξον όλως τρόπον εκκλησιαστικής διαιρέσεως, εις την εκκλησιαστικήν επαρχίαν Ξάνθης, ήτις ούτω εισχωρεί και ενσφηνούται μεταξύ των κωμών της επαρχίας Ελευθερουπόλεως, σφετεριζομένη, ούτως ειπείν, τα δικαιώματα αυτής).

Μια εκκλησιαστικής φύσεως αναφορά της Καρυανής έχουμε, نهاية, σ’ ένα έγγραφο που έστειλαν 28 κάτοικοι της Μεσωρόπης, 13 της Μπόμπλιανης, 30 της Ποδογοριανής και 34 της Κάρυανης προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με το οποίο, επειδή είχαν παρουσιαστεί προβλήματα στις σχέσεις του τότε Μητροπολίτη Ξάνθης Διονυσίου Μπίστη (1861-1867) κι αυτός αναγκάστηκε να διαμένει στην Καβάλα, δήλωναν ότι «ημείς οι κατοικούντες την εξαρχίαν Καβάλας και των πέριξ χωρίων θέλομεν διατηρήσει τον αρχιερέα μας ή όντινα άλλον εκτός του Ξάνθης. (17)

Επειδή όμως ο υπογράφων δεν είμαι ιστορικός, αλλ’ απλός φιλίστωρ, παραθέτω μόνο λίγα ακόμη, σκόρπια, ιστορικά στοιχεία, που σχετίζονται με την Καρυανή, τα εξής:

Στον κατάλογο των Μακεδονομάχων Δράμας και Καβάλας, που δημοσιεύθηκε στον «τιμητικό τόμο επί τω Ιωβηλαίω του σεβασμ. Μητροπολίτου Φ.Ν.Θ. Χρυσοστόμου», στην Καβάλα, أن 1960, αναφέρεται ότι στη Καρυανή υπήρχε στη διάρκεια του μακεδονικού αγώνα επιτροπή, με γνωστά μέλη της τους Ελευθεριάδη και Στέργιο Καραγιώργη.

Στο σώμα του καπετάν Τσάρα, που έδρασε ως μακεδονομάχος στην περιοχή του Παγγαίου από το 1905, ανήκε ως μέλος της επιτροπής Καρυανής του σώματος κάποιος ονόματι Παγώνης. (19)

Όταν ο Γ.Ν. Φιλιππίδης επισκέφθηκε τις εν Μακεδονία επαρχίες Δράμας, Ζίχνης και Ελευθερουπόλεως, περιέγραψε ως εξής την Καρυανή: «Η Καραγιάννη. Η κώμη αύτη, πλησίον της οποίας οι Νορμανδοί κατεστράφησαν υπό των Βυζαντινών τω 1185 ميلادي, κειμένη μεσημβρινώς και παρά τας υπωρείας του Παγγαίου εν καταφύτω θέσει, κατοικείται υπό 140 περίπου μωαμεθανικών οικογενειών και 160 χριστιανικών, διατηρουσών έν καλόν δημοτικόν σχολείον, μετά δύο τάξεων ελληνικών μαθημάτων» (20)

Σε κατάσταση του Υπουργείου Εξωτερικών, αναφερόμενη στο γενικό προξενείο Σερρών, αναφέρεται ότι κατά τα έτη 1887-1889 η Καρυανή είχε δημοτικό σχολείο, επιδοτούμενο από το Υπουργείο με 10 φράγκα μηνιαία, ενώ το 1887 φέρεται να λειτουργούσε και παρθεναγωγείο. Το ίδιο δημοτικό σχολείο της Καρυανής το 1896 وقد 1 δάσκαλο, 1 δασκάλα, 35 μαθητές κι έπαιρνε επιχορήγηση 1334 φράγκων κατ’ έτος, σύμφωνα με την ίδια κατάσταση που προαναφέραμε. (21)

Το έτος 1886 ο Έλληνας ταγματάρχης του μηχανικού, Νικόλαος Θ. Σχινάς, περιόδευσε στην περιοχή μας και τις εντυπώσεις του περιέλαβε σε άρθρο του με τίτλο «οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, νέας οροθετικής γραμμής και Θεσσαλίας», που εκδόθηκε στο τεύχος Β’ του περιοδικού Μακεδονίας (Μακεδονικά). Αναφέρει λοιπόν ο εν λόγω στρατιωτικός ότι «προς επιτήρησιν της παραλίας, από το λιμάνι του Τσιάγιαζι μέχρι το ρωσικό μετόχι του Αγίου Ανδρέα υπήρχαν φυλάκια στο Τσάγιαζι, δηλαδή στις εκβολές του Στρυμόνα, στο Ορφανό κλπ.» ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει ότι κατά το έτος της περιοδείας του η Καρυανή είχε 980 Έλληνες κατοίκους και μόνο 160 Οθωμανούς, ήτοι συνολικά 1.140 سكان.

أن 1894 εκδόθηκε στη Λειψία της Γερμανίας ένα σύγγραμμα με τίτλο «η κατά το Πάγγαιον χώρα των Λακκοβηκίων, τοπογραφία, ήθη, έθιμα και γλώσσα», από τον Αστέριο Δ. Γούσιο, που ήταν τότε διευθυντής της αστικής σχολής Λακκοβηκίων. Ενώ το βιβλίο δεν αναφέρεται στην Καρυανή, το Ορφάνι κλπ., γιατί δεν ήταν γειτονικά προς τα Λακκοβίκια χωριά, έχει ενδιαφέρον ότι στον κατάλογο φιλομούσων συνδρομητών του βιβλίου περιλήφθηκαν από την Καρυανή οι εξής: Αιδεσιμότατος Χρύσανθος αρχιμανδρίτης, Σωκράτης Στέργιογλους, Παγώνης Χατζηκυριάκου, Χρ. Οικονομίδης, Αργυρή Π. Αποστόλου, Χρ. Μαρίου και Γεώργιος Γκίκας.

Ανέφερα πιο μπροστά το όνομα του Γεωργίου Χατζηκυριάκου, Έλληνα που περιηγήθηκε την υπόδουλη, ακόμη τότε, Μακεδονία στα 1905-1906. Αυτός λοιπόν επισκέφθηκε την Καρυανή και την περιέγραψε ως εξής: «παρακάμπτων την παρά τη ακτή Γαληψόν και καταλείπων προς τα κάτω και αριστερά τον όρμον της Ηιόνος άρχομαι αναβαίνων και πάλιν επί του Πιερικού όρους επί της αντιθέτου αυτού κλιτύος καιμ μετά ώρας άνοδον εισέρχομαι εις την κώμην Κάριανην, εις ύψος και εν απόπτω κειμένην. Και η κώμη αύτη Κάριανη αποτελεί ουκ ευκαταφρόνητον Ελληνικήν Ορθόδοξον κοινότητα, συνοικουμένων υπό ευαρίθμων οθωμανικών οικογενειών. Και εν αυτή η εκκλησία μετά του παρακειμένου αρρεναγωγείου, παλαιού και ευρυχώρου κτιρίου, διαπλάσσουσιν την Ελληνορθόδοξον αυτής ψυχήν. Δια φιλοτίμου προσπαθείας οφείλει να επιμεληθή πλειότερον των σχολείων της, επισκευάζουσα το αρρεναγωγείον της και κτίζουσα παρθεναγωγείον, ού παντελώς σχεδόν στερείται.

Είναι περίεργο αυτό που λέει ο Χατζηκυριάκου, ότι η Καρυανή δεν είχε παρθεναγωγείο στα 1905-1906, εκτός κι αν αυτός πέρασε από την Καρυανή πριν το έτος 1902, αφού η Καρυανή είχε μόνο ελληνικό σχολείο (αρρεναγωγείο) ήδη από το δεύτερο μισό του 19th القرن, في 1902 όμως είχε πια όχι μόνο δημοτικό ή αστικό σχολείο (αρρεναγωγείο) مع 1 δάσκαλο και 33 μαθητές, ولكن, πλέον κι ένα παρθεναγωγείο, مع 1 δασκάλα και 18 μαθήτριες, ενώ παράλληλα, το Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών έτους 1888 αναφέρει την ύπαρξη παρθεναγωγείου ήδη από το έτος 1887 στην Καρυανή! (18)

Ο Ανδρέας Αρβανίτης, γιατρός, επισκεφθείς την περιοχή, εξέδωσε το 1909 στην Αθήνα το έργο του «η Μακεδονία εικογραφημένη», στο οποίο δεν περιέγραψε μεν την Καρυανή, περιορισθείς να περιγράψει το Όρφανον, αναφέρει όμως ότι «αι παρά το χωρίον τούτο αλυκαί παράγουσιν άφθονον άλας».

Ο Τρύφων Ευαγγελίδης, καθηγητής του εν Βόλω Γυμνασίου, περιηγούμενος την περιοχή, εξέδωσε, أن 1913 στην Αθήνα ένα βιβλίο με τίτλο «ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ, ήτοι ιστορική, γεωγραφική, τοπογραφική και αρχαιολογική περιγραφή των νέων ελληνικών χωρών Ηπείρου, Θεσσαλίας, Μακεδονίας, νήσων και οδηγός σαφής και ακριβής των ταξιδιωτών και περιηγητών», στο οποίο περιγράφει ότι «… εντεύθεν ο ταξιδιώτης ή προχωρεί μέχρι του στομίου του Στρυμόνος, δια της οδού της δια του χωρίου Ορφάνου (κάτ. 500, εξ ων 100 تركس) διερχομένης και καταλείπων προς τα ΒΔ. τον όρμον της Ηιόνος, αναβαίνει πάλιν επί του Πιερικού όρους επί της αντιθέτου αυτού κλιτύος … Και κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν επισκέπτεται τα ερείπια της αρχαίας Ηιόνος ….. κατά δε την δευτέραν περίπτωσιν ανερχόμενος το όρος μετά ώρας άνοδον, εισέρχεται εις την κώμην Κάριανην, εν απόπτω κειμένην (κάτ. 900 μετά τινων Τούρκων). Εκ Κάριανης οδοιπορών επί γραφικωτάτης λοφοσειράς φθάνει ο ταξιδιώτης μετά ώραν της την κώμην Μπόμπλιανην κλπ.

Ο Μιχαήλ Χουλιαράκης, στο έργο του «Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971», τόμος Β’, έκδοση Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, أثينا,1975», αναφέρει ότι το έτος 1913 η Κάριανη, υπαγόμενη στην υποδιοίκηση Πραβίου, وقد 635 سكان.

Η Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού στρατού, στους στατιστικούς πίνακες του πληθυσμού και της εθνικότητας των νομών Σερρών, Δράμας και Καβάλας που εξέδωσε το έτος 1919 ΣΤΗΝ ΑΘΉΝΑ, ανέφερε ότι η Καρυανή είχε πριν τους Βαλκανικούς πολέμους 470 ΄Ελληνες κατοίκους, στους οποίους τον Αύγουστο του 1915 είχαν προστεθεί και 157 πρόσφυγες, επίσης Έλληνες. Έτσι συνολικά είχε 627 سكان, από τους οποίους οι 324 ήταν άνδρες και οι 323 γυναίκες.

Παρόλο που η εργασία μου αυτή αφορά την ιστορία της Καρυανής κα της περιοχής της, μέχρι την απελευθέρωση της περιοχής από τον Οθωμανικό ζυγό, δεν μπορώ ν’ αποφύγω τον πειρασμό να παραθέσω και ορισμένα στοιχεία από την συμπεριφορά των φίλων και συμμάχων μας πια Βουλγάρων, γιατί οι λαοί την ιστορία τους, όσο οδυνηρή κι αν είναι, πρέπει να μη την ξεχνούν, να μη την κρύβουν και να μεν την τροποποιούν χάριν πρόσκαιρων συμφερόντων, αν θέλουν να ζουν ελεύθεροι.

Από τον Αύγουστο του 1916 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1918 οι Βούλγαροι, ως σύμμαχοι των Γερμανών, εισήλθαν και κατέλαβαν την Ανατολική Μακεδονία. Την περιοχή μας κατέλαβε τότε η 10أن βουλγαρική μεραρχία της άσπρης θάλασσας, όπως αποκαλούσαν οι Βούλγαροι το Αιγαίο. Από τον Οκτώβριο του 1916 μέχρι τον Ιούνιο του 1917 στους Βουλγάρους προστέθηκε και η 58أن τουρκική μεραρχία.

Στο μικρό διάστημα της παραμονής τους ο λαός μας έπαθε τα πάνδεινα από βούλγαρους και τούρκους φανατικούς, οι οποίοι επωφελήθηκαν από την ανώμαλη κατάσταση, προκειμένου να βγάλουν πάνω στους Έλληνες τα παλιά κι άσβεστα μίση τους. Ποια ήταν αυτά; Μας τα διηγείται ανάγλυφα η επίσημη αναφορά που απέστειλε στον τότε Έλληνα Υπουργό Εσωτερικών ο κ. Τίτος Γιαλούρης, έπαρχος της Ελλάδος στην περιοχή, μετά τη λήξη του 1th Παγκοσμίου Πολέμου, την ήττα των Γερμανών και των συμμάχων τους και την αποχώρηση των Βουλγάρων, από την οποία αναφορά, (που τη βρήκα γραμμένη στη γαλλική γλώσσα και τη μετέφρασα), διαβάζω ελάχιστα αποσπάσματα, που αφορούν και την τύχη της Καρυανής:

Από την περιοχή του Παγγαίου μόνο εξορίστηκαν στη Βουλγαρία 2.250 الشعب, από τους οποίους γύρισαν πίσω μόνο οι 900.

Ο πληθυσμός του Παγγαίου, قبل 14.000 ορθοδόξους έπεσε στις 7.000 – 8.000, εξ αιτίας των εκτελέσεων, των εξοριών και της αναγκαστικής μετανάστευσης.

Στο Ορφάνι οι κατακτητές κατεδάφισαν 40 σπίτια κι άφησαν άστεγους 250 ανθρώπους.

Στην Καραυνή κατεδάφισαν 120 σπίτια κι άφησαν άστεγους 595.

Οι κάτοικοι εξαφανίστηκαν. Πολλοί πέθαναν από τη πείνα και τις κακουχίες, άλλοι δεν γύρισαν από την εξορία κι οι επιζήσαντες διασκορπίστηκαν.

Στην αναφορά υπάρχουν και οι προφορικές μαρτυρίες κάποιων που υπέφεραν τα πάνδεινα, συλληφθέντες, εξορισθέντες ή φυλακισθέντες από τους Βουλγάρους, αλλά η παράθεση των τρομερών καταγγελιών τους ξεφεύγει από τους στόχους αυτής της ομιλίας.

Μια Διασυμμαχική Επιτροπή, علاوة على ذلك, που συστάθηκε μετά το 1918 για να ελέγξει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράχθηκαν στην Ανατολική Μακεδονία από τον βουλγαρικό στρατό, στις αναφορές κι έρευνες που διεξήγαγε κι οι οποίες εκδόθηκαν στη Γαλλία αλλά και στο Λονδίνο το 1919, περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα όσα υπέστη η Καρυανή από τους Βούλγαρους κατακτητές. Οι τελευταίοι μπήκαν στο χωριό, που είχε 646 سكان, في 6 أغسطس 1916 κι έφυγαν στις αρχές του 1919, αφήνοντάς την μόνο με 146 سكان, μια και είχαν πεθάνει 35 κάτοικοι, 263 είχαν μεταφερθεί ως όμηροι στη Βουλγαρία, από τους οποίους επέστρεψαν μόνο 62 κι οι υπόλοιποι εκπατρίσθηκαν. Στην αναφορά της Διασυμμαχικής Επιτροπής αναφέρεται επίσης ότι καταστράφηκαν 146 οικίες, (έναντι 120 που είχε καταγράψει ο Γιαλούρης) και κλάπηκαν από τους Βουλγάρους 270 βοοειδή, 140 άλογα και μουλάρια, 100 όνοι, 2.000 πρόβατα και 30.000 κατσίκια. Καταθέσεις στη Διασυμμαχική Επιτροπή έδωσαν τότε οι Καρυανιώτες Γεώργιος Αγγέλου, Δημήτριος Β. Καραμούτας, (όμηρος στη Δοβρουτσά με τους δυο γιους του), Παναγιώτης Ρόκκας, Αγάθων Θ. Βακαλόπουλος, Ανδρέας Παπαδόπουλος, Γεώργιος Α’ Παπαδόπουλος, Ιάκωβος Παπαδόπουλος και άλλοι, όπως και η τότε δασκάλα του χωριού, Σμαράγδα Ευγενίδου, που περιέγραψαν με τα μελανότερα χρώματα την πλήρη λεηλασία του χωριού από τους Βούλγαρους στρατιώτες, την αναγκαστική μετοίκηση, τις εξορίες, τους ξυλοδαρμούς και την ομηρεία των κατοίκων της. (22)

Μετά μερικές δεκαετίες όμως οι φίλοι και σύμμαχοί μας Βούλγαροι ξαναγύρισαν στον τόπο μας. Ήταν η περίοδος της τρίτης βουλγαρικής κατοχής της ανατολικής Μακεδονίας, 1941-1943. Οι Βούλγαροι κατακτητές, και πάλι ακολουθώντας τους Γερμανούς, υπέβαλαν σε νέα, τεράστια δοκιμασία την Ανατολική Μακεδονία. Από στους πολίτες που δεινοπάθησαν δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι ιερείς. Στο βιβλίο του με τίτλο «μάρτυρες κληρικοί Μακεδονίας – Θράκης, 1941-195» ο Αθανάσιος Παπαευγενίου περιγράφει όσα υπέστη ο ιερέας της Καρυανής Χριστόδουλος Δημανίδης, που είναι χαρακτηριστικά και ενδεικτικά όσων υπέστησαν κι όλοι οι υπόλοιποι πολίτες της Καρυανής: Τρεις ημέρες μετά την άφιξη των Βουλγάρων τον συνέλαβαν οι στρατιώτες, τον έγδυσαν κι ενώ ο αξιωματικός τους τον έδερνε, οι στρατιώτες του πατούσαν τα χέρια και τον έδερναν σ’ όλο το σώμα. Αυτό επαναλήφθηκε τέσσερις φορές και σ’ ελεεινή κατάσταση τον πέταξαν στο δρόμο, από όπου τον μάζεψε η γυναίκα του και η κόρη του. Παρέμεινε στο κρεβάτι για δυο μήνες, ولكن 15 μέρες μετά την ανάρρωσή του τον συνέλαβαν και πάλι και τον οδήγησαν στο Οφρύνιο. Οι πληγές από τον ξυλοδαρμό του υπήρχαν ακόμη. Στο Ορφρύνιο τον έκλεισαν σ’ ένα σταύλο και του απήγγειλαν κατηγορία, ότι είπε δήθεν στους Έλληνες κατοίκους της Καρυανής να μη παραδώσουν τα όπλα τους, αλλά να τα κρύψουν, για να τα χρησιμοποιήσουν κατά των Βουλγάρων. ثم, τον διέταξαν να φύγει στην ελεύθερη Ελλάδα. وفي الواقع, ο ιερέας αναχώρησε, στον Στρυμόνα όμως οι Βούλγαροι του αφαίρεσαν τα χρήματά του και τα ζώα του. Πέρασε τον Στρυμόνα κι εγκαταστάθηκε στα παλιά Κερδύλλια, όπου όμως είχε την ατυχία, λίγο αργότερα, να χάσει δύο γιους του, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό κι εξόντωσαν τους άρρενες κατοίκους!

Σαν ένα σπασμένο τζάμι, σαν ένα παζλ, όπως λέμε σήμερα, η ιστορία χρειάζεται υπομονή κι αγάπη, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα μικρά κομμάτια που την συγκροτούν και να δημιουργήσουν ένα σύνολο, τη ζωή και τον πολιτισμό ενός λαού. Θέλω να ελπίζω ότι μ’ αυτή τη μικρή κι ολότελα ερασιτεχνική προσπάθεια, συνεισέφερα κι εγώ όσο μπορούσα στη συγκρότηση του παζλ της ιστορίας του πανάρχαιου αυτού χωριού του Παγγαίου και της γύρω περιοχής, αφήνοντας απ’ έξω βέβαια τον 20ό αιώνα, του οποίου η ιστορία γράφεται ακόμη στις μέρες μας!

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. «Bulletin de correspondence hellenique», έτους 1894. Άρθρο του καθηγητής του Πανεπιστημίου του Nancy της Γαλλίας Paul Perdrizet με τίτλο«Voyage dans la Macedoine premiere».
  2. Ομάδα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης 2000-2001 ενιαίου Λυκείου Ποδοχωρίου, «παραδοσιακοί οικισμοί της περιοχής μας».
  3. Χρονικά αρχαιολογικού δελτίου, وحدة التخزين 37 (1982) – ανάτυπο της ΙΗ’ Εφορείας προϊστορικών και κλασικών αρχαιοτήτων).
  4. Δημ. Σαμσάρη, «το οδικό δίκτυο της Ανατολικής Μακεδονίας από τα αρχαϊκά χρόνια ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση», Μακεδονικά 14 (1974), ΣΕΛ. 123 الغواصات.
  5. Οι συνέπειες από τη ρωμαϊκή κατάκτηση και πολιτική στις ελληνικές αποικίες των παραλίων της αιγαιακής Θράκης, (Ανακοίνωση από το 2أن Διεθνές Συμπόσιο Thracia Pontica II, που έγινε στη Σωζόπολη της Βουλγαρίας το 1982.
  6. جورج باكالاكي – Γ.Ε. Μυλωνά, «Γαληψός, Θασίων εμπόριον».
  7. Μνήμη Λαζαρίδη. Πόλις και Χώρα στην αρχαία Μακεδονία και Θράκη. Άρθρο της ΧάϊδωςΚουκούλη – Χρυσανθάκη με τίτλο «τα μέταλλα της Θασιακής Περαίας».
  8. Archives de l’ AthosActes de Lavra, وحدة التخزين 1NDέκδοση 1970 στο Παρίσι).
  9. Archives de l’ AthosActes de Παντοcrator, وحدة التخزين 2NDέκδοση 1964 στο Παρίσι).
  10. Κατεπανίκια της Μακεδονίας, άρθρο του καθηγητή Γεωργίου Ι. Θεοχαρίδη στα Μακεδονικά έτους 1954.
  11. Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία της Μακεδονίας, 1354-1833, ΣΕΛ. 216.
  12. Χάϊδως Κουκούλη – Χρυσανθάκη, αρχαιότητες και μνημεία Ανατολικής Μακεδονίας, Αρχαιολογικό Δελτίο 30 (1975) (μέρος Β’ 2, Χρονικά), ΣΕΛ. 286.
  13. Γ.Κ. Παπάζογλου, «Μεταφρασμένα τούρκικα έγγραφα του μετοχίου «Ορφάνη» της μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους (1535-1733),
  14. Γ.Κ. Παπάζογλου, δύο έγγραφα σχετικά με την πώληση του «Ρουφανίου» στον Χατζή Μουσταφάγα, Μακεδονικά, وحدة التخزين 27ND, 1989-1990, ΣΕΛ. 403 الغواصات.
  15. Αρχιμ,. Γαβριήλ Διιονυσιάτη, ανακοίνωση με τίτλο «καθορισμός τόπου μαχών του Νικοτσάρα το 1806, στα Πρακτικά του Α’ τοπικού συμποσίου «Η καβάλα και η περιοχή της», الصفحة 97.
  16. Αθανασίου Ε. Καραθανάση, ο κόλπος του Ορφανού και η περιοχή του, έκδοση του 1998.
  17. Αιμίλιου Δημ. Μαυρουδή, η ιστορία της Μητροπόλεως Ελευθερουπόλεως.
  18. Πίναξ γενικός των εν τη Ευρωπαϊκή Τουρκία ελληνικών σχολείων, (εν Κωνσταντινουπόλει 1902).
  19. Ανακοίνωση της Αγγελικής Κιουρτσή – Μιχαλοπούλου στα Πρακτικά του Β’ τοπικού συμποσίου «Η ΚΑΒΑΛΑ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ», (26-29/9/1986),. Τόμος Α’, ΣΕΛ. 232.
  20. Γ.Ν. Φιλιππίδη, «περιήγησις των εν Μακεδονία επαρχιών Δράμας, Ζίχνης και Ελευθερουπόλεως», στα Μακεδονικά, Α’ τόμος (1877), ΣΕΛ. 286.
  21. Αθανασίου Ε. Καραθανάση, Ο κόλπος του Ορφανού και η περιοχή του.
  22. Raports et enquetes de la Commission Interalliee sur le violations du droit des gens comisses en Macedoine Orientale par les Armees Bulgares, (Nancy-ParisStrasburg 1919).

 

ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘ. ΛΥΜΠΕΡΑΚΗΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

ΙΩΑΝΝΗ ΦΟΥΣΤΕΡΗ 2

64100 ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΠΟΛΗ

اترك ردًا