Amphipolis.gr | Ας μην μένουμε σε λόγια αρχαιολόγων που δεν έχουν καν επισκεφτεί τον λόφο Καστά…..

Ας μην μένουμε σε λόγια αρχαιολόγων που δεν έχουν καν επισκεφτεί τον λόφο Καστά…..

 
Διαμάχη αρχαιολόγων ,όπως πάντα ,για Ηφαιστίωνα και Μέγα Αλέξανδρο
Η επιγραφή στον περίβολο του τάφου στην Αμφίπολη προκαλεί αντεγκλήσεις. Τι υποστηρίζει η ομάδα της υπεύθυνης αρχαιολόγου, Κατερίνας Περιστέρη. Ποιοι και γιατί απορρίπτουν τη θεωρία της. Σε ποιο στάδιο βρίσκονται οι έρευνες με τα οστά των πέντε σκελετών; 

Έντονη αμφισβήτηση σχετικά με την χρονολογική περίοδο αλλά και με το κατά πόσο είναι όντως καινούργια τα στοιχεία των επιγραφών στον μαρμάρινο περίβολο του ταφικού μνημείου στον λόφο Καστά και τα οποία παρουσιάστηκαν στην επιστημονική ομιλία / παρουσίαση της υπεύθυνης αρχαιολόγου, Κατερίνας Περιστέρη αλλά και της συναρμόδιας ομάδας ερευνών, το βράδυ της Τετάρτης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, εκφράζουν Κλασικοί Αρχαιολόγοι, αλλά και η Επίκουρη Καθηγήτρια Προϊστορικής Αρχαιολογίας και Οστεοαρχαιολογίας, στο Τμήμα Ιστορίας Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Σέβη Τριανταφύλλου.
Οι περισσότεροι κάνουν λόγο για συγκεχυμένες πληροφορίες, αυθαίρετες αρχαιολογικές προσεγγίσεις που ενδεχομένως να μην παραπέμπουν στην ελληνιστική περίοδο, αλλά και για επιγραφή στον μαρμάρινο περίβολο του τάφου, η οποία βρίσκεται 2 χλμ. μακριά από τον τύμβο, γεγονός που δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον ένοικο ή με όσα «μυστικά» κρύβει ο μεγαλεπήβολος τάφος.
«Απορρίψτε τις θεωρίες περί Ηφαιστίωνα», απαντά κατηγορηματικά σε όσα έγιναν γνωστά το απόγευμα της Τετάρτης, ο καθηγητής κλασσικής αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ο οποίος επί 36 χρόνια θήτευσε στις ανασκαφές της Βεργίνας, Πάνος Φάκλαρης. «Ακόμα ψάχνουμε να βρούμε ποια είναι η είδηση», συμπληρώνει η επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας των οστών που βρέθηκαν εντός του τάφου, Σέβη Τριανταφύλλου.

Tι απαντά όμως από την πλευρά του, ο υπεύθυνος αρχιτέκτονας του μνημείου Μιχάλης Λεφαντζής;

Ποια τα νέα ευρήματα που έστρεψαν και πάλι το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας στην Αμφίπολη που «είχαμε ξεχάσει»;

Τα πρόσφατα  ευρήματα αφορούν κυρίως στην αποσαφήνιση της χρονικής εποχής στην οποία φέρεται να ανήκει η σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη του τάφου και η οποία, όπως διευκρινίζει
στο NEWS 247 ο υπεύθυνος αρχιτέκτονας του μνημείου Μιχάλης Λεφαντζής από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων στην Αθήνα, είναι αναμφισβήτητα η ελληνιστική εποχή και όχι η ρωμαϊκή.

«Το σημαντικό είναι αυτό. Ότι το μνημείο δεν είναι ρωμαϊκό, όπως αρχικά έσπευσαν πολλοί αρχαιολόγοι να επισημάνουν πριν μήνες. Η αφορμή για να καταλήξουμε σε αυτό το συμπέρασμα είναι η επιγραφή που εντοπίστηκε στον περίβολο του τάφου, σε μαρμάρινα κομμάτια και που πλέον αναμφίβολα, παραπέμπουν στον 4ο αιώνα π. Χ. και στη Δυναστεία των Αντιγονιδών. Πρόκειται σίγουρα για ένα από τα πολλά ταφικά Ηρώα του Ηφαιστίωνα, όπως υπάρχουν πολλά άλλα σε όλη την Επικράτεια, ιδίως στη Μακεδονία, την Αλεξάνδρεια και τη Χαιρώνεια».

Τα σπουδαία ευρήματα (κυρίως αρχιτεκτονικού τύπου) που είναι γνωστά στους ανασκαφείς εδώ και λίγους μήνες, αποκαλύπτουν ότι το ταφικό μνημείο της Αμφίπολης κατασκευάστηκε από τον Δεινοκράτη ή τον Στησικράτη ύστερα από παραγγελία και χρηματοδότηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για τον φίλο του και έμπιστο Αξιωματικό, Ηφαιστίωνα, μετά τον θάνατό του, ενώ υλοποιήθηκε από τον Αντίγονο τον Μονόφθαλμο, το πρώτο τέταρτο του 4ου π.Χ. αιώνα.

Την ίδια στιγμή, η ομάδα ερευνών αναφέρθηκε στο μονόγραμμα – σφραγίδα του Μακεδόνα Αξιωματικού. Η επιγραφή «ΠΑΡΕΛΑΒΟΝ ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΟΣ» βρέθηκε σε τουλάχιστον δύο οικοδομικές πλάκες, ενώ σε άλλο μαρμάρινο θραύσμα υπάρχει η επιγραφή «ΑΝΤ».
Ως ΑΝΤ, σύμφωνα με τις νέες υποθέσεις, υπέγραφαν όλα τα μέλη της δυναστείας των Αντιγονιδών. Η επιγραφή αποτελεί ίσως το «οικοδομικό γραπτό συμβόλαιο» για την παραλαβή του μαρμάρινου υλικού που προοριζόταν για το μεγαλεπήβολο έργο, πιθανότατα Ηρώο.

«Επί πολλά χρόνια τα αρχιτεκτονικά μέλη ήταν σε δημόσια θέα, δίπλα στο λιοντάρι.
Κανείς όμως δεν πρόσεξε τη δυσδιάκριτη επιγραφή στη μαρμάρινη επιφάνεια», ανέφερε ο κ. Λεφαντζής και συνέχισε: «Η λέξη Παρέλαβον είναι γραμμένη με τρόπο, ώστε το -Α και το -Ο να παραπέμπουν στην ελληνιστική εποχή. Αν αναφέρονταν για παράδειγμα, στην εποχή του Περσέα, τα γράμματα θα ήταν διαφορετικά, όπως ορίζουν οι βασικές αρχές της επιγραφικής».

Όσον αφορά στον λέοντα που βρίσκεται στα 2 χλμ μακριά από το μνημείο του τύμβου, αυτός χρονολογείται στο 1936 π.Χ. και «ανάλογο λέοντα μπορούμε να συναντήσουμε και στα Εκβάτανα, την περιοχή που ο έμπιστος Αξιωματικός του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Ηφαιστίωνας πέθανε το 325 π.Χ. Οπότε και για αυτό το λόγο, εξέφραζα από την πρώτη στιγμή την πεποίθηση ότι θα έρθουμε αντιμέτωποι με ευρήματα ελληνιστικής περιόδου.
Ο λέοντας όπως και όλα τα μαρμάρινα κομμάτια στον περίβολο του τάφου, μεταφέρθηκαν εκεί. Και αποτελούσαν προάγγελο για τον νεκρό ή τους νεκρούς και τη σημαντικότητα της αρχαιολογικής ανακάλυψης.  Δεν βρίσκονταν εκεί από πάντα. Τη χρονολόγηση δε τεκμηριώνουν τόσο τα ευρήματά στο εσωτερικό του τάφου (σφίγγες, Καρυάτιδες, ψηφιδωτό δάπεδο) που μοιάζουν με έργα της ίδιας περιόδου που φυλάσσονται σε μουσεία εντός και εκτός της χώρας, όσο το μονόγραμμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο δεύτερο θάλαμο, αλλά και οι οκτάφυλλοι ανάγλυφοι ρόδακες».

Κατά την παρουσίαση της κας Περιστέρη, έγινε επίσης γνωστό ότι ο τύμβος έχει υποστεί πολυάριθμες λεηλασίες μέχρι τον καιρό των τελευταίων Μακεδόνων, ενώ υπογραμμίστηκε η ύπαρξη λατρευτικού χώρου εντός του μνημείου. Επίσης, αποκαλύφτηκε ότι βρέθηκαν νομίσματα καμένα ή κατεστραμμένα, τα οποία πιθανώς ανήκουν στον Μέγα Αλέξανδρο ή τον Κάσσανδρο.

Κατά τον κ. Λεφαντζή, όπως και την κυρία Περιστέρη, δεν υπάρχει πλέον κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ότι το μνημείο της Αμφίπολης είναι της ελληνιστικής εποχής. «Ας περιμένουν λοιπόν όσοι αντιδρούν», λέει ο κ. Λεφαντζής και καταλήγει:»Έγινε μία πρώτη επιστημονική ανακοίνωση, δεν ξέρω πότε θα έχουμε φωτογραφίες και ντοκουμέντα, ούτε πότε θα γνωρίζουμε επιπλέον πληροφορίες. Ας περιμένουμε την αρχαιολογική ζύμωση και ας μην μένουμε σε λόγια αρχαιολόγων που δεν έχουν καν επισκεφτεί τον λόφο Καστά».

Τα ντοκουμέντα που δείχνουν Ηφαιστίωνα
Το πρώτο και σημαντικότερο στοιχείο-κλειδί είναι οι τρεις επιγραφές, που βρέθηκαν σε ισάριθμα «ορφανά» μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, από τα περίπου 500, πολλά από τα οποία φέρεται να προέρχονται από τον περίβολο του τύμβου Καστά, αλλά βρέθηκαν τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα σε μια απόσταση 5-6 χιλιομέτρων δίπλα στο ποτάμι κοντά στη σημερινή θέση του Λέοντα της Αμφίπολης.

Ο Μ. Λεφαντζής μας διευκρίνισε ότι πρόκειται για τρεις πανομοιότυπες επιγραφές, ενώ στην ομιλία της η κ. Περιστέρη έκανε λόγο για δύο ίδιες και μία τρίτη για την οποία δεν έδωσε στοιχεία, αφήνοντας ερωτηματικά.

Διακρίνεται η λέξη «…ΑΡΕΛΑΒΟΝ» -λείπει το «Π»- και στην απόληξη του «Ν» υπάρχει το μονόγραμμα του Ηφαιστίωνα. Είναι λάθος αυτό που γράφτηκε ότι η επιγραφή λέει «ΠΑΡΕΛΑΒΑΝ ΗΡΩΟΝ ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΟΣ». Η λέξη «ΗΡΩΟΝ» δεν υπάρχει. Ο Μ. Λεφαντζής εξήγησε ότι «διακρίνονται πολύ καθαρά το Η, το Φ, το Ω, το ΑΙ. Επειδή το Η είναι μεγάλο σε μέγεθος εκτιμούμε ότι αναφέρεται σε ηρώο». Κατά την ομιλία της η Κ. Περιστέρη ανέφερε ότι «επρόκειτο για ένα συμβόλαιο παραλαβής» και η επιγραφή ερμηνεύεται ως «παρέλαβον ηρώον του Ηφαιστίωνος».

Θέλοντας μάλιστα να ενισχύει αυτή την εκτίμηση, έκανε αναφορά τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου, όπου αναφέρεται πως «όταν ο Αλέξανδρος έχασε τον Ηφαιστίωνα, ζήτησε από τον Δεινοκράτη (Στησικράτη) να στήσει λαμπρά ηρώα σε όλη την επικράτεια». «Μπορεί να ήταν 5-6 ή και περισσότερα. Δεν ξέρουμε πόσα, αλλά σίγουρα ήταν δύο στην Αλεξάνδρεια, και ένα στα Εκβάτανα, όπου πέθανε ο Ηφαιστίωνας. Για την Αμφίπολη δεν έχουμε κάποια αναφορά στη γραμματεία», μας είπε ο Μ. Λεφαντζής.

Τα περίπου 500 «ορφανά» αρχιτεκτονικά μέλη μεταφέρθηκαν και βρίσκονται γύρω από τον λέοντα της Αμφίπολης από το 1937 όταν και αναστηλώθηκε το μνημείο.

Δεύτερο στοιχείο-κλειδί είναι το μονόγραμμα του Ηφαιστίωνα, που επίσης βρέθηκε στο εσωτερικό, σε ρόδακες από το επιστύλιο του δεύτερου χώρου. Η Κ. Περιστέρη μίλησε για έναν εννιάφυλλο ρόδακα με το μονόγραμμα, ο Μ. Λεφαντζής ωστόσο μας αποκαλύπτει ότι «βρέθηκε σε τουλάχιστον δύο ρόδακες, οι οποίοι είναι ζωγραφισμένοι με την εγκαυστική μέθοδο και χαραγμένοι. Το μονόγραμμα είναι χαραγμένο στο λευκό τμήμα στο κέντρο του ρόδακα. Οι ρόδακες αυτοί βρέθηκαν πριν από 1,5 μήνα και είναι οι πρώτοι ρόδακες από τη νότια πλευρά του επιστύλιου, ενώ δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχουν και άλλοι, καθώς βρίσκονται σε κακή κατάσταση».

Τρίτο στοιχείο-κλειδί είναι η χάραξη του ΑΝΤ, πάνω σε περισσότερα από τρία σημεία στον περίβολο, που βρέθηκε τα προηγούμενα χρόνια και σύμφωνα με τους ανασκαφείς παραπέμπουν στη δυναστεία των Αντιγονιδών. Η Κ. Περιστέρη ανέφερε ότι «πρόκειται για ένα τυπικό μονόγραμμα που υπάρχει σε όλη την περίοδο των Αντιγονιδών και αποδεικνύει τη χρονολόγηση του μνημείου στο τελευταίο τέταρτο του 4ου π.Χ. αιώνα». Η ανασκαφέας ήταν επιφυλακτική στο ποιος από την οικογένεια των Αντιγονιδών παρέλαβε το έργο, «πιθανόν ο Αντίγονος ο μονόφθαλμος ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας», είπε.

Ωστόσο ο Μ. Λεφαντζής είναι κατηγορηματικός. «Το μνημείο παρέλαβε ο στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου, Αντίγονος ο μονόφθαλμος (382-301 π.Χ.). Δεν θα μπορούσε να είναι ο Αντίγονος Γονατάς (319-239 π.Χ.), γιατί αυτή η υπόθεση θα έριχνε τη χρονολόγηση του μνημείου. Ο Αντίγονος ο μονόφθαλμος και ο Δεινοκράτης είχαν έναν κοινό σκοπό, να συνεχίσουν το όραμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο πρώτος στην πολιτική και ο δεύτερος στην αρχιτεκτονική», μας είπε.

Ο Μ. Λεφαντζής αποκάλυψε στο «Έθνος» ότι μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη που έχουν βρεθεί κοντά στον τύμβο Καστά προέρχονται από τον Λέοντα της Αμφίπολης και είναι από τον ζωγραφικό διάκοσμο του βάθρου. Στο βάθρο του λέοντα υπήρχε ζωφόρος με μακεδονική εικονογραφία και θέμα μία νεκρική πομπή. «Τα κομμάτια αυτά μελετώνται τώρα και θα αποτελέσουν το αντικείμενο μιας επόμενης ανακοίνωσης», μας δήλωσε και, σε σχετική ερώτηση αναφορικά με τη χρονολόγησή της ζωφόρου, αφού ξεκαθάρισε ότι δεν εμπίπτει στην ειδικότητά του, εκτίμησε ότι είναι της ύστερης κλασικής ή της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου.

Το «μήνυμα του δυαδισμού που εκπέμπουν τα ευρήματα, της σχέσης δηλαδή Αλέξανδρου και Ηφαιστίωνα» απασχόλησε ιδιαίτερα την Κ. Περιστέρη. Το απέδωσε στις δύο Σφίγγες, στις δύο Καρυάτιδες, στα δύο άλογα στην παράσταση της Περιστέρη. Ο Μ. Λεφαντζής δεν υιοθετεί αυτή την άποψη. «Δεν είμαι σίγουρος ότι πρέπει να κάνουμε αυτή τη διασύνδεση. Εγώ δεν την υιοθετώ», μας είπε χαρακτηριστικά.

Έφιππος πολεμιστής στον τρίτο θάλαμο

Εντυπωσιακή σε χρώματα και παραστάσεις είναι η ζωφόρος που αποκαλύφθηκε στον τρίτο -από τους τέσσερις- χώρο του μνημείου, εκεί όπου υπάρχει το βοτσαλωτό δάπεδο με την αρπαγή της Περσεφόνης. Στην ομιλία της η Κ. Περιστέρη είπε ότι η απεικόνιση περιλαμβάνει τον ήρωα που είναι έφιππος με λεοντοκεφαλή και ένα κράνος πολεμιστή, είτε σε μάχη είτε σε αρματοδρομία με τα όπλα του (φαρέτρα και θώρακας), σημείωσε όμως ότι «πολλά κομμάτια της είναι δυσανάγνωστα».

Ο Μ. Λεφαντζής, που είναι αυτός ο οποίος διάβασε και έκανε την αναπαράσταση της ζωφόρου, μας αποκάλυψε ότι η μορφή του ήρωα, τόσο ολόσωμη, όσο και προσωπογραφία, επαναλαμβάνεται αρκετές φορές. Επέμεινε ότι από τη μελέτη του προσώπου και των ρούχων του «δεν υπάρχει περίπτωση να είναι Ρωμαίος πολεμιστής, είναι σίγουρα κάποιος σπουδαίος άνθρωπος».

Από τη δυτική πλευρά της ζωφόρου ξεκινά η παρουσίαση της ζωής του, τα κατορθώματά του, οι στρατιωτικές του επιτυχίες. Μετά εμφανίζεται αφηρωισμένος, χωρίς στολή, με τον οπλισμό του στα πόδια, ενώ δύο Κένταυροι στεφανώνουν έναν ταύρο πριν τη θυσία. Ακολουθεί η λέμβος με πηδαλιούχο μία φτερωτή Νίκη στην πρύμνη και στην πλώρη, και στη μέση ένας δελφικός τρίποδας, το τρόπαιο του νεκρού που συμβολίζει τη δόξα και τον μύθο του.

Υπάρχουν επίσης οι φτερωτές μορφές του Ύπνου και του Θανάτου, αλλά και μία πομπή ιππέων που συνοδεύουν τον νεκρό.

Η ζωφόρος δεν έχει χρονολογηθεί, ωστόσο αρχαιολόγοι επισήμαναν στο «Έθνος» πως δεν υπάρχουν σε ζωφόρους της μακεδονικής εποχής επαναλήψεις του ίδιου προσώπου. «Αυτή η εικονογράφηση είναι μεταγενέστερη», έλεγαν χαρακτηριστικά.

 
Κι’όμως …Απορρίπτουν τις θεωρίες περί Μεγάλου Αλεξάνδρου

«Χαμένοι στη μετάφραση» της κας Περιστέρη, δηλώνουν αρκετοί αρχαιολόγοι, μετά τις χτεσινές επιστημονικές αποκαλύψεις που κάνουν το γύρο του κόσμου.

«Πρέπει να απορρίψουμε τα σενάρια περί Ηφαιστίωνα και Μεγάλου Αλεξάνδρου. Και αυτό το είχα υποστηρίξει από την αρχή, στις 13 Αυγούστου, ημερομηνία ανεύρεσης του τύμβου. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να μάς οδηγεί σε τέτοια συμπεράσματα. Επίσης, οι επιγραφές στις οποίες αναφέρεται η ομάδα της κας Περιστέρη, βρίσκονται στον Λέοντα, δηλαδή 2 χλμ. μακριά από τον τάφο και επομένως, δεν έχουν καμία σχέση με αυτόν. Το λιοντάρι ανήκει σε άλλο τάφο, ο οποίος δεν έχει βρεθεί ακόμη», αναφέρει κατηγορηματικά στο NEWS 247 ο καθηγητής κλασσικής αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και ο οποίος επί 36 χρόνια θήτευσε στις ανασκαφές της Βεργίνας, Πάνος Φάκλαρης.

Σχολιάζοντας το «ΠΑΡΕΛΑΒΟΝ» της επιγραφής, ο ίδιος αναφέρει: «Έχει και άλλα γράμματα δίπλα. Η επιγραφή δεν σταματάει σε αυτή τη λέξη. Και θεωρώ ότι είναι μεταγενέστερη από το ταφικό μνημείο, ίσως από Θράκες που έκαναν επιδρομή στην περιοχή. Σαφώς και το εύρημα της κας Περιστέρη είναι πολύ σημαντικό. Αλλά οι μέχρι στιγμής πληροφορίες, είναι ανυπόστατες. Πρόκειται για Μακεδονικό τάφο και όχι για μνημείο προς τιμή κάποιου. Και η επιγραφή στο λιοντάρι πρέπει να αποσυσχετιστεί από το ταφικό μνημείο».

Ο ίδιος κάνει λόγο μάλιστα για σύγχυση ως προς τη χρονολογία στην οποία θα έπρεπε να τοποθετείται το εύρημα. «Δεν είναι στο τέλος του 4ου αιώνα, αλλά στις αρχές του 3ου αιώνα π. Χ.», ενώ απορρίπτει τα σενάρια περί Αντιγόνου. «Όταν δημιουργήθηκε ο τύμβος, ο Αντίγονος είχε σκοτωθεί, οπότε τίποτα από τα μέχρι στιγμής στοιχεία δεν έχει βάση».

Από την πλευρά της, η επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας των οστών που βρέθηκαν πριν περίπου εννιά μήνες εντός του τύμβου Σέβη Τριανταφύλλου, αναφέρει ότι «δεν ξέρω για ποιο λόγο γίνεται κουβέντα σήμερα. Θα βρω συναδέλφους από το χώρο της Κλασικής Αρχαιολογίας, για να καταλάβω».

Η καθηγήτρια Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Χρύσα Παλιαδέλη, μιλώντας σε τηλεοπτική εκπομπή, χαρακτήρισε «ενδιαφέρουσα πρόταση» την ανακοίνωση της επικεφαλής των αρχαιολογικών ερευνών, ότι δηλαδή ο τύμβος Καστά πιθανότατα προοριζόταν για τον Ηφαιστίωνα κατά παραγγελία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τόνισε: «Θα μπορούσαμε να πούμε με ασφάλεια ότι το μνημείο χρονολογείται στα τέλος του 4ου π.Χ. αιώνα ή στα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια, όμως χρειάζεται πολλή ακόμη δουλειά μέχρι την εξαγωγή συμπερασμάτων. Για χρόνια θα συζητάμε τις προτάσεις και θα δοθούν κι άλλα στοιχεία» επεσήμανε η αρχαιολόγος.

Τα  οστά μαρτυρούν τον ένοικο του τάφου;

Η επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας των οστών που βρέθηκαν πριν περίπου εννιά μήνες εντός του τύμβου (μαζί με την Επίκουρη καθηγήτρια Χ. Παπαγεωργοπούλου) και Επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. με ειδίκευση στην οστεοαρχαιολογία, Σέβη Τριανταφύλλου επισημαίνει στο NEWS 247 ότι: «Αυτό που αφορά στον τομέα μου και μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι οι έρευνες για τα οστά πάγωσαν για οικονομικούς λόγους. Ό, τι έπρεπε να μάθουμε, δημοσιεύτηκε τον περασμένο Ιανουάριο. Οι ηλικίες και το φύλο του καθενός από τους πέντε σκελετούς που βρέθηκαν εντός μνημείου. Η έρευνά μας ήταν κανονικά τριετής, αλλά δυστυχώς, λόγω κρίσης δεν καταφέραμε να την ολοκληρώσουμε. Ζητούμενο παραμένει η συγγένεια των πέντε ανθρώπων».

Ωστόσο η ίδια κατέστησε σαφές ότι: «Τα οστά δεν θα μαρτυρήσουν ποτέ από μόνα τους τον ένοικο του τάφου. Το DNA δεν μπορεί να δώσει τέτοιες πληροφορίες. Και αυτό ο κόσμος πρέπει να το αντιληφθεί»

http://hellenes-romaion.blogspot.gr

Amphipolis.gr | Η συνωμοσία του Δαρείου

 

Βρισκόμαστε στα 522 π.Χ. Η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της Οικουμένης συγκλονίζεται από μια δυναστική κρίση η οποία έχει όλα τα χαρακτηριστικά ιστορίας αστυνομικού μυστηρίου. Ο νόμιμος βασιλιάς βρίσκεται σε εκστρατεία στην Αίγυπτο, την οποία και κατακτά. Πάντα ήταν δεσποτικός, φαίνεται όμως πλέον να βυθίζεται στην τρέλα καθώς δολοφονεί μέλη της οικογένειάς του, μεταξύ των οποίων και τον αδελφό του, για τον οποίο, ίσως όχι άδικα, διατηρεί υποψίες ότι επιβουλεύεται τον βασιλικό θρόνο.
Στον δρόμο της επιστροφής, ο βασιλιάς δέχεται έναν αγγελιαφόρο ο οποίος τον πληροφορεί ότι στην Περσία την εξουσία έχει αναλάβει ένας σφετεριστής που παρουσιάζεται ως αδελφός του βασιλιά. Λίγο μετά ο ηγεμόνας τραυματίζεται στο πόδι κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και σύντομα πεθαίνει από το τραύμα του. Μια ομάδα Περσών ευγενών συνωμοτεί για να ανατρέψει τον σφετεριστή. Τα σχέδια των συνωμοτών επιτυγχάνουν και η βασιλική εξουσία καταλήγει στον άνθρωπο που θα φέρει την περσική αυτοκρατορία στο απόγειο της δόξας της.

Ας δούμε πώς παρουσιάζουν την ιστορία οι διάφορες πηγές που διαθέτουμε, πριν προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις διηγήσεις αυτές, τις αντιφάσεις τους και τις μεταξύ τους αντιθέσεις, και, έπειτα, να εντοπίσουμε τα όποια στοιχεία ιστορικής πραγματικότητας μπορεί να περιέχουν ή… να αποκρύπτουν.

Ι. Οι πηγές

Όπως επισημαίνει ο σπουδαιότερος αχαιμενιδολόγος της εποχής μας, ο Πιέρ Μπριάν [«Histoire de l’Empire Perse (De Cyrus à Alexandre)«, Fayard, Παρίσι, 1996, σελ. 109], ο ιστορικός που επιχειρεί να διαλευκάνει τη δυναστική κρίση του 522 εξαρτάται κατά τρόπο σχεδόν απόλυτο από τις ελληνικές πηγές της κλασσικής αρχαιότητας, ιδίως δε από τον Ηρόδοτο.

Ι. Α. Οι ελληνικές πηγές

α. Η εκδοχή του Ηροδότου: Ο ιστορικός από την Αλικαρνασσό παρουσιάζει τον Πέρση βασιλιά Καμβύση σαν ψυχικά διαταραγμένο άτομο. Η παραφροσύνη του εκδηλώνεται έχοντας ως πρώτο θύμα τον αμφιθαλή αδελφό του, τον Σμέρδι. Η οργή του ηγεμόνα κατά του αδελφού του έχει, κατά τον Ηρόδοτο, διττό αίτιο: πρώτον, την προσβολή προς το πρόσωπο του βασιλιά, όταν ο αδελφός του είναι ο μόνος από τους Πέρσες που επιχειρεί και κατορθώνει να λυγίσει το τόξο που φέρνει δώρο στον Καμβύση ο ηγεμόνας των Αιθιόπων. Δεύτερον, το ότι ο Καμβύσης βλέπει σε όνειρο τον αδελφό του να κάθεται στον βασιλικό θρόνο. Οι λόγοι αυτοί είναι αρκετοί για να διατάξει τον ακόλουθό του, τον Πρηξάσπη, να δολοφονήσει τον Σμέρδι:
«Καμβύσης δέ, ὡς λέγουσι Αἰγύπτιοι, αὐτίκα διὰ τοῦτο τὸ ἀδίκημα ἐμάνη, ἐὼν οὐδὲ πρότερον φρενήρης. καὶ πρῶτα μὲν τῶν κακῶν ἐξεργάσατο τὸν ἀδελφεὸν Σμέρδιν ἐόντα πατρὸς καὶ μητρὸς τῆς αὐτῆς, τὸν ἀπέπεμψε ἐς Πέρσας φθόνῳ ἐξ Αἰγύπτου, ὅτι τὸ τόξον μοῦνος Περσέων ὅσον τε ἐπὶ δύο δακτύλους εἴρυσε, τὸ παρὰ τοῦ Αἰθίοπος ἤνεικαν οἱ Ἰχθυοφάγοι, τῶν δὲ ἄλλων Περσέων οὐδεὶς οἷός τε ἐγένετο. ἀποιχομένου ὦν ἐς Πέρσας τοῦ Σμέρδιος ὄψιν εἶδε ὁ Καμβύσης ἐν τῷ ὕπνῳ τοιήνδε· ἔδοξέ οἱ ἄγγελον ἐλθόντα ἐκ Περσέων ἀγγέλλειν ὡς ἐν τῷ θρόνῳ τῷ βασιληίῳ ἱζόμενος Σμέρδις τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ ψαύσειε. πρὸς ὦν ταῦτα δείσας περὶ ἑωυτοῦ μή μιν ἀποκτείνας ὁ ἀδελφεὸς ἄρχῃ, πέμπει Πρηξάσπεα ἐς Πέρσας, ὃς ἦν οἱ ἀνὴρ Περσέων πιστότατος, ἀποκτενέοντά μιν. ὁ δὲ ἀναβὰς ἐς Σοῦσα ἀπέκτεινε Σμέρδιν, οἳ μὲν λέγουσι ἐπ᾽ ἄγρην ἐξαγαγόντα, οἳ δὲ ἐς τὴν Ἐρυθρὴν θάλασσαν προαγαγόντα καταποντῶσαι» (Ηρόδοτος, βιβλίο Γ΄ Θάλεια, 30, 1-3).

Ο Αλικαρνασσεύς παραθέτει στη συνέχεια όλα τα εγκλήματα που διαπράττει μέσα στην παράνοιά του ο Καμβύσης: σκοτώνει την αδελφή και σύζυγό του, η οποία μάλιστα εγκυμονεί. Θάβει ζωντανούς δώδεκα νέους ευγενείς Πέρσες. Βασανίζει τον πρώην βασιλιά της Λυδίας, τον Κροίσο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η φρικιαστική εκτέλεση του βασιλικού δικαστή Σισάμνη, τον οποίο ο Καμβύσης, κρίνοντάς τον ένοχο χρηματισμού, διατάζει να γδάρουν και με το δέρμα του να ντύσουν τον θρόνο στον οποίο θα κάθεται ο νέος βασιλικός δικαστής (ο Οτάνης, γιος του εκτελεσθέντος), έτσι ώστε να είναι διπλά προσεκτικός κατά την έκδοση των αποφάσεών του.

Ενώ, όμως, ο Καμβύσης παραμένει στην Αίγυπτο, δύο αδέλφια που είναι Μάγοι, ανήκουν δηλαδή στην κάστα των Ιρανών ιερέων, εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι η δολοφονία του αδελφού του βασιλιά είχε κρατηθεί μυστική. Ο ένας από αυτούς, ο Πατιζείθης ανέβασε στο βασιλικό θρόνο τον αδελφό του που έφερε το ίδιο όνομα με τον δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση και του έμοιαζε πολύ! Τα νέα φτάνουν και στο στρατόπεδο του Καμβύση, κατά την επιστροφή του από την Αίγυπτο, ενώ αυτός βρίσκεται στη Συρία.
«Καμβύσῃ δὲ τῷ Κύρου χρονίζοντι περὶ Αἴγυπτον καὶ παραφρονήσαντι ἐπανιστέαται ἄνδρες Μάγοι δύο ἀδελφεοί, τῶν τὸν ἕτερον καταλελοίπεε τῶν οἰκίων μελεδωνὸν ὁ Καμβύσης. οὗτος δὴ ὦν οἱ ἐπανέστη μαθών τε τὸν Σμέρδιος θάνατον ὡς κρύπτοιτο γενόμενος, καὶ ὡς ὀλίγοι εἴησαν οἱ ἐπιστάμενοι αὐτὸν Περσέων, οἱ δὲ πολλοὶ περιεόντα μιν εἰδείησαν. Πρὸς ταῦτα βουλεύσας τάδε ἐπεχείρησε τοῖσι βασιληίοισι. ἦν οἱ ἀδελφεός, τὸν εἶπά οἱ συνεπαναστῆναι, οἰκὼς μάλιστα τὸ εἶδος Σμέρδι τῷ Κύρου, τὸν ὁ Καμβύσης ἐόντα ἑωυτοῦ ἀδελφεὸν ἀπέκτεινε· ἦν τε δὴ ὅμοιος εἶδος τῷ Σμέρδι καὶ δὴ καὶ οὔνομα τὠυτὸ εἶχε Σμέρδιν. Τοῦτον τὸν ἄνδρα ἀναγνώσας ὁ Μάγος Πατιζείθης ὥς οἱ αὐτὸς πάντα διαπρήξει, εἷσε ἄγων ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον. ποιήσας δὲ τοῦτο κήρυκας τῇ τε ἄλλῃ διέπεμπε καὶ δὴ καὶ ἐς Αἴγυπτον προερέοντα τῷ στρατῷ ὡς Σμέρδιος τοῦ Κύρου ἀκουστέα εἴη τοῦ λοιποῦ ἀλλ᾽ οὐ Καμβύσεω.

Οἵ τε δὴ ὦν ἄλλοι κήρυκες προηγόρευον ταῦτα καὶ δὴ καὶ ὁ ἐπ᾽ Αἴγυπτον ταχθείς, εὕρισκε γὰρ Καμβύσεα καὶ τὸν στρατὸν ἐόντα τῆς Συρίης ἐν Ἀγβατάνοισι, προηγόρευε στὰς ἐς μέσον τὰ ἐντεταλμένα ἐκ τοῦ Μάγου» (Ηρόδοτος, Θάλεια, 61-62).

Αρχικά, ο Αχαιμενίδης καταλαμβάνεται από τύψεις, γιατί συνειδητοποιεί ότι μάλλον άδικα είχε εκτελέσει τον αδελφό του, μια και άλλος τελικά ήταν ο σφετεριστής. Έπειτα, η λογική επικρατεί κι ο Καμβύσης αποφασίζει να επιστρέψει το ταχύτερο δυνατό στα Σούσα για να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή. Καθώς, όμως, ανεβαίνει στο άλογό του, το ξίφος του φεύγει από τη θήκη και τον τραυματίζει σοβαρά στο πόδι.

«Ἐνθαῦτα ἀκούσαντα Καμβύσεα τὸ Σμέρδιος οὔνομα ἔτυψε ἡ ἀληθείη τῶν τε λόγων καὶ τοῦ ἐνυπνίου· ὃς ἐδόκεε ἐν τῷ ὕπνῳ ἀπαγγεῖλαι τινά οἱ ὡς Σμέρδις ἱζόμενος ἐς τὸν βασιλήιον θρόνον ψαύσειε τῇ κεφαλῇ τοῦ οὐρανοῦ. Μαθὼν δὲ ὡς μάτην ἀπολωλεκὼς εἴη τὸν ἀδελφεόν, ἀπέκλαιε Σμέρδιν· ἀποκλαύσας δὲ καὶ περιημεκτήσας τῇ ἁπάσῃ συμφορῇ ἀναθρώσκει ἐπὶ τὸν ἵππον, ἐν νόῳ ἔχων τὴν ταχίστην ἐς Σοῦσα στρατεύεσθαι ἐπὶ τὸν Μάγον. Καί οἱ ἀναθρώσκοντι ἐπὶ τὸν ἵππον τοῦ κολεοῦ τοῦ ξίφεος ὁ μύκης ἀποπίπτει, γυμνωθὲν δὲ τὸ ξίφος παίει τὸν μηρόν… τῷ δὲ ἔτι πρότερον ἐκέχρηστο ἐκ Βουτοῦς πόλιος ἐν Ἀγβατάνοισι τελευτήσειν τὸν βίον. ὃ μὲν δὴ ἐν τοῖσι Μηδικοῖσι Ἀγβατάνοισι ἐδόκεε τελευτήσειν γηραιός, ἐν τοῖσί οἱ ἦν τὰ πάντα πρήγματα· τὸ δὲ χρηστήριον ἐν τοῖσι ἐν Συρίῃ Ἀγβατάνοισι ἔλεγε ἄρα. Καὶ δὴ ὡς τότε ἐπειρόμενος ἐπύθετο τῆς πόλιος τὸ οὔνομα, ὑπὸ τῆς συμφορῆς τῆς τε ἐκ τοῦ Μάγου ἐκπεπληγμένος καὶ τοῦ τρώματος ἐσωφρόνησε, συλλαβὼν δὲ τὸ θεοπρόπιον εἶπε “ἐνθαῦτα Καμβύσεα τὸν Κύρου ἐστὶ πεπρωμένον τελευτᾶν„» (64).

Ο Καμβύσης αντιλαμβάνεται ότι μάλλον το τέλος του πλησιάζει. Καλεί τους ευγενείς και τους αποκαλύπτει την αλήθεια. Τη δολοφονία του αδελφού του, τους λόγους για τους οποίους την αποφάσισε, τον σφετερισμό της εξουσίας από τον Μάγο (65). Πάντως, οι Πέρσες ευγενείς της ακολουθίας του Καμβύση δεν φαίνεται να πιστεύουν τα περί συνωμοσίας Μάγων και μάλλον θεωρούν ότι σφετεριστής είναι ο αδελφός του βασιλιά. Αποδίδουν τα λόγια του Καμβύση στο μίσος που είχε για τον αδελφό του και θεωρούν ότι σκοπός του είναι να κάνει όλους τους Πέρσες να στραφούν κατά του δεύτερου και να μην τον αφήσουν στον θρόνο των Αχαιμενιδών. Λίγες μέρες αργότερα, η γάγγραινα που προκάλεσε το τραύμα παίρνει τον Καμβύση στον κόσμο των νεκρών.

«μετὰ δὲ ταῦτα ὡς ἐσφακέλισέ τε τὸ ὀστέον καὶ ὁ μηρὸς τάχιστα ἐσάπη, ἀπήνεικε Καμβύσεα τὸν Κύρου, βασιλεύσαντα μὲν τὰ πάντα ἑπτὰ ἔτεα καὶ πέντε μῆνας, ἄπαιδα δὲ τὸ παράπαν ἐόντα ἔρσενος καὶ θήλεος γόνου. Περσέων δὲ τοῖσι παρεοῦσι ἀπιστίη πολλὴ ὑπεκέχυτο τοὺς Μάγους ἔχειν τὰ πρήγματα, ἀλλ᾽ ἠπιστέατο ἐπὶ διαβολῇ εἰπεῖν Καμβύσεα τὰ εἶπε περὶ τοῦ Σμέρδιος θανάτου, ἵνα οἱ ἐκπολεμωθῇ πᾶν τὸ Περσικόν» (66, 2-3).

Για επτά μήνες ο σφετεριστής βασιλεύει ανενόχλητος. Λαμβάνει μάλιστα και φιλολαϊκά μέτρα για να εδραιώσει την εξουσία του (τριετής φορολογική ατέλεια). Έπειτα, ο Ηρόδοτος εμφανίζει τον Οτάνη, έναν από τους ευγενέστερους των Περσών, να υποψιάζεται την απάτη του ψευδο-Σμέρδιος. Ρωτά την κόρη του, την Φαιδύμη, η οποία ήταν σύζυγος του Καμβύση και τώρα αυτού που εμφανίζεται ως Σμέρδις. Εκείνη του απαντά ότι ποτέ δεν έχει δει τον Σμέρδι κατά πρόσωπο. Ο Οτάνης της λέει να ρωτήσει την Άτοσσα που εκτός από βασιλική σύζυγος είναι και αδελφή του Καμβύση και του Σμέρδιος. Αυτή θα ξέρει καλά αν πρόκειται για τον αδελφό της ή για κάποιον σφετεριστή. Η Φαιδύμη απαντά ότι δεν μπορεί να δει την Άτοσσα, μια και βρίσκονται σε διαφορετικά διαμερίσματα και ο βασιλιάς δεν επιτρέπει στη μια βασιλική σύζυγο να δει την άλλη (68). Ο Οτάνης αρχίζει να βεβαιώνεται για την πλαστοπροσωπία. Γνωρίζοντας ότι ο Καμβύσης είχε τιμωρήσει τον Μάγο Σμέρδι για κάποιο παράπτωμα κόβοντάς του τα αυτιά («τοῦ δὲ Μάγου τούτου τοῦ Σμέρδιος Κῦρος ὁ Καμβύσεω ἄρχων τὰ ὦτα ἀπέταμε ἐπ᾽ αἰτίῃ δή τινι οὐ σμικρῇ»), ζητά από την κόρη του να διαπιστώσει η ίδια αν ο «βασιλιάς» έχει αυτιά ή όχι. Όταν η Φαιδύμη του δίνει την αναμενόμενη αρνητική απάντηση, ο Οτάνης βάζει σε εφαρμογή το σχέδιό του. Καλεί δύο άλλους ευγενείς, τον Ασπαθίνη και τον Γοβρύα και αποφασίζουν να σκοτώσουν τον Μάγο σφετεριστή. Ο κάθε συνωμότης αναλαμβάνει να βρει κι έναν ακόμη συνεργό (ο Οτάνης προσεταιρίζεται τον Ινταφέρνη, ο Γοβρύας τον Μεγάβυζο και ο Ασπαθίνης τον Υδάρνη). Τότε εμφανίζεται στα Σούσα κι ένας άλλος σπουδαίος Πέρσης αριστοκράτης, ο Δαρείος, τον οποίο οι υπόλοιποι καθιστούν αμέσως συμμέτοχο στο σχέδιό τους.

«γεγονότων δὲ τούτων ἓξ παραγίνεται ἐς τὰ Σοῦσα Δαρεῖος ὁ Ὑστάσπεος ἐκ Περσέων ἥκων· τούτων γὰρ δὴ ἦν οἱ ὁ πατὴρ ὕπαρχος. ἐπεὶ ὦν οὗτος ἀπίκετο, τοῖσι ἓξ τῶν Περσέων ἔδοξε καὶ Δαρεῖον προσεταιρίσασθαι» (70).

Ο Δαρείος αποκτά ηγετικό ρόλο στη συνωμοσία. Ενώ ο Οτάνης προτείνει να καθυστερήσουν την εφαρμογή του σχεδίου μέχρι να ήσουν την εφαρμογή του σχεδίου μέχρι να βεβαιωθούν για την επιτυχία τους, ο Δαρείος προτείνει να αναλάβουν αμέσως δράση, άποψη την οποία επιβάλλει (76). Πράγματι, Δαρείος και Γοβρύας εισβάλλουν στα βασιλικά διαμερίσματα του ανακτόρου στα Σούσα κι ο πρώτος σκοτώνει τον Μάγο σφετεριστή, ενώ ο δεύτερος τον έχει προηγουμένως ακινητοποιήσει (78).

Στη συνέχεια, οι συνωμότες συσκέπτονται για το τι πρέπει να πράξουν όσον αφορά τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας. Ο Ηρόδοτος τους εμφανίζει να διατυπώνουν πολιτικές απόψεις εξόχως ελληνικές. Ο Οτάνης υποστηρίζει μια μορφή δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς μιλά για «ισονομία» με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης (δηλ. της ίσης συμμετοχής των πολιτών στα αξιώματα και τις ευθύνες της διακυβέρνησης) (80), ο Μεγάβυζος μιλά ως υποστηρικτής της ολιγαρχίας (81), ενώ ο Δαρείος υποστηρίζει τη διατήρηση του θεσμού της βασιλείας (82). Όπως αναμένεται, η άποψη του Δαρείου επικρατεί και μένει να αποφασισθεί ο τρόπος επιλογής του νέου βασιλέα μεταξύ των επτά. Ο τρόπος αυτός είναι η… ιππομαντεία: βασιλιάς θα γίνει αυτός που την επόμενη αυγή το άλογό του θα χλιμιντρίσει πρώτο (84)! Ο Δαρείος φυσικά θα νικήσει, χάρη στο σόφισμα του ιπποκόμου του, του Οιβάρη (85-87).

«Δαρεῖός τε δὴ ὁ Ὑστάσπεος βασιλεὺς ἀπεδέδεκτο» (88,1).

Προκειμένου δε να νομιμοποιήσει περισσότερο την εξουσία του, ο Δαρείος νυμφεύεται δύο κόρες του Κύρου, την Άτοσσα, που υπήρξε σύζυγος και του Καμβύση και του ψευδο-Σμέρδιος, και την Αρτυστώνη, αλλά και την Πάρμυ, κόρη του Σμέρδιος, του αδελφού του Καμβύση, και, φυσικότατα, την κόρη του Οτάνη, η οποία αποκάλυψε την πλαστοπροσωπία του Μάγου, τη Φαιδύμη (88, 2).

β. Οι υπόλοιπες αρχαιοελληνικές πηγές: Χωρίς να έχουν την έκταση και τη γλαφυρότητα της μυθιστορηματικής διήγησης του ιστορικού από την Αλικαρνασσό, κι άλλοι Έλληνες συγγραφείς αναφέρονται στην περσική δυναστική κρίση του 522 ή σε πρόσωπα και γεγονότα σχετικά με αυτήν.

Στην Κύρου Παιδεία, ο Ξενοφών δεν ασχολείται με γεγονότα μεταγενέστερα του θανάτου του Κύρου (αν μπορούμε να πούμε ότι στο συγκεκριμένο ηθικοπλαστικό σύγγραμμα ο Αθηναίος ασχολείται με γεγονότα). Μνημονεύει όμως τον αμφιθαλή αδελφό του Καμβύση ως Ταναοξάρη.

Στους Πέρσες, ο Αισχύλος μνημονεύει τον αδελφό του Καμβύση, τον οποίο ονομάζει Μάρδο: «Κύρου δὲ παῖς… πέμπτος δὲ Μάρδος ἦρξεν, αἰσχύνη πάτρᾳ θρόνοισί τ´ ἀρχαίοισι» (773-775). Αναφέρει ότι βασίλεψε και τον χαρακτηρίζει ντροπή της δυναστείας, αλλά δεν κάνει λόγο για σφετερισμό από κάποιο Μάγο.

Πολύ πιο εκτενή αναφορά στα γεγονότα κάνει ο Κτησίας, ο Έλληνας αρχίατρος της περσικής αυλής στα χρόνια του Αρταξέρξη Β΄ (405-359). Στα Περσικά, ο Κτησίας ονομάζει Τανυοξάρκη τον αδελφό του Καμβύση. Αιτία του χαμού του Τανυοξάρκη είναι, κατά τον Κτησία, η σφοδρή διαμάχη του με τον Μάγο Σφενδαδάτη. Ο Μάγος καταγγέλει τον Τανυοξάρκη στον Καμβύση, ισχυριζόμενος ότι σκοπεύει να σφετεριστεί την βασιλική εξουσία. Ο Καμβύσης πείθεται και διατάζει την εκτέλεση του αδελφού του. Μετά από αυτό, ο Σφενδαδάτης εκμεταλλεύεται τη μεγάλη εμφανισιακή ομοιότητά του με τον πρίγκιπα και διοικεί τη Βακτριανή ως σατράπης για πέντε χρόνια. Στο σημείο αυτό εμφανίζονται στο προσκήνιο δύο ευνούχοι, ο Αρτασύρας και ο Βαγαπάτης, οι οποίοι ανεβάζουν τον Σφενδαδάτη στον βασιλικό θρόνο. Ένας τρίτος ευνούχος, ο Ιζαβάτης, απειλεί να αποκαλύψει την απάτη. Οι συνωμότες τον δολοφονούν (Περσικά, 10-13).

Εκτός από τους συγγραφείς της κλασσικής αρχαιότητας, υπάρχει και ο Ιουστίνος, Ρωμαίος ιστορικός του 3ου-4ου αι. μ.Χ. (Ι, 9, 4-11). Και αυτός αναφέρει το όνειρο του Καμβύση στην Αίγυπτο, που βλέπει τον αδελφό του τον… Μέργη να κάθεται στον βασιλικό θρόνο. Ο Καμβύσης αναθέτει σε έναν έμπιστο ακόλουθο, τον Μάγο Κομήτη, να δολοφονήσει τον Μέργη. Ο Κομήτης εκτελεί την αποστολή που του ανατέθηκε, αλλά καθώς στο μεταξύ πεθαίνει ο Καμβύσης ο Μάγος αποφασίζει να ανεβάσει στον θρόνο τον δικό του αδελφό, τον Οροπάστη, ο οποίος έχει το μεγάλο προσόν, καλά το καταλάβατε, να… μοιάζει πολύ στην εξωτερική εμφάνιση με τον δολοφονημένο αδελφό του Καμβύση.

Μεταξύ των διαφόρων εκδοχών της ιστορίας εντυπωσιάζουν οι διαφορές ως προς το όνομα του αδελφού του Καμβύση (Σμέρδις, Ταναοξάρης, Τανυοξάρκης, Μάρδος και Μέργης), αλλά και του σφετεριστή (Σμέρδις, Σφενδαδάτης, Οροπάστης) ή των συνωμοτών που τον ανεβάζουν στον θρόνο (Πατιζείθης, Αρτασύρας και Βαγοπάτης, Κομήτης). Υπάρχουν, όμως, μερικά θεμελιώδη κοινά στοιχεία, όπως παρατηρεί και ο Μπριάν (όπ.π., σελ. 110-111):

– Η δολοφονία του αδελφού του Καμβύση, κατόπιν διαταγής του Αχαιμενίδη βασιλέα.

– Η αντικατάσταση του πρίγκιπα από έναν Μάγο.

– Η εντυπωσιακή ομοιότητα ως προς την εξωτερική εμφάνιση μεταξύ του Μάγου και του πρίγκιπα.

Ουσιώδης διαφοροποίηση παρατηρείται ως προς τη χρονική σειρά των γεγονότων. Κατά τον Ηρόδοτο τόσο η δολοφονία του Σμέρδιος όσο και ο σφετερισμός του θρόνου από τον Μάγο με το ίδιο όνομα συμβαίνουν κατά τον χρόνο της εκστρατείας του Καμβύση στην Αίγυπτο. Ο Κτησίας, αντίθετα, τοποθετεί τη δολοφονία του πρίγκιπα πέντε χρόνια πριν τον σφετερισμό. Κατά τον Ιουστίνο, τέλος, και η δολοφονία και ο σφετερισμός έπονται του θανάτου του Καμβύση. Προφανώς, στους κύκλους της περσικής αριστοκρατίας, αλλά και μεταξύ των Ελλήνων στη Μικρά Ασία και στην κυρίως Ελλάδα, θα πρέπει, ήδη από τον 5ο αιώνα, να κυκλοφορούσαν διάφορες ιστορίες σχετικά με την άνοδο του Δαρείου στην εξουσία, τις οποίες μάλλον ανέμιξαν ή ερμήνευσαν ο Ηρόδοτος και οι συνεχιστές του.

Ι. Β. Η περσική πηγή: η εκδοχή του Δαρείου

Ευτυχώς, έχουμε στη διάθεσή μας και μια περσική πηγή και μάλιστα αυτήν του μεγάλου πρωταγωνιστή, του Δαρείου. Στη λαξεμένη στον βράχο μνημειακή επιγραφή του Μπεχιστούν, ο Πέρσης ηγεμόνας δίνει τη δική του εκδοχή γιατο πώς βρέθηκε στον θρόνο των Αχαιμενιδών.

«Βασίλευε ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου, κι είχε έναν αμφιθαλή αδελφό που ονομαζόταν Μπαρντίγια. Έπειτα ο Καμβύσης σκότωσε τον Μπαρντίγια. Ο φόνος αυτός δεν έγινε γνωστός στον λαό. Αργότερα ο Καμβύσης έφυγε για την Αίγυπτο και, στη συνέχεια, ο λαός επαναστάτησε. Μετά απ’ αυτό, το ψέμα κυριάρχησε στην Περσία, στη Μηδία και στους άλλους λαούς. Έπειτα εμφανίστηκε κάποιος, ένας Μάγος που τον έλεγαν Γκαουμάτα. Αυτός στασίασε στην Παϊσιγιαουβάντα, κοντά στο όρος Αρακάντρι, τη 14η ημέρα του μηνός Βιγιάξνα. Είπε ψέματα στον λαό: «Είμαι ο Μπαρντίγια, ο γιος του Κύρου, ο αδελφός του Καμβύση». Τότε, ο λαός ολόκληρος εξεγέρθηκε κατά του Καμβύση και συντάχθηκε με τον στασιαστή και στην Περσία και στη Μηδία και στις υπόλοιπες χώρες. Ο Μάγος σφετερίστηκε τη βασιλική εξουσία την 9η ημέρα του μηνός Γκαρμαπάντα [= 1.3.522]. Έπειτα ο Καμβύσης πέθανε από φυσικό θάνατο…

Κανείς, Πέρσης ή Μήδος… δεν μπόρεσε να πάρει τη βασιλεία από τα χέρια του Γκαουμάτα, του Μάγου. Ο λαός τον φοβόταν πολύ. Αυτός σκότωνε πολλούς που είχαν γνωρίσει τον Μπαρντίγια. Να γιατί τους σκότωνε: «Να μη μάθουν ότι δεν είμαι ο Μπαρντίγια, ο γιος του Κύρου». Κανείς δεν τολμούσε πει οτιδήποτε για τον Γκαουμάτα τον Μάγο, ώσπου εμφανίστηκα εγώ…

Με τη βοήθεια του Αχούρα Μάζδα και με λίγους άντρες σκότωσα τον Μάγο και τους υποστηρικτές του. Τον σκότωσα στο οχυρό που ονομάζεται Σικαγιαουβάτι, στην περιοχή της Νισάγια, στη Μηδία. Του πήρα το βασίλειο και με τη δύναμη του Αχούρα Μάζδα έγινα βασιλιάς…» (επιγραφή του Μπεχιστούν, 1η στήλη, 10-13).

«Ιδού οι άνδρες που ήταν παρόντες όταν σκότωσα τον Γκαουμάτα, τον Μάγο που υποστήριζε ότι ήταν ο Μπαρντίγια. Συνεργάστηκαν μαζί μου ως πιστοί υποστηρικτές.

Ο Βιντάρνα,γιος του Βαγιασπάρα [= Ινταφέρνης]

Ο Ουτάνα, γιος του Θούκρα [= Οτάνης]

Ο Γκαουμπαρούβα, γιος του Μαρντουνίγια [= Γοβρύας, πατέρας του Μαρδονίου]

Ο Βιντάρνα, γιος του Μπαγκαμπίνια [= Υδάρνης]

Ο Μπαγκαμπούξα, γιος του Ντατουβάχυα [= Μεγάβυζος]

Ο Αρντουμάνις, γιος του Βακάουνα» (επιγραφή του Μπεχιστούν, 4η στήλη, 68-69).

Μεταξύ της λεπτομερούς εξιστόρησης του Ηροδότου και της διακήρυξης του Δαρείου του Μεγάλου υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία, όπως και μερικές ουσιώδεις διαφορές.

– Ο Δαρείος τοποθετεί χρονικά τη δολοφονία του αδελφού του Καμβύση πριν την αναχώρηση του μονάρχη για την αιγυπτιακή εκστρατεία, ενώ ο Αλικαρνασσεύς στο διάστημα που ο Καμβύσης βρίσκεται στην Αίγυπτο.

– Διαφέρουν τα ονόματα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι το «Σμέρδις» αποτελεί μεταγραφή στα ελληνικά του περσικού ονόματος «Μπαρντίγια», παραμένει η διαφοροποίηση ως προς το όνομα του σφετεριστή Μάγου, που κατά τον Ηρόδοτο είναι και πάλι «Σμέρδις», ενώ κατά τον Δαρείο «Γκαουμάτα» (όνομα που παραπέμπει στον Κομήτη του Ιουστίνου, που, όμως, είναι μεν συνωμότης κατά του Καμβύση, πλην όμως ανεβάζει τελικά στον θρόνο τον αδελφό του, τον Οροπάστη).

– Ο ρόλος του ίδιου του Δαρείου παρουσιάζεται και αξιολογείται με διαφορετικό τρόπο στο ένα και στο άλλο κείμενο (Briant, όπ.π., σελ. 112, 120). Ο Δαρείος δεν κάνει λόγο για συνωμοσία, μνημονεύει μόνο τους πιστούς υποστηρικτές του (οι οποίοι συμπίπτουν σχεδόν απόλυτα με αυτούς που αναφέρει ως συνωμότες ο Ηρόδοτος: η μόνη διαφοροποίηση αφορά τον Αρντουμάνις, ο οποίος δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον Ασπαθίνη του Ηροδότου). Τη βασιλική εξουσία, ο Δαρείος την οφείλει στον Αχούρα Μάζδα (και στον εαυτό του).

– Ο τρόπος και ο τόπος θανάτωσης του σφετεριστή. Αντί της δολοφονίας στα ανάκτορα, ο Δαρείος κάνει λόγο για μάχες και κατάληψη οχυρού στο οποίο είχε καταφύγει με τους υποστηρικτές του ο Μάγος.

ΙΙ. Μια απόπειρα εξήγησης

Είναι δυνατόν να συμβιβαστούν όλες αυτές οι διηγήσεις και κυρίως αυτή του Ηροδότου με εκείνην του Δαρείου; Πόση ιστορική αλήθεια περιέχουν; Ας προσπαθήσουμε να δούμε λίγο πιο καθαρά.

α. Οι αντίπαλοι αδελφοί: Πριν αναχωρήσει για την εκστρατεία στην Κεντρική Ασία, που έμελλε να αποβεί μοιραία για αυτόν, ο Κύρος (πιθανώς το 530) ονόμασε κι επίσημα διάδοχό του τον μεγαλύτερο γιο του, τον Καμβύση. Τον νεότερο γιο, τον Μπαρντίγια, τον «αποζημίωσε» διορίζοντάς τον σατράπη της Βακτριανής, με το προνόμιο μάλιστα της απαλλαγής από την υποχρέωση απόδοσης φόρου υποτελείας στον αδελφό του. (Briant, όπ.π., σελ. 60, 113). Η προτίμηση του Κύρου για τον πρωτότοκο ήταν από καιρό παγιωμένη: ήδη από το 539, τον είχε ονομάσει βασιλέα της Βαβυλώνας.

Η εντελώς αρνητική εικόνα του Καμβύση την οποία δίνουν οι κλασσικές πηγές πρέπει να αντιμετωπιστεί με πολλές επιφυλάξεις. Όπως επισημαίνει και ο Μπριάν πρόκειται για λογοτεχνικό τόπο που συχνά συνδυάζεται με τη γνωστή επιχειρηματολογία περί περσικής παρακμής (όπ.π., σελ. 60, 109). Συνήθως υπάρχει η αντιστικτική παρουσίαση του «καλού» Κύρου, «πατέρα» της αυτοκρατορίας, και του δεσποτικού και παράφρονα Καμβύση. Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Ηροδότου «Καμβύσης δὲ δεσπότης, Κῦρος δὲ πατήρ… ὁ δὲ ὅτι χαλεπός τε ἦν καὶ ὀλίγωρος, ὁ δὲ ὅτι ἤπιός τε καὶ ἀγαθά σφι πάντα ἐμηχανήσατο» (Γ΄ «Θάλεια«, 85, 3). Γενικά, όλα τα δεινά και οι αμαρτίες που οι πηγές αποδίδουν στον Καμβύση δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα (βλ. π.χ. Μπριάν, όπ.π., σελ. 66 επ., όπου, βασιζόμενος σε αιγυπτιακές πηγές, ο ιστορικός επιχειρεί να ανασκευάσει τις κατηγορίες περί καταστροφής ιερών από τον Καμβύση).

Σε κάθε περίπτωση, η έχθρα μεταξύ Καμβύση και Μπαρντίγια/ Σμέρδιος αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, μια και πολλά στοιχεία καταδεικνύουν ότι ο δεύτερος ποτέ δεν αποδέχθηκε την πατρική επιλογή: η άρνησή του (και μάλιστα δύο φορές) να παρουσιαστεί στη βασιλική αυλή μετά από πρόσκληση του αδελφού του, το ανέκδοτο που καταγράφει ο Ηρόδοτος σχετικά με το τόξο του βασιλιά των Αιθιόπων κ.λπ.

β. Η μεγάλη απάτη (;) του Δαρείου: Το πιο παράδοξο στοιχείο της ιστορίας είναι τελικά η ύπαρξη του σφετεριστή Μάγου, που εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι η «δολοφονία» του αδελφού του βασιλιά είχε κρατηθεί κρυφή. Το στοιχείο αυτό, που προφανώς προέβαλε πρώτος ο ίδιος ο Δαρείος και το δέχτηκαν οι Έλληνες συγγραφείς, είναι εξαρχής ύποπτο. Ο Δαρείος έχει κάθε συμφέρον να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν φυσικό συνεχιστή των Αχαιμενιδών και σαν πρωτεργάτη της αποκατάστασης της δυναστικής νομιμότητας. Μήπως, λοιπόν, ο Μάγος σφετεριστής (Γκαουμάτα/ Σμέρδις/ Σφενδαδάτης/ Οροπάστης) είναι απλώς ένα εφεύρημα του Δαρείου, προκειμένου να κρύψει ότι ο πραγματικός σφετεριστής της βασιλικής εξουσίας (και δολοφόνος του αδελφού του Καμβύση και πλέον νόμιμου διαδόχου του) ήταν ο ίδιος; Το ερώτημα αυτό το θέτουν όλοι σχεδόν οι σύγχρονοι ιστορικοί και οι περισσότεροι πιθανολογούν ότι η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική! Αυτή είναι και η θέση του Πιέρ Μπριάν (όπ.π., σελ. 112 επ.). Την ίδια εκδοχή παρουσιάζει και ο Γκορ Βιντάλ στο μυθιστόρημά του Δημιουργία. Εξάλλου, μοιάζει απίστευτο το «γεγονός» ότι οι βασιλικές σύζυγοι Άτοσσα και Φαιδύμη δεν είχαν αντιληφθεί τίποτε σχετικό με τη δολοφονία του αδελφού του Καμβύση και την αντικατάστασή του από έναν Μάγο σφετεριστή (Briant, όπ.π., σελ. 112).

Επομένως, αν υπήρξε κάποιος σφετεριστής της βασιλικής εξουσίας στα χρόνια του Καμβύση, αυτός πρέπει να ήταν αρχικά ο αδελφός του, ο Μπαρντίγια/ Σμέρδις. Όπως είδαμε προηγουμένως, ακόμη και κατά τον Ηρόδοτο (Γ΄ «Θάλεια«, 66), οι Πέρσες ευγενείς της ακολουθίας του Καμβύση έχουν αυτήν ακριβώς την πεποίθηση. Αν ακολουθήσουμε τη χρονική σειρά των γεγονότων κατά τον Ηρόδοτο, ο Καμβύσης, έχοντας υποτάξει την Αίγυπτο, παίρνει τον δρόμο της επιστροφής την άνοιξη του 522. Ενώ βρίσκεται στη Συρία τραυματίζεται στο πόδι και η γάγγραινα προκαλεί τον θάνατό του στις αρχές περίπου του θέρους. Βάσει της διήγησης του Δαρείου στην επιγραφή του Μπεχιστούν, ο Γκαουμάτα αυτοανακηρύχθηκε βασιλιάς στις αρχές Μαρτίου του 522. Συνδυάζοντας τα στοιχεία αυτά με την έχθρα που χωρίζει τους δύο αδελφούς, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι πράγματι ο Μπαρντίγια στασίασε κατά του αδελφού του. Είτε όμως υπήρξε σφετεριστής, είτε όχι, μετά τον θάνατο του Καμβύση ο Μπαρντίγια/Σμέρδις καθίσταται νόμιμος διάδοχος του αδελφού του, ο οποίος πέθανε άτεκνος.

γ. Λογοτεχνική φαντασία; Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η διήγηση του Ηροδότου σχετικά με τη συνωμοσία των επτά και την άνοδο του Δαρείου στον θρόνο ανταποκρίνεται στα ιστορικά γεγονότα; Πάρα πολύ δύσκολα. Ο ίδιος ο συμβολικός αριθμός επτά είναι ύποπτος. Τα διάφορα γλαφυρά περιστατικά (η αποκάλυψη της ταυτότητας του Μάγου από τη Φαιδύμη, η επιλογή του νέου βασιλιά με χρήση της ιππομαντείας, το τέχνασμα του ιπποκόμου του Δαρείου) μοιάζουν να αποτελούν στοιχεία ενός ευφάνταστου λογοτεχνικού σεναρίου και μόνο. Όσο για τις διαβουλεύσεις των Επτά περί του μελλοντικού πολιτεύματος της Περσίας, αυτές είναι κατευθείαν βγαλμένες από ελληνικές πολιτικές συζητήσεις (Briant, όπ.π., σελ. 121).

Συνωμοσία, βεβαίως, πρέπει να υπήρξε. Οι συμμετέχοντες είναι όλοι ανώτεροι Πέρσες ευγενείς που πιθανώς ανήκαν στο στενό περιβάλλον του Καμβύση και είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι ο αδελφός και διάδοχός του θα τους συμπεριφερόταν απολύτως εχθρικά. Ο Οτάνης καταλεγόταν όντως μεταξύ των σημαντικότερων ευγενών: η αδελφή του, η Κασσανδάνη, ήταν σύζυγος του Κύρου, η κόρη του η Φαιδύμη είχε παντρευτεί τον Καμβύση (κι έπειτα τον Μπαρντίγια. Ο Δαρείος είναι γιος του Υστάσπη, τον οποίο εκ παραδρομής ο Ηρόδοτος (Γ΄»Θάλεια«, 70) παρουσιάζει ως κυβερνήτη της Περσίας, αλλά στην πραγματικότητα ήταν μάλλον σατράπης της Παρθίας κατά την περίοδο εκείνη (επιγραφή του Μπεχιστούν, 2η στήλη, 35/ Briant, όπ.π., σελ. 124), είχε δε συνοδέψει τον Κύρο στην εκστρατεία του στα βόρεια της Κεντρικής Ασίας. Ο ίδιος ο Δαρείος είχε ήδη διακριθεί προσωπικά, έχοντας διατελέσει φαρετροφόρος του Κύρου και δορυφόρος (arshtibara) του Καμβύση, κατείχε δηλαδή αξίωμα που τον καθιστούσε πρώτο τη τάξει μεταξύ των ευγενών της ακολουθίας του βασιλιά. Φυσικά, όσο κι αν ο Δαρείος προσπαθεί να παρουσιάσει εαυτόν ως νόμιμο διάδοχο, αποκλείεται να είχε στενή συγγένεια με τον Κύρο και τον Καμβύση, ενώ δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό ότι ανήκε σε ελάσσονα κλάδο της βασιλικής οικογένειας (Briant, όπ.π., σελ. 122 επ.). Η απόπειρά του (στην επιγραφή του Μπεχιστούν) να εμφανίσει ένα γενεαλογικό δέντρο που τον φέρνει δισέγγονο του ιδρυτή της δυναστείας Αχαιμένη (πρόσωπο που δεν μνημονεύεται από καμία προγενέστερη περσική πηγή) αποτελεί, κατά τον Μπριάν, απλώς επανακαθορισμό της δυναστικής νομιμότητας με αποκλειστική βάση το συμφέρον του Δαρείου.

Φυσικά, υπάρχει και η παραλλαγή που απαξιώνει ηθικά τον Δαρείο κατά τρόπο απόλυτο. Να θεωρηθεί δηλαδή υπεύθυνος και του ατυχήματος που στέρησε τη ζωή του Καμβύση. Σε τέτοια περίπτωση, ο Δαρείος είναι το πρότυπο του ανήθικου συνωμότη και ο εξολοθρευτής της νόμιμης αυτοκρατορικής δυναστείας. Δεν είναι όμως ανάγκη να πάμε τόσο μακριά και να δεχτούμε τόσο τραβηγμένες υποθέσεις (εκτός ίσως κι αν ζηλεύουμε τη δόξα και τη φαντασία του Ηροδότου).

Άλλωστε, η αυτοκρατορία μάλλον κέρδισε με τη δυναστική αλλαγή. Ο Δαρείος έμελλε να αποδειχθεί ο ικανότερος μονάρχης της: χαρίζοντάς της όχι μόνο τη μεγαλύτερη εδαφική επικράτεια (με την προσάρτηση των τριών σατραπειών του Ινδού), αλλά και τη σημαντικότερη οικονομική ανάπτυξη. Άδικα δηλαδή τον χαρακτήρισε ο Ηρόδοτος «κάπηλο»;

– See more at: http://master-lista.blogspot.gr/2015/09/blog-post_408.html#sthash.5A2ddMUl.dpuf

Amphipolis.gr | Αρσινόη Β

Αρσινόη Β ‘: Η βασίλισσα και η βασιλιάς γυναίκα
Βασίλισσα της Μακεδονίας (και Θράκης), ο βασιλιάς της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου
Γεννημένη το 316 π.Χ., πιθανότατα σε Μέμφις
Πέθανε Πιθανώς 16 ή 17η Ιουλίου 268 π.Χ.
ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Αmphipolis.gr | Η θεά Δήμητρα και το έθιμο της Μπάμπως στις Σέρρες

Γριά Βαυβώ: Ο Αριστοφάνης της Μύησης

Σύμφωνα με την ορφική διδασκαλία η θεά Δήμητρα έφθασε στην Ελευσίνα ψάχνοντας να βρει την Κόρη της. Η Δήμητρα αναζητούσε την Κόρη της εννιά μέρες και εννιά νύχτες χωρίς να τρώει και χωρίς να πίνει, φωνάζοντας συνεχώς το όνομά της….
Την αναζητούσε μεταμορφωμένη σε γριά, με λυτά μαλλιά, κουρελιασμένη, βουβή και απαρηγόρητη, ζωντανή εικόνα του μητρικού σπαραγμού. Τη δέκατη ημέρα, έπειτα από μια δυσάρεστη συνάντηση με τον Ποσειδώνα, ανάμεσα στα κοπάδια του Ογκίου, έφτασε μεταμφιεσμένη στην Ελευσίνα. Κάθισε σε μια πέτρα που ονομάστηκε αγέλαστος, κοντά στο Καλλίχορον φρέαρ. Σε αυτή τη φοβερή κατάσταση τη γεμάτη απέραντη θλίψη και πένθος βρήκαν την θεά οι τέσσερις παρθένες, η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη, η Δημώ και η Καλλιθόη η μεγαλύτερη από τις κόρες του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού, την ώρα που πήγαιναν στο πηγάδι για να γεμίσουν με νερό τις χάλκινες υδρίες τους. Τη ρώτησαν ποια είναι και τους απάντησε πως ονομάζεται Δηώ, ότι την είχαν απαγάγει από την Κρήτη πειρατές, από τους οποίους είχε αποδράσει και ζητούσε εργασία.
Οι νέες την οδήγησαν στα ανάκτορα, όπου, ο βασιλιάς Κελεός και η γυναίκα του Μετάνειρα (κατ’ άλλους Βαυβώ), την υποδέχτηκαν φιλόξενα, και την κάλεσαν να μείνει και να γίνει τροφός του Δημόφωντα του νεογέννητου πρίγκιπα. Λέγεται ότι μόλις μπήκε, ένα ουράνιο φως κάλυψε τα πάντα. και η βασίλισσα Μετάνειρα, γεμάτη δέος, σηκώθηκε και της παραχώρησε  τον θρόνο της, πράγμα που η θεά όμως αρνήθηκε.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή την φιλοξένησε η Βαυβώ που ήταν σύζυγος του Δυσαύλου, αδελφού του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού, μητέρα του Τριπτόλεμου, του Εύβουλου, της Πρωτονόης και της Νίσας.
Η πιο πιθανή όμως εκδοχή για το ποια ακριβώς ήτανε η Βαυβώ είναι η εξής:
Όταν λοιπόν βρέθηκε να φιλοξενείται η θεά Δήμητρα στο παλάτι εξακολουθούσε να μένει βουβή και απαρηγόρητη για τον χαμό της της Κόρης και επειδή την είδαν θλιμμένη της έδωσαν κυκεώνα που όμως εκείνη δεν το δέχτηκε.
Τότε η χωλή κόρη του Κελεού, η Ιάμβη (κατά μία άλλη εκδοχή θεράπαινα της Μετανείρας και Θυγατέρα του Πανός και της Ηχούς) για να απαλύνει την θλίψη της προσπάθησε να την παρηγορήσει με κωμικούς άσεμνους στίχους όμως η παραμάνα της, η γριά Βαυβώ, είναι αυτή που παρηγόρησε τη Δήμητρα και κατάφερε με τα αστεία της και τις άσεμνες χειρονομίες να την διασκεδάσει, να την κάνει να χαμογελάσει και να πιει τον κυκεώνα· που έθεσε τέρμα στη πολυήμερη αποχή της από την τροφή.
Και να ο τρόπος:
Κάθισε απέναντι από τη θεά με ανοιχτά πόδια, σήκωσε ψηλά το φόρεμά της και με άσεμνες χειρονομίες της έδειξε το άσχημο σώμα της και τα οπίσθια της και αναστέναξε σαν να κοιλοπονούσε.
Και απροσδόκητα από το αιδοίο της Βαυβούς προέβαλε ο Ίακχος ο οποίος γελούσε μέσα από την μήτρα της. Ο Ίακχος χαρακτηριζόταν το θεϊκό παιδί των Ελευσινίων Μυστηρίων και λέγεται, πως ήταν το παιδί της Περσεφόνης, που έπρεπε την έλευσή του να αναγγείλει ο τελετουργός ιερέας των μυστηρίων. Αποτελεί την θεότητα που οδηγεί την πορεία των μυημένων προς τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Κατά μια άλλη εκδοχή ήταν γιος της θεάς Δήμητρας. Ο Ίακχος, μας οδηγεί και όχι αυθαίρετα, στο προσωνύμιο του θεού Διονύσου, στο όνομα Βάκχος, που συν ηχούσε, όχι ασφαλώς τυχαία, στα δρώμενα της Δήμητρας. Ίσως λοιπόν, το άρρητο και το κρυφό των τελουμένων Ελευσινίων Μυστηρίων ήταν το τι είδε ακριβώς, στη γυμνή μήτρα της Βαβούς η θεά Δήμητρα.
Τέλος, κατά άλλους, το τρίπτυχο  Ιάμβη, Δήμητρα και Βαυβώ σχηματίζουν την γνωστή τριάδα, παρθένα, νύφη και γριά,γονιμικοί συμβολισμοί σχετικά με τα στάδια του σιταριού:  σπόρος, άνθιση και θέρος.
Το όνομα Βαυβώ σημαίνει «μήτρα» από την λέξη βουβώνας που ο μεταξύ των μοιρών τόπος, δηλ. η βουβωνική χώρα. Η Βαυβώ λοιπόν ήταν θηλυκή γονιμική θεότητα που το όνομα της παραπέμπει  στο γυναικείο αιδοίο. Κατά μία άλλη όμως εκδοχή προέρχεται από το  βαυβώ «κοιμίζω, νανουρίζω», < βαΰ βαϋ [αρχ. προφορά bau bau], μίμηση του γαβγίσματος τού σκύλου και εξαυτού προκύπτει και το ρήμα βαυκαλίζω  {βαυκάλισα, -τηκα, -μένος} = εξαπατώ ή καθησυχάζω (κάποιον) με ψεύτικες υποσχέσεις ή καλλιεργώντας μάταιες προσδοκίες..
Με την επίδραση των Ορφικών η Βαυβώ αντικαθιστά την Ιάμβη που είναι η προσωποποίηση του κωμικού στοιχείου στα Ελευσίνια μυστήρια και αλλάζει τον σοβαρό και μελαγχολικό χαρακτήρα που είχαν μέχρι τότε. Τα τραγούδια που λέγονται έχουν σκωπτικό χαρακτήρα και είναι σε ιαμβικό μέτρο προς τιμή της Ιάμβης. Την έκτη μέρα των Ελευσίνιων μυστηρίων που ήταν αφιερωμένα στον Ίακχο,  στη γέφυρα του ελευσίνιου ποταμού Κηφισού, οι πιστοί αντάλλασσαν μεταξύ τους αισχρολογίες και άσεμνα αστεία,χοντρόλογα και σκώμματα, που λέγονταν «γεφυρισμοί». σε απομίμηση των πρόστυχων πειραγμάτων της Βαυβούς- Ιάμβης.

Έτσι η Ιάμβη και Βαυβώ προσωποποιούν τα άσεμνα τραγούδια Ιαμβικού μέτρου που τραγουδιόταν για να ανακουφίσουν την συναισθηματική ένταση κατά την διάρκεια των Ελευσινίων Μυστηρίων.

Η παράδοση αυτή δεν έχει χαθεί. Συνεχίζεται μέσα στους αιώνες ως τις μέρες μας.
Κάθε χρόνο, στις 8 Ιανουαρίου, στις περιοχές του νομού Σερρών και της Θράκης πραγματοποιείται το έθιμο της «Μπάμπως» που είναι γιορτές γονιμότητας. Σ’ αυτό το έθιμο κυρίαρχο ρόλο έχουν οι γυναίκες, με τους άνδρες να παραμένουν στα σπίτια τους ή να παρακολουθούν από μακριά. Κατά την ημέρα αυτή, όλες οι παντρεμένες γυναίκες του χωριού, κάτω από τους ήχους μουσικών οργάνων μαζεύονται στην κεντρική πλατεία και από εκεί πορεύονται προς το σπίτι της μπάμπως (Βαυβώ) για να της προσφέρουν δώρα. Μπάμπω λέγεται η γηραιότερη γυναίκα του χωριού, που εκτελούσε κατά το παρελθόν και χρέη μαμής. (σημ.Βαυβώ-γριά-γέννηση του Ίακχου)
Στη συνέχεια, σχηματίζοντας πομπή, με σκωπτικά τραγούδια χορό και κρασί, την περιφέρουν στην πλατεία στολισμένη σαν νύφη. Τα δρώμενα είναι ακατάλληλα για αντρικά αυτιά. Αν παρ’ όλα αυτά τολμήσει κάποιος να πλησιάσει, τότε οι γυναίκες τον κυνηγούν, τον καταβρέχουν και προσπαθούν να του βγάλουν ένα ρούχο, το οποίο στη συνέχεια θα δημοπρατήσουν. Μετά το πέρας της πομπής ακολουθεί γλέντι «κεκλεισμένων των θυρών», με σκωπτικά τραγούδια, παραδοσιακά εδέσματα και κρασί, μέχρι τελικής πτώσης!
Το έθιμο αυτό το έφεραν οι Θρακιώτισες από την Πέτρα της Ανατολικής Ρωμυλίας και το γιορτάζουν κάθε χρόνο από την εγκατάστασή τους στη Νέα Πέτρα Σερρών. Πολύ αργότερα διαδόθηκε και σε άλλα χωριά του Νομού Σερρών. Σύμφωνα με τους λαογράφους, το έθιμο έχει ρίζες αρχαιοελληνικές και θυμίζει τα “Θεσμοφόρια” και περισσότερο τα “Αλώα”, που γίνονταν στην Αθήνα την ίδια εποχή. Με το πέρασμα των χρόνων διαπιστώνουμε πόσο σημαντική -και απαραίτητη- είναι η παρουσία της Βαυβούς έτσι που κυριάρχησε και σε άλλες εορτές εκτός των Ελευσινίων.

http://mythiki-anazitisi.blogspot.gr

Αmphipolis.gr | Ολυμπιάδα

Ολυμπιάδα: Μητέρα του Μ. Αλεξάνδρου και Ιέρεια που ζούσε με φίδια

 

Κοιμόταν δίπλα σε ερπετά και θήλαζε φίδια Η έντονη προσωπικότητα της μητέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η σχέση της με τον Φίλιππο και οι περίεργες σχέσεις της με τα φίδια.

Γεννήθηκε το 373 π.Χ στην Πασσαρώνα, αρχαία πόλη της Ηπείρου. Ήταν η δεύτερη κόρη του Νεοπτόλεμου ΙΙ, βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου και είχε μία αδερφή, την Τρωάδα. Όταν ήταν 11 χρόνων πέθανε ο πατέρας της και τον θρόνο πήρε ο θείος της, Αρρύβας, ο οποίος παντρεύτηκε τη μεγαλύτερη αδελφή της, 16 ετών τότε.

Η Ολυμπιάδα υπηρέτησε στο Μαντείο της Δωδώνης, ενώ είχε ήδη μυηθεί στα βακχικά μυστήρια.

Ήταν ιέρεια των Καβειρίων Μυστηρίων της Σαμοθράκης. Αργότερα, ο Φίλιππος Β΄ μυήθηκε στα μυστήρια της Σαμοθράκης όπου γνώρισε και ερωτεύτηκε την Ολυμπιάδα, η οποία του χάρισε το πιο χαρισματικό παιδί του, τον Αλέξανδρο. Έζησε ως σύζυγος του Φιλίππου Β´ στην Πέλλα και στις Αιγές (σημερινή Βεργίνα). «Η Ολυμπιάδα νόμιζε ότι έγινε βροντή και κεραυνός έπεσε στη κοιλιά της και πήρε φωτιά και οι φλόγες διαχέονταν ολόγυρα και διαλύονταν».

Έτσι αναφέρεται στη γέννηση του Αλέξανδρου ο Πλούταρχος. Λέγεται ότι η Ολυμπιάδα ομολόγησε στον σύζυγό της, Φίλιππο Β, ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν γιος του, αλλά ότι τον είχε συλλάβει από ένα φίδι που εμφανίστηκε στον ύπνο της, το οποίο, σύμφωνα με το μύθο, ήταν ενσάρκωση του Δία.

Η Ολυμπιάδα εμφανίζεται πολλές φορές με φίδια, σαν μαινάδα και αυτό μας το μαρτυρούν άφθονες πηγές: «Είδαν φίδια τεράστια σε μέγεθος, τόσο ήμερα και άκακα, που τρέφονταν από τις γυναίκες και κοιμόνταν μαζί με τα παιδιά ακόμη κι όταν τα πατούσαν, δεν ερεθίζονταν, και όταν τα ενοχλούσαν, δεν οργίζονταν, και έπιναν γάλα από τη θηλή όπως ακριβώς και τα μωρά – υπάρχουν πολλά εκεί πέρα [στην Πέλλα], και από αυτά φαίνεται ότι προέκυψε από παλιά ο μύθος για την Ολυμπιάδα, ότι, δηλαδή, όταν κυοφορούσε τον Αλέξανδρο, κάποιο φίδι κοιμόταν μαζί της. (Λουκιανός, Αλέξανδρος 7.1).

Ο Πλούταρχος επίσης αναφέρει ότι εμφανιζόταν με εξημερωμένα φίδια: «Η Ολυμπιάδα […] έφερε στους βακχικούς θιάσους μεγάλα φίδια εξημερωμένα, τα οποία πολλές φορές έβγαιναν από τον κισσό και από τα κρυμμένα κάνιστρα, και καθώς τυλίγονταν γύρω από τις ράβδους των γυναικών και τα στεφάνια, τρόμαζαν τους άνδρες». (Αλέξανδρος 2.9.6) Λέγεται μάλιστα ότι λίγο πριν από τη γέννηση του Αλεξάνδρου ο Φίλιππος είχε δει ένα φίδι να περιβάλλει την κοιμωμένη Ολυμπιάδα.

Στην πολυκύμαντη και ταραχώδη ζωή της συναντώνται μεγάλα προτερήματα και μεγάλα ελαττώματα. Ως αφοσιωμένη μητέρα, είχε τάξει τη ζωή της σε ένα μόνο σκοπό και τον υπηρετούσε με πάθος: πώς θα εξασφάλιζε για τον γιο της τη διαδοχή του θρόνου της Μακεδονίας μέσα στη δίνη των μηχανορραφιών και δολοπλοκιών στην αυλή της Πέλλας. Μάλιστα κατηγορήθηκε από μερικούς για τη δολοφονία του συζύγου της, ο οποίος την ταπείνωσε και παντρεύτηκε μια νεότερη γυναίκα. Ίσως η Ολυμπιάδα αισθάνθηκε την απειλή ενός πιθανού απογόνου από τη νεότερη σύζυγο του Φιλίππου και επίσης πιθανού διεκδικητή του πολυπόθητου θρόνου. Λάτρευε τον γιο της και επιθυμούσε ότι εκείνη πίστευε καλύτερο για τον πολυαγαπημένο της Αλέξανδρο. Και η αγάπη ήταν αμοιβαία.

Όταν ο Αντίπατρος, που είχε μείνει τοποτηρητής στη Μακεδονία, έγραψε στον Αλέξανδρο, που βρισκόταν στην Ασία, ένα εκτενές γράμμα, γεμάτο παράπονα για την Ολυμπιάδα, ο Μέγας Αλέξανδρος είπε, αφού το διάβασε: «Δεν ξέρει ο Αντίπατρος ότι ένα μόνο δάκρυ της μητέρας μου αρκεί, για να σβήσει χίλιες τέτοιες επιστολές!»
Τον Ιούνιο του 323 π.Χ η Ολυμπιάδα βιώνει την απόλυτη απώλεια. Ο μονάκριβος γιος της, τον οποίο είχε πολλά χρόνια να ανταμώσει, πεθαίνει μακριά της, λίγο πριν από την αναχώρηση για την Αραβία, από πυρετό. Δεν θέλησε ποτέ να δεχτεί πως ο Μέγας Αλέξανδρος πέθανε από φυσιολογικό θάνατο και θρηνούσε αδιάκοπα που έμενε άταφος στη Βαβυλώνα επί δύο χρόνια, εξαιτίας των αγώνων για τη διαδοχή.

Και σαν να μην έφθαναν αυτά, τον Αλέξανδρο δεν διαδέχεται ο νόμιμος γιος του από τη Ρωξάνη και εγγονός της, αλλά ο διανοητικά καθυστερημένος γιος του Φιλίππου και της Φίλιννας, Φίλιππος Αριδαίος. Εξοργισμένη η Ολυμπιάδα καταφεύγει στην Ήπειρο μαζί με τη Ρωξάνη και τον εγγονό της. Η Ολυμπιάδα, η ηγετική αυτή γυναίκα που πάλεψε περισσότερο από κάθε άλλη μάνα για το γιο της βρίσκει το τραγικό τέλος, το λιθοβολισμό που διέταξε ο Κάσσανδρος, ο οποίος άφησε άταφο το πτώμα της για να σαπίσει.

 http://master-lista.blogspot.gr

Αmphipolis.gr | Οι φιλόσοφοι στην Αλεξανδρινή και Ελληνορωμαϊκή εποχή

Κι απ᾽ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ᾽ εμείς·
ελληνικός καινούργιος κόσμος, μέγας.
Κ. Καβάφης, «Στα 200 π.Χ.»
Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική εποχή (323-31 π.Χ.)
 Ιστορικές συνθήκες

Οι κατακτήσεις του Μεγαλέξανδρου προκάλεσαν μεγάλες αλλαγές στον Ελληνισμό.
Ως τότε ο ελληνικός κόσμος παρουσίαζε μιαν ομαλή και ισοζυγιασμένη εικόνα. Υπήρχε ένας πυρήνας, ο ελλαδικός χώρος, ενώ πέρα από τις θάλασσες, στα παράλια της Μεσογείου και του Πόντου, οι αποικισμοί είχαν δημιουργήσει ένα περιφερειακό στεφάνι από ελληνικές εγκαταστάσεις. Ο πυρήνας στήριζε και τροφοδοτούσε την περιφέρεια και η περιφέρεια στήριζε και τροφοδοτούσε τον πυρήνα. Ακόμα, τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στις περιφερειακές εγκαταστάσεις, οι πληθυσμοί είχαν κοινή γλώσσα, κοινή θρησκεία, ήθη και έθιμα – όλα ελληνικά.
Πολιτική μονάδα αποτελούσε η πόλη-κράτος και μόνο το πολίτευμα παράλλαζε από τόπο σε τόπο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην περιφέρεια, όπου μάλιστα οι ελληνικές πόλεις στη Μικρασία τύχαινε και να βρεθούν υποταγμένες παλαιότερα στους Πέρσες.

Αυτά τώρα άλλαξαν καθώς ο Μεγαλέξανδρος κατάλυσε το περσικό κράτος και οδήγησε τον Ελληνισμό ανατολικά ως τον Ινδό ποταμό και νότια ως την Αίγυπτο. Έτσι οι Έλληνες κυριάρχησαν σε πλήθος ξένους, αλλόγλωσσους και αλλόθρησκους λαούς – λαούς που ως ένα σημείο θέλησαν, ως ένα σημείο υποχρεώθηκαν να ελληνίσουν, δηλαδή να μάθουν ελληνικά και να δεχτούν κάθε λογής ελληνικές πολιτισμικές επιδράσεις. Από αυτούς τους ελληνίζοντες ξένους πήρε το όνομά της η Ελληνιστική εποχή, που όμως συχνά την ονομάζουμε και Αλεξανδρινή – όχι από τον Μεγαλέξανδρο, αλλά από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, που για αιώνες αποτέλεσε το σημαντικότερο πνευματικό κέντρο.

Μετά τον θάνατο του Βασιλέως Αλεξάνδρου,του Μέγα  το 323 π.Χ., οι κατακτήσεις του μοιράστηκαν, όχι χωρίς αμφισβητήσεις και πολέμους, στους Διαδόχους. Από τα βασίλεια που δημιουργήθηκαν ξεχώρισαν με την ακμή τους το βασίλειο των Σελευκιδών στη Συρία, με πρωτεύουσα την Αντιόχεια, το βασίλειο των Ατταλιδών στη Μικρασία, με πρωτεύουσα την Πέργαμο, και το βασίλειο των Πτολεμαίων στη βόρεια Αφρική, με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια. Σημαντικό κέντρο στάθηκε για ένα διάστημα και η μακεδονική Πέλλα, πρωτεύουσα του βασιλείου των Αντιγονιδών.
Αυτός ο «καινούργιος κόσμος» ήταν πραγματικά «μέγας»: απέραντες οι επικράτειες, πελώριες οι αποστάσεις, αμέτρητα τα πλήθη των λαών, πολυάνθρωπες οι πολιτείες, τεράστια η κλίμακα των εμπορικών και άλλων επιχειρήσεων. Τα ελληνικά προϊόντα είχαν ζήτηση στην Ανατολή, όπως και πολλά ανατολικά προϊόντα είχαν ζήτηση στις ελληνικές περιοχές.
Έτσι, οι βιοτεχνίες πολλαπλασίασαν την παραγωγή τους, οι μεταφορές, ιδιαίτερα οι θαλασσινές, αναπτύχθηκαν και οι εμπορικές και τραπεζικές επιχειρήσεις πρόσφεραν ευκαιρίες για κέρδη αμύθητα.

Αποφασιστικό ιστορικό φαινόμενο της εποχής ήταν η ανάδειξη και η ραγδαία προέλαση των Ρωμαίων, που υπόταξαν τη μια μετά την άλλη πρώτα τις ελληνικές, ύστερα και τις ελληνοκρατούμενες χώρες: η υποταγή των ελληνικών περιοχών της Κάτω Ιταλίας ολοκληρώθηκε το 270 π.Χ., της Σικελίας το 210 π.Χ., της Μακεδονίας και της Ηπείρου το 148 π.Χ. και της υπόλοιπης Ελλάδας το 146 π.Χ.

Το 133 π.Χ. ο βασιλιάς της Περγάμου κληροδότησε το μικρασιατικό βασίλειο του στους Ρωμαίους· το 64 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατάκτησαν τη Συρία και το 31 π.Χ., μετά τη νίκη του στη ναυμαχία του Ακτίου, ο Οκταβιανός Αύγουστος κατάλυσε οριστικά και την εξουσία των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο. Η τελευταία αυτή χρονολογία αποτελεί το συμβατικό όριο ανάμεσα στην Ελληνιστική ή Αλεξανδρινή εποχή και στην Ελληνορωμαϊκή που ακολούθησε.

Φιλοσοφία

Σημαντικότερο πνευματικό κέντρο στάθηκε αναμφίβολα στην Ελληνιστική εποχή η Αλεξάνδρεια· όμως για τη φιλοσοφία παγκόσμιο κέντρο έμεινε η Αθήνα, όπου όχι μόνο συνέχισαν να λειτουργούν η Ακαδημία και το Λύκειο αλλά ιδρύθηκαν και νέες σχολές. Η ολοκληρωμένη έκθεση των φιλοσοφικών θεωριών δεν είναι έργο της Γραμματολογίας, που περιορίζεται σε μια γενική παρουσίαση των σχολών, των σπουδαιότερων εκπροσώπων τους και του συγγραφικού τους έργου.[Για την ελληνιστική φιλοσοφία βλ. Γ. Ζωγραφίδης και Β. Κάλφας, Αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι, κεφ. 9 κ.εξ..]

Η Ακαδημία του Πλάτωνος -Ψηφιδωτό Πομπηία

Η Ακαδημία συνέχισε την πλατωνική παράδοση, δίνοντας βαρύτητα στις ιδέες και στους ιδεατούς αριθμούς περισσότερο παρά στον πραγματικό κόσμο. Παράλληλα, οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας ήρθε στιγμή να επιστρέψουν στη σωκρατική παράδοση, εστιάζοντας τα ενδιαφέροντά τους στην ηθική, αλλά και αμφισβητώντας ακόμα και τη δυνατότητα της αληθινής γνώσης. Για να περιγράψουν την εξέλιξη της ακαδημαϊκής σκέψης, οι ιστορικοί της φιλοσοφίας ξεχώρισαν μετά την Παλαιά Ακαδημία (του Πλάτωνα), δύο ακόμα φάσεις: τη Μέση και τη Νέα Ακαδημία.

Η Ακαδημία του Πλάτωνος στην Αθήνα

Σημαντικός μετά τον Σπεύσιππο και τον Ξενοκράτη (σ. 172) σχολάρχης της Ακαδημίας (314-270 π.Χ.) στάθηκε ο Πολέμων ο Αθηναίος, που υποστήριξε ότι στη συμπεριφορά του ανθρώπου η αρετή πρέπει να συμβαδίζει με τη φύση. Έγραψε αρκετά, μας πληροφορεί ο Διογένης Λαέρτιος,[Ο Διογένης ο Λαέρτιος, συγγραφέας του 3ου μ.Χ. αιώνα (σ. 275), έγραψε τη Φιλοσόφων βίων καὶ δογμάτων συναγωγή, που αποτελεί την καλύτερή μας πηγή για τη ζωή και τις θεωρίες των αρχαίων φιλοσόφων.] αλλά έμειναν ανέκδοτα και χάθηκαν με την καταστροφή της Ακαδημίας.
Μαθητής του Πολέμωνα, και διάδοχός του στη διεύθυνση της Ακαδημίας, ο Κράτης ο Αθηναίος, που «άφησε πίσω του βιβλία (άλλα φιλοσοφικά, άλλα για την κωμωδία, άλλα με ομιλίες δημόσιες και πρεσβευτικές) αλλά και μαθητές αξιόλογους, ανάμεσά τους τον Αρκεσίλαο…» (Διογένης Λαέρτιος 4.23).

Αρκεσίλαος και Καρνεάδης -Ο Αρκεσίλαος ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και ιδρυτής της Μέσης ή Δεύτερης Ακαδημίας. Ήταν μαθητής του Θεόφραστου, του περιπατητικού, όπως επίσης και του Πολέμωνα και του Κράτη.

Ο Αρκεσίλαος από τη μικρασιατική Πιτάνη (316-242 π.Χ.), μαθητής του περιπατητικού Θεόφραστου αλλά και του Πολέμωνα και του Κράτη, σηματοδότησε τη στροφή από την Παλαιά στη Μέση Ακαδημία. Συγκεκριμένα, αντιδρώντας στον δογματισμό των Στωικών, ο Αρκεσίλαος ξαναγύρισε στους σωκρατικούς διαλεκτικούς τρόπους: πρόβαλλε επιχειρήματα ενισχύοντας ή αναιρώντας κάθε θέση χωρίς να καταλήγει πουθενά. Μόνη σωστή στάση ήταν κατά τη γνώμη του η ἐποχή, όπως την εδίδασκε ο Πύρρων (σ. 221), δηλαδή η αναστολή κάθε οριστικής κρίσης – και γι᾽ αυτό δεν έγραψε τίποτα!
Για τον ίδιο λόγο, πιστεύοντας στην ἐποχή, δεν άφησε συγγραφικό έργο και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Μέσης Ακαδημίας, ο Καρνεάδης από την Κυρήνη (214-129 π.Χ.), άνθρωπος φιλόπονος με σημαντικά ρητορικά προσόντα, που ως αποσταλμένος στη Ρώμη[Το 156 π.Χ. οι Αθηναίοι, για να υποστηρίξουν τη θέση τους σε μια διαφορά που είχαν με τους κατοίκους του Ωρωπού, έστειλαν στη Ρώμη αντί για άλλους εκπροσώπους τρεις φιλοσόφους: τον ακαδημαϊκό Καρνεάδη, τον στωικό Διογένη και τον περιπατητικό Κριτόλαο. Οι τρεις τους εντυπωσίασαν με τη σοφία και την ευγλωττία τους τους Ρωμαίους τόσο, ώστε ορισμένοι συντηρητικοί κύκλοι φοβήθηκαν πως θα διαφθείρουν τους νέους και φρόντισαν να τους ξαποστείλουν το γρηγορότερο.] είχε αγορεύσει τη μια μέρα υπέρ και την άλλη εναντίον της δικαιοσύνης.
Ωστόσο, αν και πίστευε πως κάθε σταθερή θέση είναι άσκοπη, γιατί δεν υπάρχει οριστικό κριτήριο της αλήθειας, πάλι δίδασκε ότι μπορεί κανείς μελετώντας τις πιθανότητες να αποφύγει τα μεγάλα λάθη.

O Καρνεάδης ο Κυρηναίος

O Καρνεάδης ο Κυρηναίος ήταν αρχαίος Έλληνας σκεπτικιστής φιλόσοφος του δευτέρου αιώνα π.Χ.. Γεννήθηκε το έτος 214 ή 213 π.Χ. στην ελληνική πόλη Κυρήνη της βόρειας Αφρικής. Νέος ακόμη ήρθε στην Αθήνα και σπούδασε στην Ακαδημία του Πλάτωνα, όπου διακρίθηκε και τοποθετήθηκε προϊστάμενός της.Κύρια πηγή βιογραφικών πληροφοριών για τον Καρνεάδη είναι το έργο του Διογένη Λαέρτιου, Βίοι φιλοσόφων.[Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων, Βιβλίο Δ΄].
Ο Καρνεάδης γεννήθηκε στην Κυρήνη της Λιβύης το 214 ή 213 π.Χ. και σύντομα ήρθε στην Αθήνα, όπου εντάχθηκε στην ακαδημία. Στην Αθήνα, σπούδασε με τον Ηγησίνο της Περγάμου ο οποίος, στη συνέχεια, έγινε επικεφαλής την Ακαδημία ως Σχολάρχης.[2] Καταπιάστηκε εντατικά με τις διδασκαλίες του Στωικών, ειδικά με το έργο του εκλιπόντος σημαντικού στωικού φιλόσοφου Χρύσιππου. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα σχετικά με τη διαλεκτική από τον Διογένη τον Σελεύκιο (γνωστός και ως Διογένης ο Βαβυλώνιος) ο οποίος ήταν τότε ο επικεφαλής της στωικής σχολής στην Αθήνα. Σε κάποιο σημείο πριν από 155 διορίστηκε, ως διάδοχος Ηγησίνου, σχολάρχης της Ακαδημίας του Πλάτωνα.Το 155 π.Χ. επισκέφτηκαν τη Ρώμη ως πρεσβευτές της Αθήνας ο ίδιος, ο Κριτόλαος ο Περιπατητικός και ο στωικός σχολάρχης Διογένης ο Σελεύκιος. Αιτία ήταν η διαπραγμάτευση ενός προστίμου 500 ταλάντων το οποίο είχε επιβληθεί στην πόλη των Αθηνών για την καταστροφή και λεηλασία της πόλης του Ωρωπού. Έργο των αγγελιοφόρων ήταν να επιτύχουν την κατάργηση ή τουλάχιστον τη μείωση της ποινής. Εκεί εισήγαγαν με διαλέξεις τις φιλοσοφικές τους ιδέες στην καρδιά της Ιταλίας. Ο Καρνεάδης στη Ρώμη έδωσε δύο διαλέξεις με θέμα τη δικαιοσύνη. Στην πρώτη την εγκωμίαζε ενώ στη δεύτερη την κατέκρινε. Έτσι απέσπασε τον θαυμασμό της ρωμαϊκής νεολαίας με την άστατη διαλεκτική συλλογιστική του. Αποτέλεσμα ήταν η μείωση της ποινής σε 100 τάλαντα.

Αλλά ο φιλόσοφος έδινε επίσης διαλέξεις στην πόλη και η δημόσια εμφάνιση του Καρνεάδη ​​προσέλκυσε μεγάλη προσοχή. Η ρωμαϊκή Σύγκλητος με τον εκπρόσωπό της Κάτων τον πρεσβύτερο πίεσε για την απομάκρυνση από τη Ρώμη, για να μη διαφθείρει τη νεολαία.
Ο Καρνεάδης στις διαλέξεις του διακηρύττει την αποτυχία της μεταφυσικής εν γένει, καυτηριάζει όλα ανεξαιρέτως τα φιλοσοφικά δόγματα και σχολές, αρνείται την ύπαρξη φυσικού νόμου, θεωρεί εγγενώς ασαφή και απροσδιόριστη την έννοια της δικαιοσύνης και, επομένως, τη συσχέτιση οποιουδήποτε νομικού συστήματος με αυτήν, ενώ πιστεύει στη γνωσιολογική ακαταλληλότητα τόσο των αισθήσεων όσο και της λογικής.
Σύμφωνα με τον Καρνεάδη, ο οποίος συστηματοποιεί περαιτέρω τις διδασκαλίες του Αρκεσίλαου του Πιτιναίου, η απόλυτη γνώση είναι μία ψευδαίσθηση ενώ οι άνθρωποι δεν κατέχουν, ούτε μπορούν να κατέχουν, κανένα κριτήριο αλήθειας και άρα δε γίνεται ποτέ να είναι πραγματικά βέβαιοι για οτιδήποτε, παρά μόνον δέσμιοι πιθανοκρατικών γνωσιολογικών ενδεχομένων.
Η εύρεση των πιο ευλογοφανών από αυτά τα ενδεχόμενα είναι ένα ακανθώδες μονοπάτι το οποίο ελίσσεται ανάμεσα στην απόλυτη αμφισβήτηση και τον παρακινδυνευμένο δογματισμό. Με τον Καρνεάδη η Ακαδημία του Πλάτωνα πέρασε σε μία νέα φάση σύντονου σκεπτικισμού που απορρίπτει κάθε δόγμα και μέσο προσέγγισης της απόλυτης αλήθειας.
Δεν άφησε γραπτά και πολλές από τις απόψεις του είναι γνωστές μόνο μέσω του διαδόχου του στην Ακαδημία (127/126 π.Χ.) Κλειτόμαχου. Ο Καρνεάδης ​​πέθανε σε βαθιά γεράματα στην Αθήνα, το έτος 129 ή 128 π.Χ.

 Από τον χώρο του Λυκείου στην Αθήνα

Η στροφή προς τη Νέα Ακαδημία σημειώθηκε μετά την καταστροφή της σχολής, της βιβλιοθήκης και του αρχείου της από τον Σύλλα (84 π.Χ.), όταν επικεφαλής ήταν ο Αντίοχος από την Ασκάλωνα της Συρίας (πρ. βασίλειο των Σελευκιδών). Ως φιλόσοφος ο Αντίοχος μπορεί και πρέπει να χαρακτηριστεί εκλεκτικός, καθώς η διδασκαλία του βασίστηκε σε θέματα όπου οι ακαδημαϊκοί, οι περιπατητικοί και οι στωικοί φιλόσοφοι σε γενικές γραμμές συμφωνούσαν.
Ο εκλεκτισμός του μεταδόθηκε και στον διασημότερο μαθητή του, τον Κικέρωνα, που παρακολούθησε μαθήματά του όταν επισκέφτηκε την Αθήνα, το 77 π.Χ.
Από τα έργα των παραπάνω διαδόχων του Πλάτωνα σώζονται μόνο περιορισμένα αποσπάσματα και πληροφορίες.
Το Λύκειο συνέχισε την περιπατητική φιλοσοφική παράδοση του ιδρυτή του, τον εμπειρισμό και την καλλιέργεια των επιμέρους επιστημών. Ενώ όμως το διδακτικό και ερευνητικό έργο εξακολούθησε για αιώνες σε αυτό το πραγματικό παν-επιστήμιο, η φιλοσοφική θεωρία του Αριστοτέλη παραμελήθηκε και τα συγγράμματά του, εξαιρώντας κάποιους εξωτερικούς διάλογους, έμεναν άγνωστα.
Σταθμό και ανανέωση της περιπατητικής φιλοσοφίας αποτέλεσε, τον 1ο π.Χ. αιώνα, η ανεύρεση και η έκδοση των έργων του Αριστοτέλη από τον τότε επικεφαλής του Λυκείου, τον Ανδρόνικο από τη Ρόδο (σ. 276).

Μαθητής του Αριστοτέλη ο Εύδημος (4ος/3ος π.Χ. αι.) γύρισε, μετά τον θάνατο του δασκάλου του, στην πατρίδα του τη Ρόδο, όπου ίδρυσε δική του σχολή. Όπως ο Θεόφραστος (σ. 176), έτσι και ο Εύδημος έμεινε πιστός στην αριστοτελική διδασκαλία. Από τα πολλά του λογικά, μαθηματικά, αστρονομικά κ.ά. έργα πιο γνωστά μας είναι τα Φυσικά, όπου με ελάχιστες παραλλαγές επαναλάμβανε και διευκρίνιζε το ομώνυμο έργο του Αριστοτέλη.

Μαθητής του Αριστοτέλη ήταν και ο Δημήτριος ο Φαληρέας (4ος/3ος π.Χ. αι.), ρήτορας, πολιτικός και νομοθέτης, που ως εκπρόσωπος του Κασσάνδρου κυβέρνησε για δέκα χρόνια την Αθήνα και θέλησε, ως ένα σημείο και πέτυχε, να επιβάλει στους Αθηναίους τις περιπατητικές ηθικές και πολιτικές αρχές. Αντίστοιχα, στο μεγάλο πλήθος των έργων του περιλαμβάνονταν διατριβές Περὶ νόμων, Περὶ τῆς δεκαετίας, Περὶ δημαγωγίας, Περὶ ῥητορικῆς κ.ά.π.

Ο Στράτων από τη Λάμψακο ήταν για πολλά χρόνια δάσκαλος του Πτολεμαίου Β’ πριν διαδεχτεί τον Θεόφραστο στη διεύθυνση του Λυκείου (287 π.Χ.). Από τα πολλά και ποικίλα έργα που παραδίδεται ότι έγραψε πιο γνωστές ήταν οι διατριβές του σε θέματα κοσμολογίας και φυσικής, ίσως γιατί σε αυτές δε δίστασε να διαφωνήσει με τον Αριστοτέλη.
Ο Κριτόλαος από τη μικρασιατική Φάσηλη ήταν διευθυντής του Λυκείου από το 180 ως το 170 π.Χ. Αξιοσημείωτη ήταν η τάση του να υποτιμά τους πολιτικούς ρήτορες και γενικά τη ρητορική, που τη θεωρούσε «περισσότερο κακοτεχνία παρά τέχνη». Αξία είχαν γι᾽ αυτόν οι θεωρητικοί φιλόσοφοι ως διδάσκαλοι κάθε αρετής.
Από τα έργα των μετά τον Θεόφραστο περιπατητικών φιλοσόφων της Ελληνιστικής εποχής δε σώζονται παρά περιορισμένα αποσπάσματα και πληροφορίες.

Ο Επίκουρος

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ (341-271 π.Χ.)[Περισσότερα για τον Επίκουρο και τη φιλοσοφία του βλ. Γ. Ζωγραφίδης και Β. Κάλφας, Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, κεφ. 10.] Λάθε βιώσας.[«Ζήσε αθόρυβα (μακριά από την πολιτική), να μη σε καταλάβουν.»] Γεννήθηκε στη Σάμο από Αθηναίους γονείς, αλλά αργότερα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Κολοφώνα. [Η Κολοφώνα ήταν αρχαία πόλη της Ιωνίας, χτισμένη κοντά στις ακτές της Μικράς Ασίας, ανάμεσα στην Λέβεδο και την Εφέσο]  Κατά την παράδοση μαθήτευσε στον Ναυσιφάνη, οπαδό του Δημόκριτου, και στον Πάμφιλο, οπαδό του Πλάτωνα.
Νέος έζησε στη Μυτιλήνη και στη Λάμψακο, όπου ίδρυσε και την πρώτη του σχολή. Τριάντα πέντε χρονών πήγε στην Αθήνα, αγόρασε ένα σπιτάκι με κήπο στην περιφέρεια της πόλης και εγκατάστησε τη σχολή του, τον Κήπο, περισσότερο μια φιλική κοινότητα όπου μπορούσε ο καθένας να έρθει να συμφιλοσοφήσει παρά σχολή με τη συνηθισμένη έννοια.
Η διδασκαλία του είχε επιτυχία, γιατί ανταποκρινόταν στις ανάγκες των ανθρώπων της εποχής και γιατί ο ίδιος με την προσωπικότητα και τον τρόπο ζωής του αποτελούσε ζωντανό παράδειγμα ατάραχου και ευτυχισμένου ανθρώπου: μάρτυρες «η ευγνωμοσύνη στους γονείς του, η συμπαράσταση στους αδελφούς του, η καλοσύνη του στους υποτακτικούς […], γενικά η φιλάνθρωπη στάση του απέναντι σε όλους. Δεν περιγράφονται με λόγια η ευσέβειά του προς τους θεούς και η φιλοπατρία του» (Διογένης Λαέρτιος 10.10).

Ο Επίκουρος πίστευε ότι σκοπός της φιλοσοφίας δεν είναι να προσφέρει γνώσεις και ικανότητες, αλλά να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Έτσι η στάση του ήταν αρνητική απέναντι στη ρητορική, τη λογική, τα μαθηματικά και τα άλλα νοητικά πεδία, καθώς μεγαλύτερη αξία από τον νου είχαν, πίστευε, οι αισθήσεις. Θετικές έννοιες στη διδασκαλία του ήταν η αυτάρκεια, που χαρίζει ελευθερία, η φιλία, που συμβάλλει στην ασφάλεια, η φρόνηση, η ψυχική αταραξία, πάνω απ᾽ όλα η ηδονή, σε αντίθεση με τον πόνο, τον φόβο, τη λύπη και τη στέρηση.
Την ηδονή ο Επίκουρος τη θεωρούσε σύδδετη με την ανθρώπινη φύση και δεν την ξεχώριζε από την αρετή. Χαρακτηριστική και η διδασκαλία του για τον θάνατο, που δεν πρέπει, έλεγε, καθόλου να τον φοβόμαστε, γιατί «όσο υπάρχουμε εμείς δεν είναι παρών ο θάνατος, και όταν είναι παρών ο θάνατος, δεν υπάρχουμε εμείς» (Διογένης Λαέρτιος 10.125).

Το συγγραφικό έργο του Επίκουρου ήταν τεράστιο: πάνω από 40 διατριβές, ανάμεσά τους μία Περὶ Φύσεως σε 37 βιβλία. Στα χέρια μας έφτασαν (α) το έργο ΔΕΣ: Κύριαι δόξαι, όπου είχαν καταγραφεί για διδακτική χρήση, καλοδιατυπωμένες σε απλό λόγο, ορισμένες βασικές του θέσεις,[Ένα νεότερο γνωμολόγιο του Επίκουρου σώζεται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού.] (β) η διαθήκη του, και (γ) τρεις επιστολές – σημαντικές, καθώς στη μία εκθέτει συμπυκνωμένες τις απόψεις του για τη φυσική, στην άλλη για τα ουράνια φαινόμενα, και στην τρίτη για την ηθική.
Πληροφορίες για τη διδασκαλία και αποσπάσματα από έργα του Επίκουρου μας διασώζουν πλήθος ακόμα πηγές, π.χ. οι καρβουνιασμένοι πάπυροι της έπαυλης του Πίσωνα στο Ηράκλειο, κοντά στην Πομπηία, που όταν διαβάζονται μας αποκαλύπτουν κομμάτια από τα συγγράμματα του Φιλόδημου.[Ο Φιλόδημος από τα Γάδαρα της Συρίας (περ. 110-40 π.Χ.), φιλόσοφος και ποιητής, έζησε για ένα διάστημα στη Νεάπολη της Κάτω Ιταλίας, όπου με τη διδασκαλία, τις γνωριμίες και τα πολλά του συγγράμματα βοήθησε να διαδοθεί η φιλοσοφία του Επίκουρου.]

Διάδοχοι του Επίκουρου υπήρξαν πολλοί, η σχολή του κρατήθηκε ζωντανή ως και τον 1ο π.Χ. αιώνα, και η διδασκαλία του πολύ περισσότερο. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η διάδοση της επικούρειας φιλοσοφίας στη Ρώμη, όπου ανάμεσα στους φίλους και οπαδούς της συγκαταλέγονταν προσωπικότητες όπως ο Οράτιος, ο Σενέκας, ο Λουκρήτιος πάνω απ᾽ όλους, που το έργο του «Για τη φύση των πραγμάτων» (De rerum natura) αποτελεί ολοκληρωμένη έκθεση της φυσικής θεωρίας του Επίκουρου.

Ανταγωνιστική, ναι και εχθρική, προς τον Κήπο στάθηκε η δεύτερη φιλοσοφική σχολή που ιδρύθηκε και άκμασε στα ελληνιστικά χρόνια, η Στοά. Η εξαιρετικά μεγάλη της διάρκεια και οι μεταλλαγές της οδήγησαν τους ιστορικούς της φιλοσοφίας να ξεχωρίζουν, όπως και στην περίπτωση της Ακαδημίας, τρεις φάσεις: την Αρχαία και τη Μέση Στοά στην Ελληνιστική εποχή, και τη Νέα Στοά στους ρωμαϊκούς χρόνους.[Περισσότερα για τη φιλοσοφία της Στοάς στο βιβλίο των Γ. Ζωγραφίδη και Β. Κάλφα, Αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, κεφ. 11.]

Ζήνων ο Κιτιεύς

ΖΗΝΩΝ (332-261 π.Χ.)
Γεννήθηκε στο Κίτιο της Κύπρου, αλλά η καταγωγή του ήταν από (το πρ. βασίλειο των Σελευκιδών) στην  Φοινίκη. Είκοσι χρονών βρέθηκε στην Αθήνα, όπου για δέκα χρόνια μαθήτεψε στον Κράτη τον κυνικό, στον Στίλπωνα τον μεγαρικό (σ. 168) και στον Πολέμωνα της Ακαδημίας (σ. 214). Στα τριάντα του άρχισε να δίνει ο ίδιος μαθήματα στην Ποικίλη στοά,[Ποικίλη (πολύχρωμη) ονομαζόταν μια από τις στοές της αθηναϊκής αγοράς, γιατί την κοσμούσαν πλήθος τοιχογραφίες, ανάμεσά τους και η περίφημη «Ιλίου πέρσις» του Πολύγνωτου.] απ᾽ όπου πήρε και το όνομά της η σχολή του. Η διδασκαλία του είχε εξαρχής μεγάλη επιτυχία και συγκέντρωνε πολλούς και σημαντικούς μαθητές.

Οι Αθηναίοι τον στεφάνωσαν όσο ζούσε, και όταν πέθανε του παραχώρησαν, αν και ήταν ξένος(όχι Αθηναίος πολίτης) , δημόσιο τάφο στον Κεραμεικό – για να ξέρουν όλοι, έγραφε το ψήφισμα, ότι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ζῶντας τιμᾷ καὶ τελευτήσαντας (Διογένης Λαέρτιος 7.12). Η φιλοσοφία του είχε δεχτεί έντονες επιδράσεις, αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να διαφέρει σημαντικά τόσο από τα κλασικά συστήματα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη όσο και από τη σύγχρονη διδασκαλία του Επίκουρου και των σκεπτικών.
Δική του ήταν η διαίρεση της φιλοσοφίας σε (α) Λογική, με περιεχόμενο τη γνωσιολογία, τη γραμματική, τη ρητορική και τη λογική, (β) Φυσική, με περιεχόμενο την οντολογία, την κοσμολογία, την ψυχολογία και τη θεολογία, και (γ) Ηθική, όπου έδινε και το μεγαλύτερο βάρος. Στόχος της φιλοσοφίας ήταν (τι άλλο;) η ευδαιμονία, με απαραίτητη προϋπόθεση την αρετή.
Μια γνώμη του δείχνει πόσο η σκέψη του ήταν συνταιριασμένη με τις τάσεις της εποχής: «Μη ζούμε οργανωμένοι χώρια σε πόλεις και σε δήμους, έχοντας καθορίσει δικά μας κάθε τόπος δίκαια, αλλά όλους τους ανθρώπους να τους θεωρούμε συνδημότες και συμπολίτες· ένας να είναι ο τρόπος της ζωής και μία η τάξη, όπως σε ένα κοπάδι που συμβόσκει και συντρέφεται ολόκληρο με τον ίδιο κανονισμό.»[Μὴ κατὰ πόλεις μηδὲ δήμους οἰκῶμεν ἰδίοις ἕκαστοι διωρισμένοις δικαίοις, ἀλλὰ πάντας ἀνθρώπους ἡγώμεθα δημότας καὶ πολίτας· εἷς δὲ βίος ᾗ καὶ κόσμος, ὥσπερ ἀγέλης συννόμου νόμῳ κοινῷ συντρεφομένης (απόσπ. 262 = Πλούταρχος, Ηθικά 329a-b).] Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονταν, εκτός από τις φιλοσοφικές του διατριβές Περὶ τοῦ κατὰ φύσιν βίου, Περὶ παθῶν κλπ., και έργα φιλολογικά: Περὶ λέξεων, Περὶ ποιητικῆς ἀκροάσεως και πέντε βιβλία Ὁμηρικῶν προβλημάτων – όλα, εκτός από ελάχιστα αποσπάσματα, χαμένα.

Το Ζήνωνα διαδέχτηκε στη Στοά ο Κλεάνθης από την Άσσο της Τρωάδας (330-232 π.Χ.). Στην Αθήνα είχε έρθει ως φτωχός πυγμάχος, αλλά ενθουσιάστηκε με τη διδασκαλία του Ζήνωνα τόσο ώστε τη νύχτα να δουλεύει στα περιβόλια και την ημέρα να σπουδάζει. Ως επικεφαλής της σχολής ἐφιλοσόφησε γενναιότατα: έμεινε πιστός στις θεωρίες του δασκάλου του, έγραψε πλήθος βιβλία να τις στηρίξει και να τις συμπληρώσει, ανάπτυξε τη στωική θεολογία και συνέθεσε έναν τεχνικά άρτιο και φιλοσοφικά μεστό Ύμνο στον Δία, που μας σώζεται. Ωστόσο, στα χρόνια του η στωική φιλοσοφία αμφισβητήθηκε από πολλές πλευρές και η σχολή ίσως να είχε διαλυθεί, αν δεν τύχαινε ο επόμενος σχολάρχης της, ο Χρύσιππος, να αποδειχτεί τόσο δυναμικός και αξιόλογος.

Χρύσιππος ο Σολεύς Ο φιλόσοφος Χρύσιππος, γιος του Απολλωνίου από την Ταρσό, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους της Στωικής σχολής, θεωρούμενος ως ένας από τους θεμελιωτές της. Γεννήθηκε στους Σόλους ή στην Ταρσό της Κιλικίας

ΧΡΥΣΙΠΠΟΣ (περ. 280-205 π.Χ.)
Εἰ μὴ γὰρ ἦν Χρύσιππος, οὐκ ἂν ἦν στοά.[«Αν δεν υπήρχε ο Χρύσιππος, δε θα υπήρχε ούτε η στοά.»] Διογένης Λαέρτιος 7.183
Καταγόταν από τους Σόλους της Κιλικίας. Νέος ήρθε στην Αθήνα και αρχικά σπούδασε στην Ακαδημία. Αργότερα προσχώρησε στον στωικισμό και αναδείχτηκε, σε δύσκολους καιρούς, ικανός σχολάρχης και σωτήρας της Στοάς. Άνθρωπος «ευφυής και απότομος […] τσακώθηκε με τον Ζήνωνα, αλλά και με τον Κλεάνθη. Στον τελευταίο έλεγε συχνά ότι του φτάνει να διδάσκεται τα δόγματα· τις αποδείξεις θα τις βρει μονάχος» (Διογένης Λαέρτιος 7.179).
Πραγματικά, η διαλεκτική άνεση που είχε αποχτήσει στην Ακαδημία κγφαι οι συλλογιστικές του ικανότητες τον βοήθησαν πρώτος αυτός να συστηματοποιήσει τη στωική διδασκαλία και να τη στηρίξει σε στέρεες ορθολογικές βάσεις.
Η παράδοση του αποδίδει πάνω από 700 διατριβές, που αφορούσαν όλα σχεδόν τα πεδία της φιλοσοφίας. Έτσι, δεν απορούμε όταν μαθαίνουμε ότι τα συγγράμματά του ήταν συνθεμένα ανέμελα, γεμάτα επαναλήψεις, παλινωδίες και παραθέματα από άλλους συγγραφείς.

Η στροφή της Αρχαίας προς τη Μέση Στοά πραγματοποιήθηκε με τον Παναίτιο από τη Ρόδο (περ. 185-109 π.Χ.). Πριν ενταχθεί στη Στοά, ο Παναίτιος είχε μαθητέψει στον Κράτη, τον άξιο φιλόλογο της Περγάμου (σ. 227). Έζησε στη Ρόδο, όπου ήταν ιερέας του Ποσειδώνα, στη Ρώμη, όπου συντρόφεψε με τον Σκιπίωνα Αιμιλιανό, και στην Αθήνα, όπου τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του ως επικεφαλής της Στοάς προσέλκυσε και δίδαξε πλήθος αξιόλογους μαθητές. Η φιλοσοφία του, λιγότερο αυστηρή από των προκατόχων του, αποδεχόταν ορισμένες από τις προτάσεις της Ακαδημίας και του Περιπάτου· και σε θέματα ηθικής η διδασκαλία του ήταν προσαρμοσμένη στα ιδανικά των (ρωμαίων) πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών. Τα συγγράμματα του Παναίτιου έχουν χαθεί· όμως το έργο του Κικέρωνα De officiis ακολουθεί σε πολλά τη δική του ομότιτλη διατριβή Περὶ τοῦ καθήκοντος.

Ο Ποσειδώνιος ο Ρόδιος ή ο Απαμεύς ήταν Έλληνας πολυμαθής Στωικός φιλόσοφος, αστρονόμος, γεωγράφος, πολιτικός, ιστορικός και δάσκαλος που γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας. Τον θεωρούσαν τον πολυμαθέστερο άνθρωπο του κόσμου για την εποχή του

ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΟΣ (περ. 135-50 π.Χ.)
Ο Ποσειδώνιος από την Απάμεια ,της Συρίας (πρ. βασίλειο των Σελευκιδών), ήταν μαθητής του Παναίτιου. Για πολλά χρόνια ταξίδεψε στην Ιταλία, τη Σικελία, τη Σαρδηνία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γαλατία και τη Βόρεια Αφρική, ώσπου τελικά εγκαταστάθηκε και δίδαξε στη Ρόδο, όπου παρακολούθησαν για λίγο τα μαθήματά του και αναγνώρισαν την αξία του πρώτα ο Κικέρωνας (77 π.Χ.), αργότερα και ο Πομπήιος (66 και 62 π.Χ.).[Χαρακτηριστικό ότι, όταν ο Ποσειδώνιος έγραψε μια ξεχωριστή Περὶ Πομπήιον ἱστορίαν, ο Κικέρωνας ζήλεψε και του έστειλε μιαν έκθεση της δικής του προσωπικής δράσης· όμως η ελπίδα να τον τιμήσει και αυτόν ο φιλόσοφος με ένα του έργο διαψεύστηκε.] Τα ενδιαφέροντα, αντίστοιχα και τα συγγράμματα, του Ποσειδώνιου δεν περιορίζονταν στην ηθική, τη λογική και τα άλλα καθαυτό φιλοσοφικά πεδία, αλλά επεκτείνονταν και στη θεολογία, την κοσμολογία, την αστρονομία, τη φυσιογνωσία, τη γεωγραφία, την εθνογραφία και την ιστορία. Στο τελευταίο αυτό πεδίο ο Ποσειδώνιος αποφάσισε να συνεχίσει το ιστορικό έργο του Πολύβιου (σ. 207) και έγραψε τη Μετὰ Πολύβιον ἱστορίην σε 56 βιβλία, καλύπτοντας τα χρόνια από το 146 ως το 88 π.Χ.
Το πλάτος των ενδιαφερόντων και η ανθρωπολογική πολυμάθεια του Ποσειδώνιου τον βοήθησαν να διαμορφώσει ένα φιλοσοφικό σύστημα οικουμενικό, ταιριαστό με την ιστορική εικόνα της εποχής, όπου η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατείχε και καθόριζε τα πάντα. Ενιαίο και ταχτικό το σύμπαν του Ποσειδώνιου περιελάμβανε τους θεούς, τους ανθρώπους και τον φυσικό κόσμο, όλα σε αρμονική συνύπαρξη και συνεργασία, δεμένα με αυτό που οι στωικοί ονόμαζαν συμπάθειαν.
Από τα πάμπολλα έργα του Ποσειδώνιου δε μας σώθηκε κανένα. Μόνο πληροφορίες έχουμε, κάποια παραθέματα και αναφορές, που δείχνουν τη μεγάλη του επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές, Έλληνες και Ρωμαίους.

Τα έργα του Ποσειδώνιου δεν ήταν τα μόνα που χάθηκαν. Αν εξαιρέσουμε τον Ύμνο στον Δία του Κλεάνθη, από την πλούσια παραγωγή της Αρχαίας και τη Μέσης Στοάς κανένα έργο δε μας έχει σωθεί. Παράξενο, γιατί οι έμμεσες αναφορές και πληροφορίες δείχνουν πως η στωική διδασκαλία είχε μεγάλη απήχηση στη σκέψη όχι μόνο της Ελληνιστικής εποχής αλλά και των αιώνων που ακολούθησαν.
Η τρίτη φιλοσοφική κατεύθυνση που αναπτύχθηκε στα αλεξανδρινά χρόνια, η Σκέψις, δεν οργανώθηκε σε σχολή με την κυριολεκτική έννοια, αλλά βασίστηκε στην προφορική διδασκαλία του Πύρρωνα, όπως διαμορφώθηκε και συμπληρώθηκε από τους μαθητές του.

Ο Πύρρων ο Ηλείος ήταν Έλληνας φιλόσοφος, ιδρυτής της Σχολής του Σκεπτικισμού

ΠΥΡΡΩΝ (περ. 360-270 π.Χ.)
Παντὶ λόγῳ λόγος ἀντίκειται.[«Ο κάθε λόγος έχει (ισότιμο) αντίλογο».] Διογένης Λαέρτιος 9.74
Γεννήθηκε στην Ηλεία και κατά την παράδοση ακολούθησε τον Μεγαλέξανδρο στην εκστρατεία του ως τις Ινδίες, όπου γνώρισε τη φιλοσοφία των Γυμνοσοφιστών και των Μάγων. Βέβαιο είναι μόνο ότι για πολλά χρόνια έζησε φτωχός και τιμημένος στην πατρίδα του ως ανεξάρτητος δάσκαλος της φιλοσοφίας.
Ο Πύρρων δεν άφησε πίσω του κανένα σύγγραμμα – φυσικά, θα λέγαμε, αφού πίστευε ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια της αλήθειας, ότι τίποτα δεν είναι σίγουρο και ότι ο κάθε λόγος ισχύει ακριβώς όσο και ο αντίθετός του, δηλαδή καθόλου. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να κάνει κανείς είναι να σκέπτεται (δηλαδή να παρατηρεί) τα φαινόμενα, παραμένοντας αδιάφορος, ατάραχος και κατά συνέπεια ευτυχισμένος.
Πρόδρομοι του σκεπτικισμού[Σκεπτικισμός ονομάζεται στην ιστορία της φιλοσοφίας η θεωρία του Πύρρωνα και Σκεπτικοί (φιλόσοφοι) οι οπαδοί της. Ωστόσο, στη νεότερη γλώσσα ο όρος σκεπτικισμός χρησιμοποιείται γενικότερα με τη σημασία της «αμφιβολίας,» της «αμφισβήτησης», ακόμα και της «δυσπιστίας» απέναντι σε κάθε ισχυρισμό· και όσοι τηρούν αυτή τη στάση ονομάζονται «σκεπτικιστές».] μπορούν να θεωρηθούν όλοι όσοι κατά καιρούς είχαν αμφισβητήσει είτε την ίδια την ύπαρξη της αλήθειας είτε τη δυνατότητα των ανθρώπων να την καθορίσουν· όμως η απόλυτη ἐποχή, δηλαδή η άρνηση του σοφού να εκφέρει οποιαδήποτε κρίση, πρέπει να αποδοθεί στη διδασκαλία του Πύρρωνα, απ᾽ όπου και την υιοθέτησαν ο Αρκεσίλαος και ο Καρνεάδης της Μέσης Ακαδημίας (σ. 214).

Η διδασκαλία του Πύρρωνα συστηματοποιήθηκε και καταγράφηκε πολύ αργότερα, τον 1ο π.Χ. αιώνα, από τον κρητικό Αινεσίδημο που δίδασκε φιλοσοφία στην Αλεξάνδρεια. Τα Πυρρωνείων λόγων ὀκτὼ βιβλία που έγραψε έχουν στο μεγαλύτερο μέρος τους χαθεί· όμως το περιεχόμενό τους μας είναι λίγο πολύ γνωστό από άλλους συγγραφείς, σύγχρονους όπως ο Κικέρων, ή μεταγενέστερους όπως ο Σέξτος ο εμπειρικός (σ. 281).
Στο κεφάλαιο της αλεξανδρινής φιλοσοφίας εντάσσονται τρεις ακόμα συγγραφείς, που προτίμησαν να φιλοσοφήσουν με σατιρική διάθεση, και σε στίχους:

Ο Τίμων από τη Φλιούντα (περ. 320-230 π.Χ.) ήταν μαθητής του Πύρρωνα. Έγραψε πλήθος έργα, πεζά και ποιητικά, ανάμεσά τους και σατιρικούς σίλλους, όπου διακωμωδούσε τα ποικίλα φιλοσοφικά συστήματα και τους εκπροσώπους τους.

Ο Κερκίδας από τη Μεγαλόπολη (περ. 290-220 π.Χ.), πολιτικός, νομοθέτης και θαυμαστής του κυνικού Διογένη, έγραψε ηθικοπλαστικούς Μελιάμβους σε δωρική διάλεκτο, όπου επαινούσε τον Έρωτα όταν έρχεται ευνοϊκός, αλλά κατηγορούσε τον πλούτο και τους θεούς που δεν τον μοιράζουν σωστά.
Σύγχρονος του Κερκίδα και μαθητής των κυνικών ήταν ο Μένιππος από τα Γάδαρα της Συρίας, που με τη σειρά του διακωμώδησε τα φιλοσοφικά συστήματα και τους φιλοσόφους. Τα έργα του, όπου ο πεζός λόγος διανθιζόταν με στίχους, έχουν χαθεί, αλλά η ολοφάνερη επίδρασή τους σε κατοπινούς Έλληνες και Ρωμαίους σατιρικούς συγγραφείς μας επιτρέπει να μαντέψουμε την ευστοχία και την ευρηματικότητά τους.


Ελληνορωμαϊκή εποχή (31 π.Χ.-330 μ.Χ.)
 Ιστορικές συνθήκες

Το 30 π.Χ., με την ενσωμάτωση της Αιγύπτου στην επικράτεια τους, οι Ρωμαίοι ουσιαστικά ολοκλήρωσαν την κατακτητική τους εξόρμηση σε Ανατολή και Δύση. Εξαιρώντας κάποιες περιφερειακές περιοχές, που και αυτές δεν άργησαν να κατακτηθούν, όλος ο γνωστός κόσμος είχε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αποδεχτεί τη ρωμαϊκή κυριαρχία.
Σύγχρονη με την ενσωμάτωση της Αιγύπτου, και σημαντικότερη ως ιστορικό γεγονός, ήταν η μετατροπή της ιδιότυπης ρωμαϊκής δημοκρατίας σε μονοκρατορία, με πρώτον αυτοκράτορα τον Οκταβιανό Αύγουστο, που κυβέρνησε με επιτυχία από το 29 π.Χ. ως το 14 μ.Χ. – σαράντα τρία χρόνια. Ακολούθησαν σε αδιάσπαστη σειρά περισσότεροι από πενήντα αυτοκράτορες, άλλοι καλοί, άλλοι κακοί, ώσπου στις 11 Μαΐου του 330 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ο Μέγας εγκαινίασε ως πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας τη Νέα Ρώμη, που αργότερα μετονομάστηκε σε Κωνσταντινούπολη.
Φοβεροί στον πόλεμο, οι Ρωμαίοι ήταν σε καιρό ειρήνης συμβιβαστικοί, σχεδόν μεγαλόψυχοι απέναντι στους κατακτημένους, και συχνά τους άφηναν, τουλάχιστο φαινομενικά, να κυβερνιούνται με τους δικούς τους νόμους[Ήδη το 194 π.Χ. ο ρωμαίος έπαρχος Τίτος Κοΐντιος Φλαμινίνος, μετά τη νίκη του στον δεύτερο Μακεδονικό πόλεμο, είχε διακηρύξει ότι αφήνει ἐλευθέρους καὶ ἀφρούρους καὶ ἀφορολογήτους, νόμοις χρωμένοις τοῖς πατρίοις, Κορινθίους, Φωκεῖς, Λοκρούς, Εὐβοέας κ.ά. (Πλούταρχος, Τίτος 10) – αλλά βέβαια η πραγματικότητα αποδείχτηκε διαφορετική. Το ίδιο διακήρυξε το 66 μ.Χ. και ο Νέρων για όλους τους Έλληνες, αλλά λίγα χρόνια αργότερα η απόφασή του ακυρώθηκε από τον Βεσπασιανό.] – φτάνει να μην έθιγαν τα ρωμαϊκά συμφέροντα και να πείθονταν στις επιταγές του αυτοκράτορα, της Συγκλήτου και των διορισμένων εκπροσώπων τους.[Ο Πλούταρχος συμβούλευε όποιον σχεδίαζε να ασχοληθεί με την πολιτική να λέει στον εαυτό του: «Κυβερνιέσαι ο ίδιος, και κυβερνάς πόλη υποταγμένη στους ανθύπατους, τους επιτρόπους του αυτοκράτορα» (Πολιτικὰ παραγγέλματα 17).] Ευεργετική για τους υποτελείς, άτομα και πολιτείες, ήταν η απαλλαγή τους από τη φορολογία, ενώ ύψιστη επιβράβευση για όσους αποδείκνυαν έμπρακτα την αφοσίωσή τους στη Ρώμη ήταν να τους απονεμηθεί ο τίτλος και να τους αναγνωριστούν τα δικαιώματα του ρωμαίου πολίτη. Το τελευταίο γινόταν όλο και συχνότερα όσο προχωρούσαν τα χρόνια, ώσπου το 212 μ.Χ. να ονομαστούν, με διάταγμα του Καρακάλλα, ρωμαίοι πολίτες όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι της αυτοκρατορίας.
Η σχετική επιείκεια των Ρωμαίων δεν εμπόδιζε οι κατακτημένες περιοχές να υποφέρουν τα πάνδεινα από τους κατακτητές, που ισοπέδωναν πολιτείες ολόκληρες, καταλήστευαν τους καλλιτεχνικούς και άλλους θησαυρούς και εκμεταλλεύονταν το οικονομικό δυναμικό τους. Φτωχό αντιστάθμισμα στις τόσες συμφορές ήταν για τις ελληνικές περιοχές ο σεβασμός και η εύνοια που έδειχναν ορισμένοι αυτοκράτορες απέναντι στην Αθήνα, την Έφεσο, τους Δελφούς, την Ελευσίνα και άλλα θρησκευτικά και πολιτισμικά κέντρα.
Αξιόλογη δύναμη εκτός από τη Ρώμη δεν υπήρχε στην Ελληνορωμαϊκή εποχή, ούτε και θα μπορούσε να αναπτυχτεί, καθώς πια η Ρώμη επιβαλλόταν με το μέγεθός της και μόνο. Δε σταμάτησαν βέβαια ποτέ τελείως οι πολεμικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ούτε οι εσωτερικές συγκρούσεις, όταν η διαδοχή των αυτοκρατόρων δεν εξελισσόταν ομαλά· όμως εξεγέρσεις έγιναν ελάχιστες  και σε γενικές γραμμές η ρωμαϊκή ειρήνη κράτησε αιώνες.
Τη γενικότερη πολιτική κατάσταση μπορούμε να την καταλάβουμε καλύτερα διαβάζοντας μια φράση που έγραψε γύρω στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ. ένας για μας ανώνυμος συγγραφέας: «Όσο διατηρείται η μνήμη της ελευθερίας και απασχολεί τον υπόδουλο, ο λαός θέλει και προβάλλει ισχυρή αντίσταση· όταν όμως υπερισχύσει το κακό και οι άνθρωποι δε συζητούν πια πώς θα το βγάλουν από πάνω τους αλλά πώς θα ζήσουν ευκολότερα μαζί του, τότε η καταστροφή είναι ολοκληρωτική» (Χίων, Επιστολή 14.2). Μην ξεχνούμε, ωστόσο, ότι κιόλας από τον καιρό του Μεγαλέξανδρου οι λαοί ζούσαν στο πλαίσιο μεγάλων μονοκρατοριών, και ότι η ρωμαϊκή κυριαρχία, όσο δυσάρεστη και αν ήταν, αποτελούσε εγγύηση για την ειρήνη, τον νόμο και την τάξη.

 Φιλοσοφία

Η Αθήνα εξακολούθησε και στα ελληνορωμαϊκά χρόνια να αποτελεί κέντρο φιλοσοφικών σπουδών και ο ρόλος της ενισχύθηκε, όταν το 176 μ.Χ. ο αυτοκράτορας και φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος (σ. 280) φρόντισε να ιδρυθούν στην Αθήνα τέσσερις φιλοσοφικές έδρες, από μία για την Ακαδημία, τον Περίπατο, τη Στοά και τους επικούρειους – όχι φυσικά για τους σκεπτικούς, που αμφισβητούσαν τα πάντα.
Οι διάφορες φιλοσοφικές σχολές ή κατευθύνσεις εξακολούθησαν να υπάρχουν, με τους εκπροσώπους τους να διδάσκουν, να ερμηνεύουν, να συμπληρώνουν αν όχι και να προάγουν τη σκέψη του ιδρυτή της σχολής και των διαδόχων του. Ωστόσο, ήδη από τα τελευταία ελληνιστικά χρόνια οι φιλόσοφοι είχαν αρχίσει να παραμερίζουν τις διαφορές τους και να συγκλίνουν, φαινόμενο που τώρα, στην Ελληνορωμαϊκή εποχή, γενικεύτηκε: οι οπαδοί μιας σχολής δε δίσταζαν να υιοθετούν ιδέες από άλλες κατευθύνσεις, και η φιλοσοφική σκέψη έτεινε να ενοποιηθεί σε ένα και μόνο σύστημα, εκλεκτικό.
Μην ξεχνούμε ότι στα ελληνορωμαϊκά χρόνια δίπλα στη φιλοσοφία αναπτυσσόταν μια νέα θρησκεία, ο χριστιανισμός, που η αποκαλυπτική διδασκαλία του δεν έλυνε μόνο τα ηθικά προβλήματα και υπαγόρευε έναν ενάρετο τρόπο ζωής, αλλά ακόμα ικανοποιούσε τις μεταφυσικές ανάγκες των πιστών και ξάνοιγε προοπτικές για μια καλύτερη μεταθανάτια ζωή στο υπερπέραν.
Υποχρεωμένη να τον συναγωνιστεί, η φιλοσοφία φυσικό ήταν να δώσει και αυτή έμφαση στις υπερβατικές και μυστηριακές της όψεις. Έτσι, για ένα διάστημα άνθισε πάλι ο πυθαγορισμός· έτσι, στο φιλοσοφικό πεδίο κυριάρχησε τελικά ο νεοπλατωνισμός, που είχε αφομοιώσει πλήθος στοιχεία από άλλες σχολές και παρουσίαζε έντονα μεταφυσικές και μυστικιστικές τάσεις.

Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (30 π.Χ.)
Σταθμό στο κατώφλι της Ελληνορωμαϊκής εποχής αποτέλεσε η έκδοση των έργων του Αριστοτέλη από τον Ανδρόνικο (σ. 174 σημ. 156). Όπως ήταν φυσικό, η έκδοση, όπου για πρώτη φορά η αριστοτελική φιλοσοφία παρουσιαζόταν σε όλη της την έκταση και ως ολοκληρωμένο σύστημα (που δεν ήταν, σ. 175), έδωσε στο Λύκειο νέα ζωή – και απασχόληση.

Οι αριστοτελικές πραγματείες ήταν συνοπτικές και δυσνόητες τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη γλώσσα. Έτσι, στις δεκαετίες που ακολούθησαν την έκδοση, μια ολόκληρη σειρά από περιπατητικούς φιλοσόφους ασχολήθηκαν με το να μελετήσουν, να σχολιάσουν, να ερμηνέψουν και να παραφράσουν τα αριστοτελικά έργα, που χωρίς τη φροντίδα τους θα εξακολουθούσαν να μένουν άγνωστα.
Πρώτος ο ίδιος ο Ανδρόνικος από τη Ρόδο ενσωμάτωσε στην έκδοση μια δική του εισαγωγή και πρόσθεσε τη βιογραφία του Αριστοτέλη, έναν κατάλογο των έργων του και ορισμένα σχόλια. Ακολούθησαν ο μαθητής του Βόηθος από τη Σιδώνα, που σχολίασε τα Φυσικά, τις Κατηγορίες και τα Ἀναλυτικὰ πρότερα, ο Ξέναρχος από τη Σελεύκεια, που αν και περιπατητικός διαφωνούσε με βασικές αριστοτελικές θέσεις, ο Νικόλαος από τη Δαμασκό, που τον γνωρίσαμε και ως ιστορικό (σ. 264) κ.ά. Κοινό τους γνώρισμα η τάση να εισάγουν στην αριστοτελική φιλοσοφία, όπως την ερμήνευαν, στοιχεία από την ακαδημαϊκή και στωική θεωρία.

Σημαντικό πνευματικό κέντρο ήταν από τα ελληνιστικά χρόνια, και διατηρήθηκε στην Ελληνορωμαϊκή εποχή, και η Αλεξάνδρεια. Εκεί, όπου η ιουδαϊκή παροικία ήταν, θυμίζουμε, η μεγαλύτερη μετά την ελληνική, πραγματοποιήθηκε, τέλος του 1ου π.Χ. και αρχές του 1ου μ.Χ. αιώνα, μια σημαντική, προχριστιανική, προσέγγιση του ιουδαϊσμού με την ελληνική φιλοσοφία.
(Σ .ΑΡΧΑΙΟΓΝ/ .ή Αλεξάνδρεια ήταν ελληνικότατη  και η  φρουρά της ρωμαϊκής λεγεώνας  αποτελείται κύρια από Έλληνες στρατιώτες ,όπως και με τις λεγεώνες στην Ανατολική Μεσόγειο και δεν είχε απλά μια μεγάλη ελληνική παροικία )

ΦΙΛΩΝ Ο ΙΟΥΔΑΙΟΣ (1ος π.Χ/1ος μ.Χ. αι.)
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια από οικογένεια που ήταν οικονομικά ανεξάρτητη, πολιτικά ισχυρή και γλωσσικά εξελληνισμένη, τόσο ώστε ο Φίλων να μη γνωρίζει καν τα εβραϊκά και να συγγράφει τα θεολογικά και φιλοσοφικά του έργα στην Κοινή Ελληνική. Το μόνο που ξέρουμε για τη ζωή του είναι ότι επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ και τη Ρώμη, όπου το 40 μ.Χ. υπερασπίστηκε ως διπλωματικός αποσταλμένος τα συμφέροντα των Ιουδαίων της Αλεξάνδρειας.
Αφετηρία του είχε πάντα την Παλαιά Διαθήκη, όπως τη γνώριζε από τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, και η προσήλωσή του στην ιουδαϊκή πνευματική παράδοση έστεκε ακλόνητη. Ωστόσο, ο ίδιος έδωσε σε δύο από τα έργα του, στον Ἀλέξανδρον και στο Περὶ προνοίας, τη χαρακτηριστικά πλατωνική διαλογική μορφή και δε δίστασε, ερμηνεύοντας τα ιουδαϊκά ιερά κείμενα, να χρησιμοποιήσει ελληνικούς τρόπους προσέγγισης, όπως στο Νόμων ἱερῶν ἀλληγορίαι, και να υιοθετήσει ελληνικές, στωικές ή άλλες ιδέες, όπως στο Περὶ τὸ πάντα σπουδαῖον εἶναι ἐλεύθερον.
Από τα πάμπολλα έργα του, άλλα, όπως το Περὶ βίου Μωυσέως, διασώθηκαν αυτούσια· άλλα, όπως ορισμένα υπομνήματα στην Πεντάτευχο, σε αρμενική μετάφραση· άλλα, όπως η Ἀπολογία ὑπὲρ Ἰουδαίων, δε μας είναι γνωστά παρά από αποσπάσματα που παράθεσαν στα συγγράμματά τους νεότεροι χριστιανοί συγγραφείς.

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας ήταν Έλληνας νεοπυθαγόρειος φιλόσοφος από τα Τύανα της ρωμαϊκής επαρχίας της Καππαδοκίας στη Μικρά Ασία

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ Ο ΤΥΑΝΕΥΣ
Ο Απολλώνιος από τα Τύανα της Κιλικίας (1ος μ.Χ. αι.) ταξίδεψε απ᾽ άκρη σ᾽ άκρη την αυτοκρατορία κηρύσσοντας τον πυθαγόρειο τρόπο ζωής: την ευσέβεια, την προσευχή, τη λιτότητα, τη χορτοφαγία, τη σεξουαλική εγκράτεια κ.τ.ό. Ο ίδιος δεν έχουμε λόγο να πιστέψουμε πως ήταν απατεώνας, όπως τον χαρακτήρισε, πάντα κακόγλωσσος, ο Λουκιανός. Σίγουρα όμως δεν είχε τα υπερφυσικά χαρίσματα που του απόδιδαν οι οπαδοί του, όταν υποστήριζαν ότι μπορούσε να συνομιλεί με τα ζώα, να διώχνει τα δαιμόνια, να ανασταίνει νεκρούς και, φυλακισμένος, να λύνει τα δεσμά του. Η φήμη του έμεινε ζωντανή και τον 2ο μ.Χ. αιώνα η αυτοκράτειρα Ιουλία Δόμνα ανάθεσε στον Φλάβιο Φιλόστρατο να συγγράψει Τὰ εἰς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον (σ. 261), βιογραφικό έργο όπου τα ιστορικά δεδομένα φυσικό ήταν να έχουν υποχωρήσει μπροστά στον κυρίαρχο θρύλο.
Από τα δικά του έργα το Τελευταὶ ἢ περὶ θυσιῶν και το Περὶ τοῦ πυθαγορικοῦ βίου έχουν χαθεί. Σώθηκαν όμως 77 επιστολές, ανάμεσά τους και μερικές που δεν αποκλείεται να τις έχει γράψει ο ίδιος.
Ο Απολλώνιος δεν ήταν ο μόνος που κήρυξε με επιτυχία την πυθαγόρεια φιλοσοφία.
Οι μυστικιστικές-θεολογικές διαστάσεις της διδασκαλίας του Πυθαγόρα φυσικό ήταν να έχουν απήχηση σε μια κοινωνία που αναζητούσε μεταφυσικά στηρίγματα. Έτσι, δεν απορούμε όταν στα ελληνορωμαϊκά χρόνια κυκλοφορούσαν ευρύτατα, άγνωστο πότε και από ποιον γραμμένα, τα Χρυσᾶ ἔπη (αποφθέγματα) του Πυθαγόρα, ή όταν ορισμένοι (νεο)πυθαγόρειοι φιλόσοφοι,[Είναι άραγε σύμπτωση όταν οι τρεις σπουδαιότεροι, ο Μοδεράτος από τα Γάδαρα (1ος μ.Χ. αι.), ο Νικόμαχος από τα Γέρασα (1ος/2ος μ.Χ. αι.) και ο Νουμήνιος από την Απάμεια (2ος μ.Χ. αι.), κατάγονταν όλοι από τη Συρία;] συνδυάζοντας στα έργα τους την πυθαγόρεια με την πλατωνική θεωρία, άνοιξαν δρόμους προς τον νεοπλατωνισμό.

Η στωική φιλοσοφία αντιπροσωπεύτηκε τον 1ο μ.Χ. αιώνα με μια ομάδα από φιλοσόφους που όλοι τους, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, κινήθηκαν στα πεδία της αλληγορίας. Ο Κορνούτος από τη Λέπτη της Λιβύης ερμήνευσε το ελληνικό θεολογικό σύστημα ταυτίζοντας τον Δία με την ψυχή, την Ήρα με τον αέρα, την Αθηνά με τη σοφία κλπ.· ο ψευδεπίγραφος Κέβητος Θηβαίου Πίναξ, δεν ανήκει βέβαια στον Κέβη τον σωκρατικό (σ. 167) αλλά σε έναν για μας ανώνυμο φιλόσοφο που θέλησε, ερμηνεύοντας μιαν ολοφάνερα φανταστική, αλληγορική εικόνα, να συστήσει τον στωικό δρόμο προς την ευδαιμονία, όπου κανείς δε φτάνει με την ψευδοπαιδείαν της μουσικής, της αριθμητικής, της ρητορικής κλπ., αλλά μόνο με την εγκράτεια, την καρτερία και τις άλλες ηθικές αρετές· στα χέρια μας έφτασε και το Ὁμηρικαὶ ἀλληγορίαι του Ηράκλειτου από τον Πόντο (;), όπου π.χ. υποστηρίζεται ότι τα βέλη του Απόλλωνα στην αρχή της Ιλιάδας άλλο δεν είναι από τις ακτίνες του ήλιου, που προκαλούν επιδημίες και ξηρασία.

ΕΠΙΣΗΣ

Ο Απολλώνιος, ως εκπρόσωπος των Πυθαγορείων, προσπαθούσε να δώσει πνευματικότερο περιεχόμενο στη διεφθαρμένη πολυθεΐα της εποχής του. Κι αυτό δεν το κατανοούν κάποιοι σημερινοί πολυθεϊστές. Θεωρούσε τη μυθολογία «έργο των ποιητών» και αντιπαθούσε την αισθητή παράσταση της θεότητας, αλλά στην ισχυρή αγάπη του προς την ελευθερία ενωνόταν μια έμφυτη τάση προς τη μαγεία, την προφητεία και τη θαυματουργία, ίδιον – αν θέλετε- των ανθρώπων της εποχής εκείνης.
ο Απολλώνιος Τυανεύς είχε επιβάλλει έναν ορθό τρόπο ζωής: Έπειτα από πενταετή σιωπή που επέβαλε στον εαυτό του, άρχισε μία σειρά περιηγήσεων, σε συνδυασμό με ασκητική ζωή, κηρύσσοντας την αποχή από τις αιματηρές θυσίες, το κρασί, τα λουτρά και τα ερωτικά όργια. Πήγε σε Έφεσο, Πέργαμο, Τροία, Λέσβο, Εύβοια, Πειραιά (60 μ.Χ. στην εορτή των Ελευσινίων), στην Αθήνα, στις Θερμοπύλες (όπου συνάντησε τους Αμφικτίονες). Επίσης επισκέφτηκε τους ναούς του Απόλλωνος Δελφών και Αβών, τα μαντεία Δωδώνης και Τροφωνίου, τα ιερά Αμφιαράου και Μουσών, την Ολυμπία, τη Σπάρτη, την Κρήτη, τη Ρώμη και την Ισπανία.
Στη συνέχεια ο Απολλώνιος Τυανεύς ξαναγύρισε και πάλι στην Ελλάδα (το 68 μ.Χ.), όπου μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια. Πήγε στις Χίο, Ρόδο, Αίγυπτο, όπου γνωρίστηκε με το Ρωμαίο αυτοκράτορα Βεσπασιανό, αλλά διαμαρτυρήθηκε σ’ αυτόν για τη ρωμαϊκή προσάρτηση της Αχαΐας. Μετά έφυγε για την Κιλικία, όπου γνώρισε το γιο του αυτοκράτορα Τίτο, και συνέχισε το ταξίδι του προς τη Συρία και τη Φοινίκη.
Κι εδώ αξίζει να πούμε κάτι σημαντικό: Η φαυλότητα του αυτοκράτορα Δομιτιανού και ο γάμος του με την ωραία ανιψιά του Ιουλία προκάλεσαν την αγανάκτηση του Απολλώνιου, που δεν δίστασε να πάει στη Ρώμη για να τον καταγγείλει. Ό,τι δηλαδή έπραξε ένας σύγχρονός του, που άκουγε στο όνομα ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, όταν κατήγγειλε τον Ηρώδη, που έκανε παρόμοια πράγματα με την Ηρωδιάδα και την κόρη της Σαλώμη (Κατά Μάρκον ευαγγέλιον, Κεφάλαιον ΣΤ΄).
Στη δίκη, που ακολούθησε τη σύλληψή του Απολλωνίου του Τυανέως, παρευρέθηκε ο ίδιος ο αυτοκράτορας Δομιτιανός, που όμως διέκοψε τη δίκη και άφησε τον κατήγορό του να φύγει από τη Ρώμη.

Αυτή η ενδιαφέρουσα ελαιογραφία του 1874 είναι έργο του N. B. Starr και απεικονίζει τον Απολλώνιο.

Το 93 π.Χ. ο Απολλώνιος παρευρέθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες, πήγε στο Μαντείο του Τροφωνίου, έμεινε δύο χρόνια στην Αχαΐα και το 95 γύρισε στην Έφεσο. Τον χαροποίησε ο φόνος του Δομιτιανού και η άνοδος στο ρωμαϊκό θρόνο του φίλου του και φιλέλληνα Νερούα.
Είναι γεγονός, ότι ο Απολλώνιος πέθανε σε βαθιά γηρατιά επί Τραϊανού, γύρω στο 100 μ.Χ. και εφημίζετο ότι σ’ όλες τις περιοδείες του γιάτρευε αρρώστους, έδιωχνε τους κακούς δαίμονες, έκανε μαντείες, έλεγε προφητείες και πως έκανε ακόμη και «αναστάσεις νεκρών»..
Μπορεί, βεβαίως η σωτηρία του από το ρωμαϊκό δικαστήριο να θεωρήθηκε θαύμα, καθώς και το όραμα που είδε τη στιγμή του φόνου του Δομιτιανού και όλα αυτά, σε συνδυασμό με την ενάρετη ζωή του, είχαν σαν συνέπεια να τιμηθεί μετά το θάνατό του ως ήρωας ή και θεός ακόμη. Όμως, όπως διαβάσαμε, το ότι ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Ιεροκλής της Αλεξάνδρειας (5ος αιώνας μ.Χ.) μαθητής του Πλούταρχου, τον χαρακτήρισε σημαντικότερο από τον Ιησού, προκαλώντας την πολεμική του εκκλησιαστικού ιστορικού Ευσεβίου.
Ο Απολλώνιος, ως εκπρόσωπος των Πυθαγορείων, προσπαθούσε να δώσει πνευματικότερο περιεχόμενο στη διεφθαρμένη πολυθεΐα της εποχής του. Κι αυτό δεν το κατανοούν κάποιοι σημερινοί πολυθεϊστές. Θεωρούσε τη μυθολογία «έργο των ποιητών» και αντιπαθούσε την αισθητή παράσταση της θεότητας, αλλά στην ισχυρή αγάπη του προς την ελευθερία ενωνόταν μια έμφυτη τάση προς τη μαγεία, την προφητεία και τη θαυματουργία, ίδιον – αν θέλετε- των ανθρώπων της εποχής εκείνης.
Η ζωή του Απολλωνίου Τυανέως περιγράφηκε με πολλές φανταστικές προσθήκες από τον Μοιραγένη και από τον Φιλόστρατο, κατά διαταγή της Ιουλίας Δόμνας, συζύγου του Σεπτίμιου Σεβήρου και μητέρας του Καρακάλλα και του Γέτα.Ο Απολλώνιος (ως ιστορικό πρόσωπο) άφησε πίσω του κάποια έργα: Τελεταί ή περί θυσιών (παραθέματα στον Ευσέβιο) και έναν Πυθαγόρου βίον, που με τη σειρά του υπήρξε πηγή για τη βιογραφία του Πυθαγόρα που έγραψε ο Ιάμβλιχος από τη Χαλκίδα (εκεί παραθέματα)· από τις 77 Επιστολές του που μας σώθηκαν, θα μπορούσαν, πάντως, μερικές να είναι γνήσιες. ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΑΚΚΕΤΟΣ

Ο Επίκτητος Ιεραπολίτης (από την Ιεράπολη της Φρυγίας) γεννήθηκε στα μέσα του 1ου αιώνος της χρονολογήσεως των χριστιανών και αρχικά υπήρξε δούλος ενός αυτοκρατορικού υπαλλήλου, του Επαφροδίτου, ο οποίος τον απελευθέρωσε όταν κάποτε εγκαταστάθηκε οριστικά στη Ρώμη. Ο Επίκτητος σπούδασε φιλοσοφία δίπλα στον στωϊκό Μουσόνιο Ρούφο και στη συνέχεια δίδαξε ο ίδιος στη Ρώμη, αναδειχθείς σε μία από τις σοβαρότερες μορφές του Στωϊκισμού

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ ΙΕΡΟΠΟΛΙΤΗΣ (περ. 50-138 μ.Χ.)
Γεννήθηκε δούλος στην Ιεράπολη της Φρυγίας, αλλά είχε την τύχη να υπηρετήσει στη Ρώμη έναν εξαιρετικά πλούσιο και μορφωμένο απελεύθερο, τον Επαφρόδιτο, που του έδωσε την άνεση να μαθητέψει στον στωικό φιλόσοφο Μουσώνιο Ρούφο[ Μας είναι γνωστή μια ολόκληρη σειρά από στωικούς φιλοσόφους που δίδασκαν με επιτυχία στη Ρώμη: ο Άρειος Δίδυμος, φίλος του Αυγούστου, ο Χαιρήμων, δάσκαλος του Νέρωνα, κ.ά. Η στωική φιλοσοφία είχε εξαρχής μεγάλη απήχηση στους ρωμαϊκούς πνευματικούς κύκλους, όπου τα χρόνια εκείνα την εκπροσωπούσε ο διάσημος πολιτικός, ποιητής και φιλόσοφος Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (4 π.Χ.-65 μ.Χ.).] και αργότερα τον απελευθέρωσε. Διδάσκοντας πια ο ίδιος, ο Επίκτητος έμεινε στη Ρώμη ως τη χρονιά που ο Δομιτιανός εξόρισε όλους τους φιλοσόφους (89 μ.Χ.). Διωγμένος από την Ιταλία, εγκαταστάθηκε στη Νικόπολη της Ηπείρου, όπου συνέχισε να διδάσκει με μεγάλη επιτυχία ως τον θάνατό του.
Ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα· είχε όμως μαθητή τον γνωστό μας ιστορικό Φλάβιο Αρριανό (σ. 266), που με επιμέλεια κατάγραψε κατά λέξη, στην Κοινή, όπως ακούγονταν, τα μαθήματά του (Περὶ ἀταραξίας, Πῶς φέρειν δεῖ τὰς νόσους, Πρὸς επικούρειους καὶ ἀκαδημαϊκούς κλπ.), και τα δημοσίευσε με τον τίτλο Διατριβαί. Από τα οκτώ βιβλία των Διατριβῶν έχουν σωθεί τα τέσσερα, και ένα ξεχωριστό βιβλίο, το Ἐγχειρίδιον, όπου πάλι ο Αρριανός είχε συνοψίσει την ηθική διδασκαλία του δασκάλου του. Η φιλοσοφία του Επίκτητου ήταν βασικά στωική, με στοιχεία κυνισμού. Απευθυνόταν στον μέσο άνθρωπο, συστήνοντάς του να πολεμήσει τα πάθη του με το λογικόν και να ακολουθήσει ελεύθερος την θείαν διοίκησιν.

Έχει σωστά παρατηρηθεί ότι στα ελληνορωμαϊκά χρόνια η Στοά είχε αναδείξει δύο εξαιρετικά σημαντικούς φιλόσοφους: ένα δούλο, τον Επίκτητο, και έναν αυτοκράτορα, τον Μάρκο Αυρήλιο, και, όπως ήταν φυσικό, καθένας τους μίλησε με τον δικό του τρόπο: ο Επίκτητος απευθυνόταν στους πολλούς, με λογικά επιχειρήματα· ο Μάρκος Αυρήλιος στον εαυτό του, με αφορισμούς.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ (121-180 μ.Χ.)
Ἔνδον σκάπτε· ἔνδον ἡ πηγὴ τοῦ ἀγαθοῦ.[ «Μέσα (σου) να σκάβεις (να αναζητάς)· μέσα (σου) βρίσκεται η πηγή του αγαθού.»] Εἰς ἑαυτόν 7.59
Ο Μάρκος Αυρήλιος είχε μαθητέψει στον διάσημο ρωμαίο ρήτορα και ρητοροδιδάσκαλο Φρόντωνα και στον Ηρώδη τον Αττικό (σ. 257). Και οι δύο τον προόριζαν για ρήτορα, αλλά τελικά υπερίσχυσε η κλίση του προς τη φιλοσοφία. Ως αυτοκράτορας στάθηκε άτυχος: εξωτερικοί εχθροί και εσωτερικοί επαναστάτες τον υποχρέωσαν να περάσει τα περισσότερα από τα είκοσι χρόνια της εξουσίας του σε πολεμικές επιχειρήσεις.
Το έργο του Εἰς ἑαυτόν είναι ένα είδος ημερολόγιο όπου ο φιλόσοφος-αυτοκράτορας κατάγραφε με συντομία παρατηρήσεις (π.χ. «όσοι υμνήθηκαν πολύ έχουν ήδη παραδοθεί στη λήθη, και αυτοί που τους υμνούσαν έχουν από καιρό εξαφανιστεί», 7.6), αφοριστικές κρίσεις (π.χ. ὁ ἀδικῶν ἑαυτὸν ἀδικεῖ, ἑαυτὸν κακὸν ποιῶν, 9.4), συμβουλές και κατηγορικές προσταγές προς τον εαυτό του (π.χ. μὴ αἰσχύνου βοηθούμενος, 7.7).
Η φιλοσοφία του αντλεί πολλά από τον Ποσειδώνιο και τον Επίκτητο και εστιάζεται στην ηθική συμπεριφορά, συστήνοντας εσωτερική ελευθερία από τα πάθη, ηρεμία, μετριοπάθεια, πραότητα και ανοχή – αρετές που χαρακτήριζαν και τον ίδιο. Μόνο απέναντι στους χριστιανούς στάθηκε άτεγκτος· ίσως γιατί έβλεπε πόσο εύκολα η θρησκεία τους θα μπορούσε με την ηθική διδασκαλία της να υποκαταστήσει κάθε πρακτική φιλοσοφία.

Όπως θα το περιμέναμε, η σύγκλιση των φιλοσοφικών συστημάτων επηρέασε και την Ακαδημία, όπου οι φιλόσοφοι – ο Εύδωρος (1ος π.Χ./1ος μ.Χ. αι.), ο Γάιος (1ος/2ος μ.Χ. αι.), ο Αλβίνος (2ος μ.Χ. αι.) κ.ά. – από τη μια υιοθέτησαν και ενσωμάτωσαν στην πλατωνική θεωρία πυθαγορικές, περιπατητικές και στωικές ιδέες, από την άλλη προώθησαν με τις θέσεις τους τα μεταφυσικά και μυστικιστικά στοιχεία του πλατωνισμού, προετοιμάζοντας τη μετατροπή του στον έντονα θεολογικό νεοπλατωνισμό. Τελευταίος στη σειρά, ο Κέλσος (2ος μ.Χ. αι.) στο έργο του Ἀληθὴς λόγος τα έβαλε, μαντεύουμε γιατί, με τους χριστιανούς.

Ο Σέξτος ο Εμπειρικός (β΄μισό 2ου – αρχές 3ου αι.μ. Χ.) ήταν φιλόσοφος και γιατρός, εκπρόσωπος του του σκεπτικισμού στη φιλοσοφία και του εμπειρισμού στην ιατρική, γνωστός κυρίως από τα σωζόμενα συγγράμματά του, τα οποία έχουν συνταχθεί μεταξύ 180 και του 200 μ. Χ. Από δική του μαρτυρία προκύπτει ότι καταγόταν από την Ελλάδα και από τον Διογένη τον Λαέρτιο ότι ήταν μαθητής του γιατρού Ηροδότου του Ταρσέα και δάσκαλος του Σατουρίνου. Πιθανή θεωρείται η δραστηριότητά του στη Ρώμη.[Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 9Α, σ. 236, 1988] Ονομάστηκε Εμπειρικός γιατί ακολουθούσε την εμπειρική (αντίθετη προς τη δογματική ή θεωρητική) ιατρική σχολή, που είχε στενές σχέσεις με τον φιλοσοφικό σκεπτικισμό

ΣΕΞΤΟΣ Ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (2ος μ.Χ. αι.)
Για τη ζωή του ξέρουμε μόνο ότι ήταν γιατρός, της εμπειρικής σχολής του Ηρόφιλου (σ. 230). Σώζονται όμως τα έργα του (α) Πυρρώνειοι ὑποτυπώσεις, μια σύνοψη των απόψεων του Πύρρωνα, ιδρυτή της σχολής των σκεπτικών (σ. 221), και (β) Σκεπτικά, που απαρτίζονται από πέντε βιβλία Πρὸς δογματικούς, δηλαδή εναντίον όλων των φιλοσόφων που πιστεύουν στην ακλόνητη ορθότητα της θεωρίας τους, και έξι βιβλία Πρὸς μαθηματικούς, δηλαδή εναντίον όλων όσων αγαπούν τη μάθηση, κατέχουν ή και διδάσκουν ένα συγκεκριμένο μάθημα: των γραμματικών, των ρητοροδιδασκάλων, των αστρονόμων, των φυσικών, των μαθηματικών με τη σημερινή έννοια, των μουσικών κλπ.

Πυρρώνειεες υποτυπώσεις -Alte Pinakothek- Μονάχου

Σε όλους αυτούς ο Σέξτος καταφέρνει, εφαρμόζοντας με πολλή επιδεξιότητα την αρχή του Πύρρωνα ότι παντὶ λόγῳ λόγος ἀντίκειται, να αποδείξει όχι μόνο ότι όσα νομίζουν ότι γνωρίζουν είναι ανυπόστατα, αλλά και ότι κάθε τους προσπάθεια να γνωρίσουν κάτι βέβαιο και σωστό είναι εξαρχής μάταιη.
Εύστοχα παρατηρήθηκε ότι «κλονίζοντας [με τα επιχειρήματά τους] τις γνωστικές δυνατότητες του ορθολογισμού, οι εκπρόσωποι του σκεπτικισμού βοήθησαν, άθελά τους, να ανοίξει ο δρόμος για τον μυστικισμό.» (Α. Λέσκι)
Γύρω στα 200 μ.Χ. ένας εύπορος πολίτης στα Οινόανδα της Λυκίας, ο Διογένης, φανατικός οπαδός της φιλοσοφίας του Επίκουρου (σ. 216), καθόρισε μετά τον θάνατό του να κατασκευαστεί μια τεράστια επιγραφή (πάνω από 40 μέτρα μάκρος!) «για το καλό της πόλης και των ξένων που την επισκέπτονται». Η επιγραφή, που βρέθηκε κομματιασμένη και δημοσιεύτηκε από τους αρχαιολόγους, περιείχε τέσσερα δικά του συγγράμματα, αποφθέγματα και επιστολές – όλα στο πλαίσιο της επικούρειας φιλοσοφίας.

Σύγχρονος του Διογένη πρέπει να ήταν ο περιπατητικός Αριστοκλής από τη Μεσσήνη της Σικελίας, συγγραφέας ενός έργου Περὶ φιλοσοφίας, απ᾽ όπου μας σώζονται αποσπάσματα.
Μαθητής του ήταν ο Αλέξανδρος από την Αφροδισιάδα της Κιλικίας (2ος/3ος μ.Χ. αι.), κάτοχος της έδρας του Περιπάτου που είχε ιδρύσει ο Μάρκος Αυρήλιος στην Αθήνα. Αποτελούσε βέβαια υπερβολή, όταν οι Βυζαντινοί τον ονόμαζαν δεύτερον Ἀριστοτέλη· όχι όμως και όταν τον χαρακτήριζαν ἐξηγητὴν κατ᾽ ἐξοχήν: τα ερμηνευτικά του υπομνήματα (στη Μεταφυσική, στα Αναλυτικά, στα Μετεωρολογικά κ.ά.) χαρακτηρίζονται από αυστηρή μέθοδο και σπάνια ευθυκρισία.

Το τελευταίο φιλοσοφικό κίνημα της ελληνικής αρχαιότητας, ο νεοπλατωνισμός, εμφανίστηκε και αναπτύχτηκε τον 3ο μ.Χ. αιώνα. Τυπικά αποτελούσε τη συνέχεια του πλατωνισμού της Ακαδημίας, όπου είχαν στο μεταξύ αφομοιωθεί πλήθος πυθαγορικά, αριστοτελικά, στωικά κ.ά. στοιχεία. Ουσιαστικά όμως ο νεοπλατωνισμός εξελίχτηκε σε ένα πραγματικά καινούργιο κίνημα: με την ιδεοκρατία, με την υποτίμηση του αισθητού κόσμου και με την προβολή εννοιών όπως το απόλυτο, η ψυχική κάθαρση κ.τ.ό. ανταποκρίθηκε καλύτερα από κάθε άλλη φιλοσοφική διδασκαλία στις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων της ύστερης Ελληνορωμαϊκής εποχής που αποζητούσαν μεταφυσική λύτρωση από την πραγματικότητα.
Πρωτοπόρος του νεοπλατωνισμού θεωρείται ο Αμμώνιος Σακκάς [Το παρανόμι Σακκάς τού δόθηκε γιατί, φτωχός στα νιάτα του, κουβαλούσε σάκκους για να ζήσει.] από την Αλεξάνδρεια (2ος/3ος μ.Χ. αι.), που γεννήθηκε χριστιανός αλλά προτίμησε να γίνει εθνικός και φιλόσοφος. Ο Αμμώνιος δεν άφησε γραπτό έργο και η διδασκαλία του μας είναι άγνωστη. Είχε όμως, ως δάσκαλος της πλατωνικής φιλοσοφίας στην Αλεξάνδρεια, σημαντικούς μαθητές, ανάμεσά τους τον αναμφισβήτητο αρχηγέτη του νεοπλατωνισμού, τον Πλωτίνο.

Ο Φλάβιος Φιλόστρατος
 

 ΦΛΑΒΙΟΣ ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ 
Ο Φλάβιος Φιλόστρατος (160/170 – 244/249 μ.Χ.) είναι, μαζί με τον Δίωνα τον Χρυσόστομο, ο κύριος εκπρόσωπος της Δεύτερης Σοφιστικής. Αν και ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του Αθηναίο γεννήθηκε στη Λήμνο και έζησε στα τέλη του 2ου αι. και στο α΄ μισό του 3ο αι. μ.Χ. Πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει και αργότερα εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, την εποχή που βασίλευε ο Σεπτίμιος Σεβήρος, όπου απέκτησε την εύνοια της γυναίκας του αυτοκράτορα και μητέρας του Καρακάλλα Ιουλίας Δόμνας. Μετά το 217, οπότε βρήκαν τραγικό τέλος η Ιουλία Δόμνα και ο Καρακάλλας, γύρισε στην Αθήνα (κατά άλλη όμως εκδοχή πήγε στην Τύρο, όπου του δόθηκαν πολιτικά δικαιώματα) για να δραστηριοποιηθεί ως δάσκαλος της σοφιστικής.[Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ, 9Β΄ σ. 298, εκδοτική Αθηνών 1988] Από τα σωζόμενα έργα του «φιλοστρατείου σώματος» αποδίδονται στον Φλάβιο Φιλόστρατο τα εξής:
Βίοι Σοφιστών σε δύο βιβλία. Στο πρώτο βιβλίο αναφέρονται είκοσι έξι φιλόσοφοι-σοφιστές, με πρώτο τον Πρωταγόρα και τελευταίο τον Αισχίνη, ενώ στο δεύτερο τριάντα τρεις ρήτορες, από τους εισηγητές της νέας κατεύθυνσης ως τον ίδιο τον συγγραφέα.. Μάλιστα στο βιβλίο αυτό ο Φιλόστρατος έδωσε και το όνομα στην ανανεωτική αυτή κίνηση: Δεύτερη Σοφιστική.
Ηρωικός. Διάλογος, που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες στη σκοποθεσία και στον χαρακτήρα με τον Βίον Απολλωνίου του Τυανέως.
Γυμναστικός. Ανήκει στην παραδοση των προτρεπτικων λόγων που δίνει αξιόπιστες πληροφορίες για τους αγώνες, τα είδη των αθλημάτων και τις μεθόδους προπονήσεως.
Νέρων. Διάλογος που, καθώς θύμιζε πολύ τον Λουκιανό, αποδόθηκε λαθεμένα σ’ αυτόν. Στο έργο ο φιλόσοφος Μουσιώνος καταγγελει την ύβριν του τυραννου.
Επιστολές. Έχει σωθεί συλλογή από εβδομήντα τρεις επιστολές, γραμμένες σε περίτεχνο ύφος, από τις οποίες οι περισσότερες είναι ερωτικά παιχνίδια. Η 73η έχει ως αποδέκτη την Ιουλία Δόμνα και αποτελεί απολογία και υπεράσπιση της σοφιστικής.
Εικόνες, σε δύο βιβλία. Ανήκει στην παράδοση των ρητορικών «εκφράσεων» έργων τέχνης. Περιγράφονται εξήντα πέντε ζωγραφικοί πίνακες που από άποψη ύφους είναι το ωραιότερο έργο του Φιλόστρατου.[Άπαντα Φιλόστρατου, τόμοι 7 αριθμ. 307-312, εκδ. Κάκτος] Βίος Απολλωνίου του Τυανέως. Τη φήμη του οφείλει κυρίως ο Φιλόστρατος στα οκτώ βιβλία που αποτελούσαν: Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον.[Κωνσταντίνος Καβάφης Σοφοί δε προσιόντων ] Οι εθνικοί για να το χρησιμοποιήσουν ως αντίβαρο στη θεαματική εξάπλωση του χριστιανισμού αλλοίωσαν την εικόνα του ιστορικού αυτού προσώπου (Απολλωνίου του Τυανέως) προσθέτοντας διηγήσεις θαυμάτων του και παρουσιάζοντάς τον ως δεινό μάγο κατά τρόπο που προκάλεσε την αντίδραση του Λουκιανού με τον Αλέξανδρον ή Ψευδόμαντιν.[Λουκιανός, Αλέξανδρος ή Ψευδόμαντις]

Ο Πλωτίνος (θεωρείται ότι είναι η κεφαλή ) ήταν σημαντικός φιλόσοφος της ύστερης αρχαιότητας και ιδρυτής της νεοπλατωνικής σχολής της φιλοσοφίας

ΠΛΩΤΙΝΟΣ (205-270 μ.Χ.)
Γεννήθηκε στη Λυκόπολη της Αιγύπτου και σπούδασε στην Αλεξάνδρεια, όπου είκοσι οκτώ χρονών γνώρισε τον Αμμώνιο Σακκά, ενθουσιάστηκε με τη διδασκαλία του και έμεινε κοντά του έντεκα χρόνια. Στη συνέχεια, για να γνωρίσει την περσική και ινδική φιλοσοφία, ακολούθησε τον αυτοκράτορα Γορδιανό Γ’ στην εκστρατεία του στη Μεσοποταμία· γρήγορα όμως ο Γορδιανός σκοτώθηκε και ο Πλωτίνος ταξίδεψε, πρώτα στην Αντιόχεια, ύστερα στη Ρώμη, όπου εγκαταστάθηκε και έμεινε διδάσκοντας τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του.
Η ασκητική προσωπικότητα και η διδασκαλία του εντυπωσίασαν τους Ρωμαίους· η φήμη για τη σοφία και τη δικαιοσύνη του απλώθηκε, και δεν ήταν λίγοι αυτοί που τον παρακαλούσαν να επιλύσει τις διαφορές τους ή να διαχειριστεί ως θετός πατέρας τις περιουσίες παιδιών που είχαν ορφανέψει.
Οι μαθητές του ήταν πολλοί και αξιόλογοι· όμως πάλι δεν απορούμε μαθαίνοντας ότι επιχείρησε, αλλά δεν κατάφερε, να διαμορφώσει τη διδασκαλία του στο πρότυπο του σωκρατικού διαλόγου, γιατί οι συζητήσεις διεξάγονταν ἀταξίας πλήρεις καὶ πολλῆς φλυαρίας (Βίος 3.37).
Ακολουθώντας τον δάσκαλό του τον Αμμώνιο και τον Σωκράτη, ο Πλωτίνος δεν έδινε σημασία στον γραπτό λόγο. Αργά και με δυσκολία οι μαθητές του τον έπεισαν να συγγράψει.
Έτσι, στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Πλωτίνος κατάγραψε 54 κεφάλαια από τη φιλοσοφία του. Τα παράδωσε στους μαθητές του, και από αυτούς ο Πορφύριος (σ. 284) τα ταχτοποίησε σε έξι ομάδες των εννέα κεφαλαίων, ανάλογα με το θέμα τους, και τα δημοσίευσε με τον τίτλο Ἐννεάδες.

Πλωτίνος ή Αυτοκράτωρ Γαλλιήνος; Δεν είναι βέβαιο ποιος ακριβώς απεικονίζεται στο κέντρο του αναγλύφου γνωστού ως «Η Σαρκοφάγος του Πλωτίνου»Η ιδιαίτερη σημαντική θέση του Πλωτίνου και η απήχησή του στη ρωμαϊκή κοινωνία φαίνεται ακόμη από τον σεβασμό που έτρεφαν προς το πρόσωπό του ο αυτοκράτωρ Γαλλιήνος και η γυναίκα του Σαλωνίνα.Μάλιστα, ο Πλωτίνος, θέλοντας να αξιοποιήσει την φιλία τους, ζήτησε να χτιστεί μία πόλη φιλοσόφων στην Καμπανία, στην οποία θα ακολουθούνταν οι νόμοι του Πλάτωνα και θα είχε το όνομα Πλατωνόπολις. Ο ίδιος σκόπευε να αποσυρθεί εκεί μαζί με τους φίλους και μαθητές του. Όμως κατά τον Πορφύριο κάποιοι από τους αυλικούς του αυτοκράτορα πρόβαλλαν εμπόδια και το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε. Ακόμη και πριν το θάνατό του ο Πλωτίνος άφησε κάποια αξιομνημόνευτα και αινιγματικά λόγια στους μαθητές του λέγοντας: «Προσπαθήστε να ανάγετε τον Θεό μέσα σας στο θείο που ενυπάρχει στο Όλο». Πέθανε το 270 μ.Χ. έχοντας ζήσει έως τα 66 του χρόνια. Δεν είχε αποκαλύψει σε κανέναν πότε ακριβώς είχε γεννηθεί, ούτε την ημέρα των γενεθλίων του, επειδή δεν ήθελε κανείς να κάνει θυσίες ή γεύματα για τα γενέθλιά του, παρόλο που στα παραδοσιακά γενέθλια του Πλάτωνα και του Σωκράτη τελούσε θυσίες και παρέθετε γεύμα στους συντρόφους του [Λέχθηκε ότι ο Πλωτίνος ίσως αρνήθηκε να αποκαλύψει τα γενέθλιά του και τον τόπο καταγωγής του όχι επειδή περιφρονούσε τέτοια ζητήματα, αλλά γιατί φοβόταν ότι φανερώνοντάς τα θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή πάνω του διάφοροι ανταγωνιστές διαμέσου της μαγείας.].

Ο Πλωτίνος έγραψε σαν να μιλούσε: η γλώσσα του είναι μεικτή, η σύνταξή του ανώμαλη, το ύφος του άτσαλο και η ορολογία του συχνά επινοημένη από τον ίδιο· παρ᾽ όλα αυτά, ο λόγος του έχει ζωντάνια και θα διαβαζόταν ευχάριστα, αν δεν ήταν τα νοήματα τόσο πολύπλοκα και αφηρημένα.
Ο Πλωτίνος δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι έφερε στη φιλοσοφία κάτι καινούργιο. Αντίθετα, επέμενε να λέει πως άλλο δεν έκανε από το να ερμηνεύει τους προκατόχους του, τον Πλάτωνα και τους πλατωνικούς. Σωστά· όμως καινούργια ήταν ακριβώς η ερμηνεία που έδωσε στην πλατωνική θεωρία, η σύνθεση της συσσωρευμένης ακαδημαϊκής γνώσης, ο τρόπος που συστηματοποίησε το διάχυτο υλικό – η συνολική εικόνα του πλατωνισμού, όπως την πρόβαλλε γοητεύοντας το κοινό του. Χαρακτηριστική η διδασκαλία του για το πλατωνικό ἕν, που πια όχι μόνο ταυτιζόταν με την αρετή και την ομορφιά, αλλά και αποτελούσε την πηγή όλων των όντων.
Με αυτό το σχεδόν θεοποιημένο, ανεξάρτητο και απόλυτο ἕν ο Πλωτίνος δίδασκε ότι μπορούσαν οι άνθρωποι, με άσκηση και μυστική έκσταση, να ενωθούν – κάτι που ο ίδιος, αν πιστέψουμε τον Πορφύριο, το κατόρθωσε τέσσερις φορές.

Από τους μαθητές του Πλωτίνου ξεχώρισαν (α) ο γιατρός Ευστόχιος από την Αλεξάνδρεια, που τον παραστάθηκε στις τελευταίες του ώρες και είχε και αυτός εκδώσει, πριν από τον Πορφύριο, τα έργα του δασκάλου, και (β) ο Αμέλιος από την Ετρουρία, συγγραφέας μιας σειράς από αξιόλογα φιλοσοφικά συγγράμματα που όμως χάθηκαν. Και των δύο το έργο επισκιάστηκε από την εκδοτική και ερμηνευτική προκοπή ενός άλλου μαθητή, του Πορφύριου.

ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (234-301/4 μ.Χ.)
Ο Πορφύριος ήταν Σύρος από την Τύρο. Μαθήτεψε πρώτα στην αθηναϊκή Ακαδημία, ύστερα για πέντε χρόνια στη σχολή του Πλωτίνου στη Ρώμη. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στη Σικελία· γύρισε όμως στη Ρώμη μετά τον θάνατο του δασκάλου του για να τον διαδεχτεί στη σχολαρχία.
Ο Πορφύριος επιμελήθηκε, όπως είδαμε, την έκδοση των Ἐννεάδων του Πλωτίνου· έγραψε όμως και ο ίδιος πολλά. Από τα 65 έργα που ξέρουμε ότι είχε συγγράψει δε σώθηκαν παρά τα εννέα, ανάμεσά τους το πολύτιμο Περὶ Πλωτίνου βίου καὶ τῆς τάξεως τῶν βιβλίων αὐτοῦ, και ένα ακόμα βιογραφικό, ο Πυθαγόρου βίος.
Από τα υπόλοιπα ξεχωρίζουμε το Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν Νυμφῶν ἄντρου, όπου η γνωστή μας σπηλιά της Ιθάκης (ν 102-12) ερμηνεύεται αλληγορικά ως σύμβολο του αισθητού κόσμου ἐν ᾧ ὡς μεγίστῳ ἱερῷ αἱ ψυχαὶ διατρίβουσιν (12), και η Πρὸς Μαρκέλλαν, τη σύζυγό του, συμβουλευτική επιστολή, όπου πίστις, ἀλήθεια, ἔρως και ἐλπίς προβάλλονται ως τέσσερα στοιχεῖα που βοηθούν να προσεγγίσει ο άνθρωπος τον θεό. Από τα χαμένα του έργα ας θυμηθούμε μόνο το Κατὰ Χριστιανῶν, όπου ο φιλόσοφος διαφωνούσε με τη βιβλική κοσμογένεση, την ενανθρώπιση του Χριστού και τη Δευτέρα Παρουσία.
Τον Πορφύριο τον απασχόλησε περισσότερο από κάθε άλλο η προσπάθεια του ανθρώπου να εξασφαλίσει τη σωτηρία της ψυχής του, κατανικώντας με τον νου και τη θέληση τα πάθη και τους δαίμονες (!) που την κατοικούν. Ωστόσο, η σκέψη του δεν ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη· και ο ίδιος έδινε μεγαλύτερη σημασία στην ορθή κατανόηση, τον σχολιασμό και τη διάδοση της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Πλωτίνου, όπου η συμβολή του στάθηκε αλήθεια σημαντική.

Από τον πλατωνισμό στον νεοπλατωνισμό, και από τον Πλωτίνο στον Πορφύριο, η ακαδημαϊκή θεωρία όλο και περισσότερο απομακρυνόταν από τους παραδοσιακούς της φιλοσοφικούς προβληματισμούς, όλο και περισσότερο αναζητούσε και διατύπωνε απαντήσεις σε θέματα θεολογικά περισσότερο παρά φιλοσοφικά. Η ίδια τάση συνεχίστηκε και με τον τρίτο σημαντικό εκπρόσωπο του νεοπλατωνισμού, τον Ιάμβλιχο.

Ο Ιάμβλιχος

ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ (περ. 250-325 μ.Χ.)
Ο Ιάμβλιχος ήταν Σύρος, όπως και ο Πορφύριος, που τον δίδαξε φιλοσοφία στη Ρώμη, αλλά βέβαια αυτό δεν εμπόδισε μαθητής και δάσκαλος να διαφωνήσουν αργότερα σε πολλά. Βαθύτατα θρησκευτική και μυστικιστική φύση, ο Ιάμβλιχος πίστευε και αυτός στην ύπαρξη των δαιμόνων· ενώ όμως ο Πορφύριος κρατούσε αποστάσεις από τη μαντική, τη μαγεία και κάθε προσπάθεια επηρεασμού των θεών με απόκρυφες τελετές και μαγγανείες, ο Ιάμβλιχος τις έκρινε απαραίτητες προκειμένου ο φιλόσοφος να προσεγγίσει, με τη μεσολάβηση των δαιμόνων, τη θεϊκή γνώση.
Όπως θα το περιμέναμε, η ροπή του προς τον μυστικισμό και τη θεοσοφία τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον πυθαγορισμό και να θελήσει να τον διαδώσει. Από το πολυσύνθετο έργο του Συναγωγὴ πυθαγορείων δογμάτων σώζονται το Περὶ τοῦ πυθαγορικοῦ βίου, το Λόγος προτρεπτικὸς πρὸς φιλοσοφίαν, τα Θεολογούμενα τῆς ἀριθμητικῆς κ.ά.
Ακόμα, ως γνήσιος νεοπλατωνικός, ο Ιάμβλιχος δεν παράλειψε να σχολιάσει ορισμένα έργα του Αριστοτέλη και του Πλάτωνα, πιστεύοντας ότι ο τελευταίος μιλούσε με αἰνίγματα (υπαινιγμούς) και προτείνοντας νέους τρόπους ερμηνείας.

Τα βιογραφικά στοιχεία για τον Ιάμβλιχο, ιδιαίτερα για τα χρόνια της νιότης του, είναι λιγοστά. Γόνος πλούσιας και αριστοκρατικής οικογένειας, γεννήθηκε γύρω στο 250 μ. Χ. στη Χαλκίδα της Κοίλης Συρίας. Λέγεται ότι η οικογένειά του καταγόταν από τους βασιλιάδες ιερείς της Έμεσας (σημερινή Χομς), πόλη περίφημη για το ναό του συροφοινικικού θεού του ήλιου Ηλιογάβαλου. Περήφανος για την εθνική του καταγωγή, αρνήθηκε να υιοθετήσει ελληνικό ή λατινικό όνομα, σύμφωνα με τη συνήθεια της εποχής και διατήρησε το συριακό Για-μλικού, «ο θεός κυβερνά». Αρχικά μελέτησε το νεοπλατωνισμό κοντά στον Ανατόλιο τον περιπατητικό, έναν από τους πρώτους μαθητές του Πορφύριου και κατόπιν δίπλα στον ίδιο τον Πορφύριο, τον κορυφαίο μαθητή του Πλωτίνου, πιθανότατα στη Ρώμη, τον οποίο διαδέχτηκε στη θέση του Διαδόχου της Νεοπλατωνικής Σχολής. Νωρίτερα όμως είχε ιδρύσει δική του σχολή στη Συρία, όπου η φήμη του προσέλκυσε πλήθος μαθητές από όλες τις ανατολικές επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Δεν είναι γνωστό πότε ή πώς ακριβώς πέθανε ο Ιάμβλιχος, πιθανόν γύρω στο 330, λίγο μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και λίγο πριν ο Χριστιανισμός γίνει η επίσημη θρησκεία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από τους πολυπληθείς μαθητές του ξεχωρίζουν ο Σώπατρος ο Απαμεύς και ο Αιδέσιος, που τον διαδέχτηκε στη διεύθυνση της Συριακής Σχολής, καθώς και ο μαθητής του Αιδέσιου, Μάξιμος ο Εφέσιος, δάσκαλος του αυτοκράτορα Ιουλιανού. Ο επιφανέστερος όμως συνεχιστής του Ιάμβλιχου είναι ο Πρόκλος, Διάδοχος της Αθηναϊκής Σχολής. Βαθιά επηρεασμένο από τη διδασκαλία του Ιάμβλιχου είναι και τα έργα του λεγόμενου «ψευδο-Διονύσιου» που άσκησαν μεγάλη επιρροή στη μεσαιωνική χριστιανική σκέψη.

Από τη «Χαλδαϊκή Θεολογία» του Ιάμβλιχου διασώθηκαν έξι βιβλία: Ο Βίος του Πυθαγόρα, Ο Προτρεπτικός εις Φιλοσοφία, Περί της κοινής μαθηματικής, Περί της Νικομάχου Γερασηνού Αριθμητικής Εισαγωγής, Τα Θεολογούμενα της Αριθμητικής και το Περί των Αιγυπτιακών Μυστηρίων. Επίσης, εκτεταμένα αποσπάσματα από το «Περί Ψυχής», από τις Επιστολές προς Μακεδόνιο και Σώπατρο «Περί Ειμαρμένης» και προς Δέξιππο και Σώπατρο «Περί Διαλεκτικής», σώζονται στο «Ανθολόγιο» του Στοβαίου.

Την προσέγγιση της φιλοσοφίας με τη θρησκεία εκφράζει και ένα κίνημα, ο ερμητισμός, που γι᾽ αυτόν αναρωτιόμαστε αν αποτελούσε φιλοσοφικό σύστημα με θρησκευτικές προεκτάσεις ή, πιο σωστά, εκστατική (μονοθεϊστική!) θρησκεία με φιλοσοφικά ερείσματα. Το ξεκίνημά του τοποθετείται στα αλεξανδρινά χρόνια, η ακμή του στην Ελληνορωμαϊκή εποχή. Στην ελληνική γραμματεία αντιπροσωπεύεται από τον Ἑρμῆν τρισμέγιστον,[Ἑρμῆς τρισμέγιστος ήταν το ελληνικό όνομα του αιγυπτιακού θεού Θωθ] ένα σώμα από ποικίλους λόγους όπου μέσα τους συνυπάρχουν συμβατά ή και αντιφατικά στοιχεία από πολλές θρησκείες. Πρώτος και σπουδαιότερος λόγος ο Ποιμάνδρης («ποιμὴν ἀνδρῶν»), όπου ο ομώνυμος Θεός-Νοῦς αποκαλύπτει μυστικές αλήθειες για τη δημιουργία του κόσμου.

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ

ΠΗΓΕΣ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ

Κύρια πηγή  Φάνης Κακριδής
Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών

Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό,  εκδοτική Αθηνών 1988
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφω

Amphipolis.gr | Ο Ομφαλός της Γης

Ο Χώρος που επιβάλλεται όσο κανένας άλλος στη σκέψη του Ανθρώπου

Ο Ομφαλός της Γης

Στην αρχή του εκπληκτικού φαραγγιού στην Πέτρα της Ιορδανίας στέκομαι απέναντι από μια σύντομη επιγραφή και ένα σχέδιο χαραγμένα στον βράχο. Είναι ένα αφιέρωμα Έλληνα στρατιώτη, μια μνεία του «Ομφαλού της Γης», των Δελφών, που οι Έλληνες έπαιρναν μαζί τους όπου πήγαιναν. Και εγώ είχα μαζί μου μια θαυμαστή μνεία, το δοκίμιο του Γιώργου Σεφέρη για τους Δελφούς. Όταν άνοιξα τις «Δοκιμές», άνοιξαν αμέσως και τα φτερά μου, και σαν τους μυθικούς αετούς που άφησε ο Δίας να πετάξουν από τις δυο άκρες του κόσμου, ανάμεσα στις Φαιδριάδες Πέτρες: «(…) Ο μύθος μπορεί να σημαίνει πως οι σκοτεινές δυνάμεις είναι το προζύμι του φωτός· πως όσο πιο έντονες είναι, τόσο πιο βαθύ γίνεται το φως όταν τις κυριαρχήσει. Και συλλογίζεται κανείς πως αν το τοπίο των Δελφών πάλλει από μια τέτοια εσωτερική μαρμαρυγή, είναι γιατί δεν υπάρχει ίσως γωνιά στη γη μας που να ζυμώθηκε τόσο πολύ από τις χθόνιες δυνάμεις και από το απόλυτο φως». Οντως, το τοπίο των Δελφών είναι από τα πλέον συγκλονιστικά που υπάρχουν στον κόσμο. Το ομολογούν πολλοί που το έχουν βιώσει. Γιατί οι Δελφοίδεν είναι μόνο ένα μουσείο της αρχαίας ελληνικής τέχνης και ιστορίας, δεν είναι μόνο ένα εκπληκτικό τοπίο που το φως που ακτινοβολεί ερεθίζει τα μάτια. Είναι ένα τοπίο που μιλά στο νου και την ψυχή για μεγάλα πράγματα, για τη δύναμη του Θεού της αρμονίας, του φωτός και της μαντικής, μιλά για μεγάλες ιδέες, όπως οι Αμφικτιονίες. Γενικώς το τοπίο των Δελφών, τα μνημεία, το μουσείο με τον αυστηρό Ηνίοχο, οι πηγές, οι πέτρες, όλα αυτά δεν δίνουν απλώς την εντύπωση ενός σπουδαίου αρχαιολογικού χώρου, αλλά ενός τοπίου που πειράζει σύσσωμο τον επισκέπτη και τη στάση ζωής που κρατά ως τώρα.

Ουράνιο τοπίο και δελφική ιδεολογία
Ανεβαίνοντας το πλακόστρωτο που πάτησαν τόσοι και τόσοι άνθρωποι προσερχόμενοι ως προσκυνητές χιλιάδες χρόνια τώρα, αφήνουμε αριστερά τον Θησαυρό των Αθηναίων (κτίστηκε με τα λάφυρα της νικηφόρας μάχης του Μαραθώνα το 490 π.Χ.)· και καθώς βαδίζουμε προς το πρώτο ξέφωτο του τοπίου, όπου οι περισσότεροι επισκέπτες σταματούν να φωτογραφηθούν ακουμπισμένοι σε έναν κίονα. Τότε είναι που έρχονται ξανά στον νου τα λόγια του δημοσιογράφου και κριτικού τέχνης του βρετανικού «Guardian» Τζόναθαν Τζόουνς· ένας από τους προσκυνητές που λέγαμε:

«Οι Δελφοί, στην Ελλάδα, έχουν την ισχυρή αξίωση να θεωρούνται το πιο θαυμάσιο τοπίο πάνω στη γη. Απ’ την τελευταία σύντομη επίσκεψή μου εκεί μου έχουν εντυπωθεί στο μυαλό ως το αρχέτυπο όλων των κλασικών ζωγραφικών έργων της τοπιογραφίας· η ονειρική τοποθεσία που κατά κάποιον τρόπο ο Τέρνερ, ο Κλοντ και ο Πουσέν προσπαθούσαν να απεικονίσουν στα έργα τους. Στη μνήμη μου, ο κρυστάλλινος γαλανός ουρανός των Δελφών φωτίζει τα μάρμαρα και ασημώνει τα φύλλα των λιόδεντρων, κάνοντάς τα να σπινθηροβολούν εντονότερα ακόμη και από τα φωτεινότερα έργα του Τέρνερ. Το τοπίο αυτό μοιάζει να γεννήθηκε στον ουρανό, είναι αιθέριο. Τα γνήσια χρώματά του και η τέλεια αρμονία του πολιτισμού και της φύσης το ανυψώνουν στον φανταστικό κόσμο των θεών. Στους Δελφούς η ελληνική μυθολογία γίνεται πραγματικότητα».

Κι όλο κι ανεβαίνουμε προς τον ναό του Απόλλωνα, οι κίονες του οποίου – όσοι παραμένουν ακόμα όρθιοι απέναντι στους θυελλώδεις αιώνες – μοιάζουν με πιόνια πάνω στη σκακιέρα της ανθρώπινης σκέψης. Ενας θα μπορούσε να γράφει «Γνώθι σαυτόν» (έχε αυτογνωσία), ένας άλλος «Μηδέν άγαν» (μην κάνεις τίποτε το υπερβολικό), κι ένας άλλος «μέτρον άριστον», κι άλλοι να εκφράζονται χρησιμοποιώντας άλλα αποφθέγματα της αρχαίας σοφίας. Οι διαστάσεις του ναού είναι εντυπωσιακές, αλλά και το βάρος του. Οι ξαπλωμένες στη γη αρχαίες πέτρες διασώζουν τη μουσική μιας μακρόσυρτης εμπειρίας. Πρώτα η επικοινωνία των ανθρώπων γινόταν με τη Μητέρα Γη μέσω των αναθυμιάσεων κάποιου υπόγειου υδάτινου ρεύματος που έβγαιναν στην επιφάνεια από μια ρωγμή της στεριάς. Οι άνθρωποι ακουμπούσαν το κεφάλι τους στη γη, τους έπαιρνε ο ύπνος και η Μεγάλη Μητέρα τούς μιλούσε στα όνειρά τους: «Πρώτα δοξάζω απ’ τους θεούς στη δέησή μου/ την πρωτομάντισσα τη Γη· (…)» λέει ο Αισχύλος στις «Ευμενίδες».
Αλλά όσο κι αν οι εξάρσεις της στεριάς είναι επιβλητικές, το φως είναι παντοκράτωρ. Ετσι έγινε ο θεός του φωτός και της αρμονίας ο Απόλλωνας, κυρίαρχος εδώ. Σκότωσε τον Πύθωνα, τον γιο της Μεγάλης Μητέρας, και εγκαταστάθηκε εκείνος πάνω από την ιερή ρωγμή της γης, για να αποκαλύπτει εκείνος τα μελλούμενα στους θνητούς μέσω της Πυθίας και των ιερέων του.

Ετσι όλη η ιστορία του ελλαδικού χώρου πέρασε από εδώ, από τον τρίποδα, δίπλα στη ρωγμή που καθόταν η Πυθία μασουλώντας φύλλα δάφνης, και από τον ιερέα που κατέγραφε τις άναρθρες κραυγές της για να τις μετουσιώσει μαζί με τους άλλους ιερείς σε χρησμό. Από τον τόπο που θα διάλεγαν οι άνθρωποι της αρχαϊκής εποχής για να στήσουν την αποικία τους στην ξένη γη, μέχρι τα μεγάλα γεγονότα της κλασικής εποχής και των χρόνων των μεγάλων μακεδόνων βασιλέων.

Ολες οι πολιτικές εξελίξεις, τα ιστορικά επεισόδια, η ιδεολογία του ελληνικού χώρου, αποτυπώνονταν στα αρχιτεκτονήματα, στα γλυπτά, στα αγάλματα που αφιέρωναν οι ελληνικές πόλεις με κάθε ευκαιρία στον θεό που όχι μόνο γνώριζε τα μελλούμενα, αλλά τα αποκάλυπτε και στους θνητούς, γεγονός που τον έκανε τον πλέον σεβαστό απ’ όλους. Και πιο πάνω ήταν το θέατρο που κτίστηκε από τους βασιλείς του ελληνιστικού βασιλείου της Περγάμου, τον 2ο αι. π.Χ., για την εκτέλεση μουσικών και θεατρικών αγώνων. Αυτή την επιτομή του ελληνικού πολιτισμού που συμβολίζουν οι Δελφοί είχε στον «αλαφροΐσκιωτο» νου του ο εξαιρετικός Αγγελος Σικελιανός (και η συμπαραστάτριά του Εύα Πάλμερ), όταν προσπάθησαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα να ξαναθυμίσουν τη δελφική ιδέα με τις γιορτές σε αυτό το θέατρο:

«Στο νου των νέων Ελλήνων,
οπού λούζεται στο νέο
ρόδινο φως βαθιά,
παίζεται κάποια μίμηση
της πάλης του άνηβου Θεού,
του νέου Απόλλωνα,
όταν σκότωσε τον Πύθωνα…»

Ο άνθρωπος των Δελφών, όπως τον αποκαλεί ο Γιώργος Σεφέρης, είχε κάπου εδώ, κοντά στο στάδιο, το σπίτι του. Συναντήθηκαν κι εδώ οι δύο ποιητές και ίσως εδώ να πέρασαν πρώτη φορά από τον νου του Σεφέρη τέτοιες ιδέες: «Καθώς περνούν τα χρόνια και με τη βοήθεια των ποιητών μας αρχίζουμε και υποψιαζόμαστε πόσο βαθιά μπορούν και πάνε οι αντίλαλοι της παράδοσής μας, ξεκαθαρίζουμε σιγά-σιγά ποια είναι τα πράγματα που μας ξεχωρίζουν μέσα στον κόσμο που ζούμε»…

Τόπος ξεχωριστός από τον άλλο κόσμο
Είναι αδύνατο να αφήσουμε κάτω τις «Δοκιμές» και να ξεφύγουμε από την περιγραφή του Γιώργου Σεφέρη των Δελφών, ερχόμενος από τη θάλασσα, από την Ιτέα:

«Πάνω στους Δελφούς, αφού περάσεις το χωριό, και σε φέρει ο δρόμος μπροστά στο τέμενος, έχεις το αίσθημα πως μπήκες σ’ έναν τόπο ξεχωρισμένο από τον άλλο κόσμο. Είναι ένα αμφιθέατρο φωλιασμένο πάνω στα πρώτα σκαλοπάτια του Παρνασσού. Κατά την ανατολή και το βοριά, τον κλείνουν οι Φαιδριάδες: η Υάμπεια που κατεβαίνει σαν την πλώρη ενός μεγάλου καραβιού και κόβει τη λαγκαδιά· η βόρεια Ροδινή όπου ακουμπά σχεδόν το Στάδιο. Κατά τη δύση ο βραχώδης τοίχος του Αϊ-Λια, και πιο πέρα τα βουνά της Λοκρίδας, η Γκιόνα, όπου βλέπεις τον ήλιο να βασιλεύει. Αν γυρίσεις τα μάτια κατά το Νοτιά, έχεις μπροστά σου τις ρωμαλέες γραμμές της Κίρφης και, στα πόδια της, τη λαγκαδιά του Πλειστού. Ο Πλειστός είναι ξερός το καλοκαίρι· βλέπεις να γυαλίζει στον ήλιο η στεγνή κοίτη του, όμως μια ροή από λιόδεντρα ξεχύνεται, θα ‘λεγες, και πλημμυρίζει όλο τον κάμπο της Αμφισσας, ως το γιαλό, όπου τα πρωτοβλέπει ο θαλασσοπόρος. Πιο κοντά, είναι στιλπνές οι πέτρες των ερειπίων της Μαρμαριάς, όπου ξεχωρίζουν οι τρεις κολόνες του Θόλου. Πήγαινα να ξεχάσω την Κασταλία. Ωστόσο το νερό της έχει μιαν ευωδιά από θυμάρι».

Γιατί νιώθουμε εδώ μια τέτοια δόνηση;
«Συλλογίζομαι αυτά τα μεγάλα κύματα βυθού μέσα στο χρόνο, που μεταθέτουν τις έννοιες των λέξεων. Λ.χ. η έννοια της λέξης χρησμός, πού έχει πάει στον καιρό μας; Η λέξη έγινε ένα αρχαιολογικό αντικείμενο. Σύμφωνοι. Ομως η έννοιά της; Μήπως πήρε ανεπαίσθητα τούτη ή εκείνη την επιστημονική ή μαθηματική μορφή; Ποιος το ξέρει. Ωστόσο εκείνο που αισθάνεται κανείς είναι ότι, στο βάθος του σημερινού στοχασμού, κάτι πρέπει να μένει από εκείνες τις παλιές καταλυμένες εκφράσεις. Αλλιώς, πώς θα μπορούσαμε να νιώσουμε εδώ μια τέτοια δόνηση;»

Γιώργος Σεφέρης, «Δελφοί», στις «Δοκιμές» (Β’ τόμος, εκδόσεις Ικαρος)

Ξένοι, φιλοξενία, ξεναγοί…

Η έννοια των ταξιδιωτών και της ξενίας τους υπήρχε από πολύ παλιά σε αυτόν τον τόπο, καθώς το ιερό και το μαντείο έφερναν ανθρώπους από κάθε γωνιά της Μεγάλης Ελλάδας και από τα ξένα ακόμη. Πάντα υπήρχε ένα μεγάλο ρεύμα περιηγητών, ασίγαστο αιώνες ολόκληρους. Ηδη από τα χρόνια του Πλούταρχου υπήρχαν ξεναγοί που ξεναγούσαν τους επισκέπτες στο τέμενος και στα αξιοθέατα γύρω από αυτό. Και τώρα, οι ξεναγοί με τις ομπρέλες τους το καλοκαίρι ξεναγούν τους επισκέπτες στον αρχαιολογικό χώρο, που όμως δεν τους δένει πια μια κοινή πίστη, αλλά ο καθένας κουβαλά τον προσωπικό του μύθο, σαν τα προσωπικά του είδη του ταξιδιού.

Ελλάδα – Παγκόσμια Μητρίδα Πολιτισμού

Amphipolis.gr | Προφήτης Δανιήλ και παλαιά διαθήκη. Αινιγματική αναφορά στον Αλέξανδρο

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8- Το δεύτερο όραμα του Δανιήλ: Η μονομαχία των κριαριών και του τράγου.  Η σημασία του οράματος.

Το δεύτερο όραμα του Δανιήλ- Η μονομαχία των κριαριών και του τράγου.

Δαν. 8,1                     Κατά το τρίτον έτος της βασιλείας του βασιλέως Βαλτάσαρ, παρουσιάσθη εις εμέ τον Δανιήλ ένα όραμα, έπειτα από το όραμα, το οποίον είχα ίδει προηγουμένως.

Δαν. 8,2                    Ευρισκόμην εις τα Σούσα εις ένα οχυρόν πύργον, που ευρίσκετο εις την χώραν Αιλάμ. Εκεί είδον ένα όραμα. Είδα δηλαδή, ότι ευρισκόμην πλησίον στον ποταμόν Ουβάλ.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Αmphipolis.gr | The Ancient Library of Alexandria

The West’s most important repository of learning

 J. Harold Ellens   •  08/03/2014

Read J. Harold Ellens’s article “The Ancient Library of Alexandria” as it originally appeared in Bible Review, February 1997. The article was first republished in Bible History Daily in May 2013.—Ed.


In March of 415 C.E., on a sunny day in the holy season of Lent, Cyril of Alexandria, the most powerful Christian theologian in the world, murdered Hypatia, the most famous Greco-Roman philosopher of the time. Hypatia was slaughtered like an animal in the church of Caesarion, formerly a sanctuary of emperor worship.1 Cyril may not have been among the gang that pulled Hypatia from her chariot, tearing off her clothes and slashing her with shards of broken tiles, but her murder was surely done under his authority and with his approval.Cyril (c. 375–444) was the archbishop of Alexandria, the dominant cultural and religious center of the Mediterranean world of the fifth century C.E.2 He replaced his uncle Theophilus in that lofty office in 412 and became both famous and infamous for his leadership in support of what would become known as Orthodox Christianity after the Ecumenical Council of Chalcedon (451), when basic Christian doctrine was solidly established for all time.

Cyril’s fame arose mainly from his assaults on other church leaders, and his methods were often brutal and dishonest. He hated Nestorius, bishop of Constantinople, for example, because Nestorius thought Christ’s divine and human aspects were distinct from one another, whereas Cyril emphasized their unity. At the Council of Ephesus in 431, Cyril arranged for a vote condemning Nestorius to take place before Nestorius’s supporters—the bishops from the eastern churches—had time to arrive. Nor was Cyril above abusing his opponents by staging marches and inciting riots. It was such a mob, led by one of Cyril’s followers, Peter the Reader, that butchered the last great Neoplatonic philosopher, Hypatia.

Cyril is honored today in Christendom as a saint. But at the time of his death, many of his fellow bishops expressed great relief at his departure. Theodoret, bishop of Cyrrhus, wrote that Cyril’s “death made those who survived him joyful, but it grieved most probably the dead; and there is cause to fear lest, finding him too troublesome, they should send him back to us.”3

Learn about the dazzling discoveries coming out of the Alexander the Great-era tomb at Amphipolis in Greece.


One reason Cyril had Hypatia murdered, according to the English historian Edward Gibbon, was that Cyril thought Hypatia had the political ear of Alexandria’s chief magistrate, who vigorously opposed Cyril’s ambition to expel from the city those who held different religious views from his own.4 Cyril was also jealous of Hypatia because scholars from all over the world crowded into her lectures in Alexandria, Athens and elsewhere. Socrates (380–450), a church historian from Constantinople, says of Hypatia:

[She] was so learned that she surpassed all contemporary philosophers. She carried on the Platonic tradition derived from Plotinus, and instructed those who desired to learn in…philosophic discipline. Wherefore all those wishing to work at philosophy streamed in from all parts of the world, collecting around her on account of her learned and courageous character. She maintained a dignified intercourse with the chief people of the city. She was not ashamed to spend time in the society of men, for all esteemed her highly, and admired her for her purity.5

Hypatia’s father, Theon, was a leading professor of philosophy and science in Alexandria. He had prepared a recension of Euclid’s Elements, which remained the only known Greek text of the great mathematician’s work until an earlier version was discovered in the Vatican Library in this century.6 Theon also predicted eclipses of the sun and moon that occurred in 364.

Hypatia, who was born about 355, collaborated with her father from early in her life, editing his works and preparing them for publication. According to one authority, she was “by nature more refined and talented than her father.”7 The extant texts of Ptolemy’s Almagest and Handy Tables were probably prepared for publication by her.8

Such scientific and philosophical enterprises were not new or surprising in Hypatia’s Alexandria, which already boasted a 700-year-old, international reputation for sophisticated scholarship. Founded in 331 B.C.E.9 by command of Alexander the Great, the city contained almost from its beginnings an institution that would remain of immense importance to the world for the next 2,300 years. Originally called the Mouseion, or Shrine of the Muses, this research center and library grew into “an institution that may be conceived of as a library in the modern sense—an organization with a staff headed by a librarian that acquires and arranges bibliographic material for the use of qualified readers.”10

The Athenian Agora was a great center of ancient learning. Read about recent agora excavations in the Bible History Daily feature “Stoa Poikile Excavations in the Athenian Agora.”


Indeed, the Alexandria Library was much more. It “stimulated an intensive editorial program that spawned the development of critical editions, textual exegesis and such basic research tools as dictionaries, concordances and encyclopedias.”11 The library in fact developed into a huge research institution comparable to a modern university—containing a center for the collection of books, a museum for the preservation of scientific artifacts, residences and workrooms for scholars, lecture halls and a refectory. In building this magnificent institution, one modern writer has noted, the Alexandrian scholars “started from scratch”; their gift to civilization is that we never had to start from scratch again.12In 323 B.C.E., as summer was breaking upon the northern coast of Egypt, Alexander the Great died in Mesopotamia. Within little more than a year, Aristotle died in Chalcis and Demosthenes in Calaurie. To this day, these three gigantic figures, more than any others, save Jesus and Plato perhaps, remain essential to the ideal of civilized life throughout the world. The reason these and other figures remain alive for us today is the ancient library and “university” of Alexandria.13

When Alexander died, his empire was divided among his three senior commanders. Seleucis I Nicator became king of the empire’s eastern reaches, founding the Seleucid empire (312–64 B.C.E.) with its capital at Babylon.14 Antigonus I Monopthalmus (the One-Eyed) took possession of Macedonia, Greece and large parts of Asia Minor, where he established the Antigonid dynasty, which lasted until 169 B.C.E.15 A third commander, Ptolemy, assumed the position of satrap, or governor, of Egypt. Ptolemy made Alexandria his capital, brought Alexander’s body to the city for a royal entombment and quickly embarked upon a program of urban development.16

Ptolemy’s grandest building project was the Alexandria Library, which he founded in 306 B.C.E. Almost immediately the library epitomized the best scholarship of the ancient world, containing the intellectual riches of Mesopotamia, Persia, Greece, Rome and Egypt. Until it was closed in 642 C.E.—when the Arabs conquered Egypt and carried off the library’s treasure—it was the major vehicle by which the learning of the past was kept alive.17 Not only did the library preserve the ancient sciences, but it proved to be a vital philosophical and spiritual force behind the surprising new worlds of Judaism, Neoplatonism and Christianity.

The history of the library and its university center falls into five stages. The first, from its founding in 306 B.C.E. to about 150 B.C.E., was the period of Aristotelian science, during which the scientific method was the dominant feature of scholarly investigation. The second, from 150 B.C.E. to 30 B.C.E., was marked by a decided shift away from Aristotelian empiricism to a Platonic preoccupation with metaphysics and religion. This period coincided with the consolidation of Roman influence in the Mediterranean basin. The third was the age of Philo Judaeus’s influence, from 30 B.C.E. to 150 C.E. The fourth was the era of the Catechetical School, 150 to 350 C.E., and the fifth was the period of the philosophical movement known as the Alexandrian School, 350 to 642 C.E. Together, these five stages cover a thousand years. No other institution of this kind has proved to be so long-lived or so intellectually dominant of its world and subsequent history as Alexandria’s library.

Sometime between 307 and 296 B.C.E., Ptolemy I brought from Athens a noted scholar named Demetrios of Phaleron (345–283 B.C.E.) to undertake his vast library project.

Demetrios set about this task with vigor, providing the course the library was to follow for a millennium. His genius lay in his conception of the library as something more than a receptacle for books; it was also to be a university where new knowledge would be produced. The library’s initial design called for ten halls for housing the books. These halls were connected to other university buildings by marble colonnades. Scholars were extended royal appointments with stipends to live and work in this university community. At the same time, task forces commissioned to acquire books were scouring the Mediterranean. Books were even confiscated from ships moored in Alexandria’s harbor, copied and then restored to their owners. The scriptorium where the copies were made also served as a bookstore, creating a lucrative enterprise with an international clientele.

In 283 B.C.E. Demetrios was succeeded as chief librarian by Zenodotus of Ephesus (325–260 B.C.E.), who held the office for 25 years. This brilliant scholar was a Greek grammarian, literary critic, poet and editor. He continued Demetrios’s work on Homer, making a detailed comparative study of the extant texts, deleting doubtful passages, transposing others and making emendations. He also produced the first critical editions of the Iliad and the Odyssey and set each of them up in the 24 books in which we have them today.

Interested in the history and meaning of the Dead Sea Scrolls? In the FREE eBook Dead Sea Scrolls, learn what the Dead Sea Scrolls are and why are they important. Find out what they tell us about the Bible, Christianity and Judaism.


It was probably Zenodotus who established as part of the library the public lending section known as the Serapeion—so named because it was a sanctuary for the god Serapis as well as a public library. He appointed two assistant librarians: Alexander of Aetolia (born c. 315 B.C.E.), to specialize in the Greek tragic and satiric plays and poetry; and Lycophron of Chalcis (born c. 325 B.C.E.), to concentrate on the comic poets. Both of these men became famous in their own right as writers and scholars.One of the things we would most like to have today from the Alexandria library is its catalogue, called the Pinakes, the great work of Callimachus of Cyrene (c. 305–235 B.C.E.), who served under four chief librarians but never rose to that position himself. The full title of the Pinakes is Tablets of the Outstanding Works in the Whole of Greek Civilization.18 Pinakes means “tablets” and probably referred originally to the tablets or plaques attached to the stacks, cabinets and rooms of the library, identifying the library’s wide variety of books from numerous cultures, most of them translated into Greek.a

Although only fragments of the Pinakes have survived, we know quite a lot about it. Most dependable sources agree on the organizational method utilized in the catalogue, which amply demonstrates the sophisticated character of the ancient library. The Pinakes consisted of 120 scrolls, in which all the works in the library were organized by discipline, with a substantial bibliographical description for each work.19 The encyclopedia of knowledge as it has been conceptualized since ancient times is derived from Callimachus’s design. As a leading scholar has noted, “The Western tradition of author as main entry may be said to have originated with Callimachus’s Pinakes.”20

The Pinakes identified each volume by its title, then recorded the name and birthplace of the author, the name of the author’s father and teachers, the place and nature of the author’s education, any nickname or pseudonym applied to the author, a short biography (including a list of the author’s works and a comment on their authenticity), the first line of the work specified, a brief digest of the volume, the source from which the book was acquired (such as the city where it was bought or the ship or traveler from which it was confiscated), the name of the former owner, the name of the scholar who edited or corrected the text, whether the book contained a single work or numerous distinct works, and the total number of lines in each work.21

The Pinakes was the first great library catalogue of western civilization, just as The Bible of Gutenberg was the first great printed book. [I]t earns for its author the title of “Father of Bibliography.” Thus, as in all intellectual efforts, the Greeks fixed the canons of cataloguing, which have been incorporated, more or less, in our Library of Congress, European, and other systems. However, the Pinakes was more than a catalogue. It was the work of the foremost man of letters of his age. He could not treat even a purely scientific subject as the Pinakes…without imparting to his work the rich stores of his scholarship, and thus the first world catalogue of knowledge became also the first literary and critical history of Hellenic literature, and also earned for its author the title of “Father of Literary History.”22

By the end of Callimachus’s life, the library is purported to have contained 532,800 carefully catalogued books, 42,800 of which were in the lending library at the Serapeion. Two and a half centuries later, in the time of Jesus, it held one million volumes.23

It was officials with the conquering Arab army who last saw the library in its operational state. Undoubtedly much of it was carried off to their royal libraries. It is likely that the character and structure of Callimachus’s Pinakes was used as a model for a brilliant Arabic counterpart from the tenth century known as the Al-Fihrist, or Index, by Ibn-Al-Nadim, which we have in virtually its complete and original form. Surviving fragments of the Pinakes confirm the likelihood of this.24

For its first two centuries, the library at Alexandria continued to be a center for nearly every kind of research in the natural sciences as well as in philosophy and the humanities, employing the scientific method developed by Aristotle, which, thanks to Francis Bacon (1561–1626), forms the foundation of modern science.25

Eratosthenes of Cyrene (275–195 B.C.E.), a student of Callimachus who rose to become chief librarian, is a classic example of the Alexandrian scholar of the period. He was an accomplished mathematician, geographer, astronomer, grammarian, chronographer, philologist, philosopher, historian and poet. He founded the sciences of astronomy, physical geography, geodetics and chronology. He was known as the most learned person of the Ptolemaic age26 and was acclaimed by his contemporaries as second only to Plato as a literary thinker and philosopher.

Eratosthenes dated the Trojan War to about 1184 B.C.E., a date generally accepted in ancient times and respected by many modern scholars. He worked out a calendar that included a leap year, and he calculated the tilt of the earth’s axis. One of his most memorable accomplishments was the invention of an accurate method for measuring the circumference of the earth (see the sidebar to this article).

During his tenure as chief librarian, Eratosthenes brought to Alexandria the official Athenian copies of the three great Attic tragedians: Aeschylus, Sophocles and Euripides. This involved a bit of scurrilous horse-trading: Ptolemy III approved an arrangement for borrowing these precious manuscripts from Athens, pledging the modern equivalent of $4 million as surety.27 With the documents in hand, Ptolemy III then forfeited his deposit, cavalierly retaining the original manuscripts for the Alexandria Library, and instructed the staff to make good copies on fine quality papyrus, which were then sent back to Athens. “The Athenians with both the money and the copies,” one scholar has observed, “also appear to have been satisfied with the deal.”28

Aristophanes of Byzantium (c. 257–180 B.C.E.) followed Eratosthenes as chief librarian and served for about 15 years. He was a man with a photographic memory and could cite at length the literary sources in the library.29 He had read them all. It is said that while judging poetry competitions he regularly detected plagiarized lines, and on a number of occasions, when challenged by the king to justify his criticism, cited the sources and recited the original passages. As a philologist, grammarian and author, Aristophanes produced poetry, dramas and critical editions of the works of his famous namesake, Aristophanes (c. 450–c. 388 B.C.E.), the Greek poet and dramatist.

Near the end of his life, Aristophanes was imprisoned by Ptolemy V Epiphanes for entertaining an offer to move to the great library of Pergamum. Such repression did not create an ideal climate in which scholarship might flourish. After his imprisonment, the library languished under an interim director, Apollonius Eidograph. But in 175 B.C.E. a new chief librarian was appointed, Aristarchus of Samothrace (217–130 B.C.E.), who returned the institution to its grand tradition of high scholarship and scientific sophistication.

Aristarchus was chief librarian for 30 years, from 175 to 145 B.C.E. He is still considered one of the greatest literary scholars because his recension of the works of Homer continues to be the standard text (textus receptus) upon which all modern versions are based. Besides his two critical editions of Homer, he produced similarly erudite editions of Hesiod, Pindar, Archilochus, Alcaeus and Anacreon. He wrote commentaries on the works of all these classical poets as well as on the dramatists Aeschylus, Sophocles and Aristophanes, and on the historian Herodotus.

Aristarchus had been the teacher of Ptolemy VIII Euergetes II, and though the latter gained a reputation for being a monster, the two apparently remained friends. When a civil war and political insurgency against the king arose in 131 B.C.E., Aristarchus accompanied him in his banishment to Cyprus. There Aristarchus died before Ptolemy VIII returned in triumph in 130 B.C.E. to continue his oppressive reign for another 14 years. With his reign, the history of wise and humane Ptolemies and illustrious librarians ended. Thereafter, valuable scholarship continued in Alexandria, such as the work of Philo Judaeus (30 B.C.E.–50 C.E.), the Catechetical School of Clement and Origen (150–350 C.E.) and the Neoplatonic School (350–642 C.E.), but after 130 B.C.E. both kings and scholars were lesser lights. Revolutions, insurrections and persecutions wracked the kingdom as dynastic political intrigue plagued the country, the city and the scholarly community. By the end of Aristarchus’s tenure, such dissatisfaction existed among the scholars regarding the character of the king and the conditions of the scholarly community that Ptolemy VIII imposed a military controller upon the operations of the library.

Considering the extensive accumulation of scientific data collected by the ancient Greeks and Romans, and their advanced methods of empirical research, it is surprising that they did not achieve some key breakthrough in chemistry or physics that would have precipitated an industrial revolution. The Greeks and Romans both understood, for example, the power of steam produced by heated water. The Romans harnessed steam for powering toys. There is some indication that they employed it for powering siege guns. What held them back from utilizing it in steam-driven machinery, which would have enabled that giant leap from mere muscle to mechanical power? They had refined sciences of optics, geometry and physics. What prevented them from imagining and creating a microscope? They understood atomic theory in some coarse way. What prevented them from identifying the components of water as hydrogen and oxygen and thus moving on to the intricacies of chemistry? They seem to have marched right up to the intellectual and scientific threshold for mechanization and then fallen back into a 1,500-year darkness. Their sciences needed to be rediscovered and reinvented in the Renaissance of the 12th to 14th centuries before the next step forward could be made. Why?

The likely answer lies in the area of two cultural circumstances: (1) the shift in Alexandrian Library scholarship from Aristotelian empiricism to Platonic metaphysical speculation in about 100 B.C.E., and (2) the barbarian subduction of Rome in the fifth and sixth centuries C.E.

Increasingly during this period of decline, the wealth and intellectual capital of Alexandria was dissipated in trying to maintain workable relations with the rising power of Rome. As the tribute to Rome increased, and the material investment in the library and its scholarship suffered, the superior intellectual importance, prowess and productivity that had been standard under the early Ptolemies proved impossible to maintain: “The dons were drawn into the political vortex, and those not so inclined were silent. The zest to produce the things of culture was permanently interrupted.”30

One consequence of these disturbing times was an intense turn toward religion. Hellenistic Jews were experimenting with various kinds of theologies.31 In Greco-Roman culture, mystery religions were popular, despite the prominence of the emperor cult. The roots of Christianity, Gnosticism and rabbinic Judaism were already insinuating themselves into the rich soil of this uneasy world. In Alexandria, the scholarly community abandoned its intense, fruitful focus upon empirical science after the mode of Aristotle and lost itself in the scholarly inquiry into the religion and philosophy of Platonism.

Although the decline of the golden age of the ancient library and university center is sad to contemplate, the “sea change” nevertheless ushered in the newly productive era of the Hellenistic Judaism of Philo Judaeus (30 B.C.E.–50 C.E.); the Hellenistic Neoplatonism of Plotinus (205–270 C.E.), Porphyry (c. 234–305 C.E.), Olympius (c. 350–391 C.E.) and Hypatia (355–415 C.E.); and the Hellenistic Christianity of Pantaenus (c. 100–160 C.E.), Clement (c. 150–215 C.E.), Origen (c. 185–254 C.E.), Tertullian (c. 155–225 C.E.), Athanasius (c. 293–373 C.E.) and Cyril of Alexandria (c. 375–444 C.E.). So the scholarly culture of the ancient library became the seedbed of the great philosophies of Judaism and Christianity and thus has continued to influence Western culture for two millennia, showing little sign of abating as we move into the third.

Philo Judaeus was surely one of the most prominent scholars in Alexandria at the turn of the millennium. His life overlaps that of Jesus of Nazareth and is the scholarly bridge between the pre-Christian era of Greek antiquity and the begin ning of Christian history in Alexandria. With the appearance of Philo, Jewish scholarship became a prominent force there. Philo was a member of a distinguished Jewish family in the influential Alexandrian Jewish community. His brother, Alexander the Alabarch, led that community. Philo lived much of his life in contemplation, authoring a large array of books.

The Jewish community included half of the city of Alexandria in Philo’s time and a large part of the general population of Egypt. Philo and his contemporaries considered themselves to be faithful Jews. Hellenized Judaism was generally welcomed by the Jews of Egypt and provided both an interpretation of Judaism for the Greeks and an interpretation of Hellenism for Jewish society, stretching the whole upon the frame of historic Jewish traditions.

Philo sought to demonstrate that Judaism could be accepted by the Greeks for its universal wisdom and superior insight into ultimate truth. The subjects Philo treated and the organization he used reflect the pattern set for scholarship at the library by Callimachus’s Pinakes. Philo systematically addressed the full range of topics that had formed the categories of that great catalogue. His writings include investigations of theology, philosophy, literary criticism, textual analysis, rhetoric, history, law, medicine and cosmology. However, Philo was not simply interested in objective scientific exploration. His greatest motive was to demonstrate that all that is valuable and virtuous in Greek thought and ideals was also epitomized by the biblical patriarchs and heroes of faith of Jewish religious tradition. Philo treated the Greek notion of Logos, for example, as the universal expression of Hebrew Wisdom (Khokhma in Hebrew; Sophia in Greek), God’s self-expression in the material world.

Philo lived at a time when confidence in a world governed by cause and effect had given over to questions about the purpose of life and history. His questions concerned the nature of God; God’s function in the universe as creator, manager and redeemer; and the meaning and destiny of humankind. The primary question for Platonic-minded scholars and laypersons alike was how a transcendent, ineffable God of pure spirit could be linked to a material universe. Moreover, it seemed evident that the material world was shot through with pain and evil. How could a perfect God create a flawed world?

In both the Jewish and Greek traditions that Philo inherited, this problem was solved by a model of the world in which God was separated from the created universe by a series of intermediaries. These were thought of as divine forces, agencies or persons. The main intermediary was the Logos. The Greek Stoic philosophers had made much of the concept of Logos from the time of early Platonism onward. Philo saw Greek tradition as simply another expression of the references to Wisdom in Job 28, Proverbs 1–9, The Wisdom of Ben Sirach, Baruch and other literature in the Hebrew tradition. Philo understood the Logos to be responsible for creating the material universe, supervising it providentially and redeeming it. For Philo, Logos was God’s rationality, both in God’s own mind and in the rational structure of creation. Sophia was the understanding that God has and that humans acquire when they discover God’s Logos in all things. Philo, on occasion, allegorically refers to Logos/Sophia as an angel and, rarely, as a “second God.” In his exposition of Genesis 17 (describing God’s covenant with Abraham), he characterizes God as a trinity of agencies.32

This article was originally published in Bible Review. Every article ever published in Biblical Archaeology Review, Bible Review and Archaeology Odyssey is available in the BAS Library. Click here to visit the Library.


Between 150 and 180 C.E. a Stoic philosopher named Pantaenus was converted to Christianity and became the headmaster, if not the founder, of a Christian institution known as the Catechetical School of Alexandria. This school reflected the long-standing intellectual tradition of the Alexandrian Library and may well have been a part of that scholarly enterprise.33Pantaenus served as head of the Catechetical School long enough to bring it out of obscurity and then, handing over its leadership to Clement, became a missionary. In India Pantaenus discovered a community of Jewish Christians, disciples of the apostle Thomas, whose faith and life were built around their use of a Hebrew version of the Gospel of Matthew. Pantaenus never returned to Alexandria.34

Clement (c. 150–215 C.E.) was a student of Pantaenus, and Origen (c. 185–254) was very probably a student of Clement. The theological connection between them, as well as their dependence upon Philo’s work of 150 years earlier, urges this conclusion. Clement and Origen seem to have taken over Philo’s model of God’s relationship to the created world, particularly the function of the Logos in creation, providence and salvation.

These two towering figures of early Christian theological development were headmasters of the Catechetical School of Alexandria, which flourished under them and quickly became famous throughout the Christian world. Eusebius (c. 260–348), a church historian, refers to it as “a school of sacred learning established…from ancient times, which has continued down to our own times, and which we have understood was held by men able in eloquence, and the study of divine things.”35

Its relationship to Philo and his classical Greek predecessors has been described as follows:

The first representatives of early church exegesis were not the bishops but rather the “teachers” (didaskaloi) of the catechetical schools, modeled after the Hellenistic philosophers’ schools in which interpretive and philological principles had been developed according to the traditions of the founders of the respective schools. The allegorical interpretation of Greek classical philosophical and poetical texts, which was prevalent at the Library and Museum (the school) of Alexandria, for example, directly influenced the exegetical method of the Christian Catechetical school there. Basing his principles on the methods of Philo of Alexandria and Clement of Alexandria, his teacher, and others, Origen…created the foundation for the type of Christian exegesis (i.e., the typological-allegorical method) that lasted from the patristic period and the Middle Ages up to the time of Luther in the 16th century. Origen based his exegesis upon comprehensive textual-critical work that was common to current Hellenistic practices such as collecting Hebrew texts and Greek parallel translations of the Old Testament. His main concern, however, was that of ascertaining the spiritual meaning of the Scriptures, the transhistorical divine truth that is hidden in the records of the history of salvation in the Scriptures. He thus developed a system containing four types of interpretation: literal, moral, typological, and allegorical.36

Clement’s theological and philosophical emphasis differed little from that of Philo, except that the orientation of his notion of the Logos/Sophia doctrine was Christian rather than Jewish. Clement’s aim in his teaching and ministry was to convert to Christianity members of the educated Greek community in Alexandria, the sort of people who would previously have been attracted to Philo’s type of Hellenistic Judaism. “Just as Philo had presented Judaism as the highest form of wisdom and the means by which humankind would come to ‘see God,’ so Clement urged that Christianity was the end to which all current philosophy had been moving…the new melody superior to that of Orpheus.”37

Origen advanced Clement’s ideas and directly identified the Logos with the person of Jesus of Nazareth, thus personifying the Logos. Such personification of the Logos was not uncommon in the world of Philo, Clement and Origen. Indeed, it was a relatively common practice in both Jewish and Greek tradition to conceive of divine powers or agents as identified at various times with specific extraordinary persons. As the divine agency was personified in a human person, the divine was humanized and the human deified.

It was this significant North African theological perspective in the theology of Clement and Origen that dominated Christian thought from the Council of Nicea in 325 C.E. to the Council of Chalcedon in 451 C.E. At these councils the doctrines of the deity of Christ and the trinitarian nature of God were worked out. Thus, there is a straight line between the Alexandria Library, Philo Judaeus’s Hellenistic Judaism and the Christian doctrines of the deity of Christ and the nature of the trinity. This connection is, of course, very complex, and other forces also affected this development, such as the great variety of polytheistic theologies (which propose that there exist intermediary beings between God and creation) present in the Judaisms of 200 B.C.E. to 200 C.E. and that Philo wished to counteract in order to refine and protect Jewish monotheism. However, it is the influence of Philo’s theological and philosophical model (mediated through Clement and Origen to the bishops who met at the great councils), combined with the very speculative allegorical interpretation of scripture under the influence of Neoplatonism (typical of the outlook in Alexandria), that explains the theological move of the councils from a Jesus who was filled with the Logos to a Christ who was the being of God.

As this Judeo-Christian development unfolded, the seeds of the Alexandrian school were sown at the ancient library and its university. Plotinus (205–270 C.E.) established the movement with his articulation of a new kind of Platonism. Many similarities can be seen between this Neoplatonism and Judaism and Christianity in the second and third centuries C.E. Neoplatonism stood for an intense personal spirituality, estimable ethical principles and a theology rooted in the Hellenistic philosophy that so significantly shaped Philo.

Plotinus and his disciple Porphyry (c. 234–305 C.E.) looked for the ultimate religious experience as an ecstatic vision of God, adhered to standards of personal purity that made the most ardent Christian envious and proclaimed that God is revealed in the material world in a trinity of manifestations. This singularly attractive alternative to Christianity was championed in the fourth and fifth centuries in Alexandria by the notable Neoplatonist “saints,” Olympius and Hypatia—bringing us back to where we started.

Although Hypatia was brutally murdered by Cyril for advocating a philosophy he thought was antithetical to “orthodox” Christianity, her brand of Neoplatonism became increasingly attractive to Christian philosophers. By the sixth century, it was taken over by them. Though the Alexandrian school was formally eclipsed when the Arabs destroyed the library—and much of the city—in 642, its spirit survives to this day in its influence over Christianity.

That is the story of the Alexandria Library, too. After destroying the library, the Arabs preserved a large percentage of the ancient volumes—as evidenced by the fact that they possessed, in Greek and Arabic translations, many of the works of the ancient poets, playwrights, scientists and philosophers, including Plato, Aristotle, Euclid and Eratosthenes. When the European Crusaders encountered the Arabic world in the 11th and 12th centuries, those venerable works became known again in Europe, giving rise to the Renaissance. Islamic philosophers and scientists—such as Averröes, a Spanish Arab (1126–1198 C.E.), and Avicenna, a Persian (980–1037 C.E.)—gave the ancient books and their wisdom back to the Western world and taught Christian Europe to know again and prize its roots in ancient Greece.

So the ancient library of Alexandria rose like a phoenix from her own ashes. She has been wounded, perhaps, but has never really died.


J. Harold EllensJ. Harold Ellens is a retired scholar who researched at the University of Michigan and served as an occasional lecturer for the Institute for Antiquity and Christianity at the Claremont Graduate School in California. He is the author of hundreds of articles and numerous books, including The Ancient Library of Alexandria and Early Christian Theological Development (Claremont Graduate School, 1993).


Notes

a. The best-known book collected from a non-Greek culture and translated into Greek at the library was the Hebrew Bible, known in its Greek form as the Septuagint (LXX). It seems to have reached the state of a largely completed and official Greek text between 150 and 50 B.C.E. Philo Judaeus (30 B.C.E.–50 C.E.) obviously knew and worked with a Greek version of the Hebrew Bible.

1. Maria Dzielska, Hypatia of Alexandria, trans. F. Lyra (Cambridge, MA: Harvard Univ. Press, 1995), p. 93. Cf. J. Harold Ellens, The Ancient Library of Alexandria and Early Christian Theological Development, Occasional Papers 27, Institute for Antiquity and Christianity (Claremont: Claremont Graduate School, 1993), pp. 44–51.

2. “Saint Cyril of Alexandria,” in Encyclopaedia Britannica, Micropaedia, 15th ed., vol. 3, cols. 329–330.

3. Theodoret, quoted in The Works of Charles Kingsley, 2 vols. (New York: Co-operative Publishing Society, 1899).

4. Edward Gibbon, The Decline and Fall of the Roman Empire, ed. J.B. Bury, 3 vols., with notes by Gibbon, introduction and index by Bury and a letter to the reader from P. Guedalla (New York: Heritage, 1946).

5. Socrates Scholasticus, Historia Ecclesiastica 7.15, in A.C. Zenos, ed., vol. 2 of The Nicene and Post-Nicene Fathers, 2d ser., ed. Philip Schaff and Henry Wace (Grand Rapids: Eerdmans, 1957), p. 160. See also Edward A. Parsons, The Alexandrian Library, Glory of the Hellenic World: Its Rise, Antiquities, and Destructions (London: Cleaver-Hume, 1952), p. 356.

6. “Theon of Alexandria,” in Encyclopaedia Britannica, Micropaedia, 15th ed., vol. 9, col. 938; “Euclid,” in Encyclopaedia Britannica, Macropaedia, 15th ed., vol. 6, col. 1020; Ellens, Alexandria, p. 44; and Dzielska, Hypatia of Alexandria, pp. 68–69.

7. Dzielska, Hypatia of Alexandria, p. 70, quoting Damascius without citing what source.

8. Dzielska, Hypatia of Alexandria, pp. 70–73.

9. Steven Blake Shubert, “The Oriental Origins of the Alexandrian Library,” Libri 43:2 (1993), p. 143.

10. Shubert, “Oriental Origins,” pp. 142–143.

11. Shubert, “Oriental Origins,” p. 143.

12. Shubert, “Oriental Origins,” p. 143.

13. Ellens, Alexandria, pp. 1–2.

14. Encyclopaedia Britannica, Macropaedia, 15th ed., vol. 16, cols. 501–503.

15. Encyclopaedia Britannica, Macropaedia, 15th ed., vol. 1, cols. 990–991.

16. Encyclopaedia Britannica, Macropaedia, 15th ed., vol. 15, cols. 180–182.

17. For a detailed discussion of the date of the destruction of the library, see Ellens, Alexandria, pp. 6–12, 50–51; and the superbly objective and thorough treatment of the process of the library’s demise by Mostafa El-Abbadi, Life and Fate of the Ancient Library of Alexandria (Paris: UNESCO/UNDP, 1990), pp. 145–179. See also Gibbon, Decline and Fall, vol. 1, pp. 57–58, and vol. 2, chap. 28 (on the destruction of the library); and Parsons, Alexandrian Library, pp. 411–412.

18. Shubert, “Oriental Origins,” p. 144, in which reference is made to the tenth-century C.E. Byzantine Greek volume called the Suidas Lexicon. This lexicon cites the full name of the Pinakes and describes its size as 120 scrolls. Cf. Ellens, Alexandria, p. 3; and F. J. Witty, “The Pinakes of Callimachus,” Library Quarterly 28 (1958), p. 133.

19. Suidas Lexicon; Tzetzes, as cited in El-Abbadi, Life and Fate, p. 101. See also Shubert, “Oriental Origins,” p. 144; and Witty, “Pinakes of Callimachus.”

20. Shubert, “Oriental Origins,” p. 144. It is interesting in this regard that Anne Holmes (“The Alexandrian Library,” Libri 30 [December 1980], p. 21) suggests that the Pinakes may have been a list of authors and books that Callimachus wanted to acquire for the library rather than a catalogue of existing library holdings. This is unlikely because of the detailed bibliographical and critical material incorporated in each entry, including the indication that the book was purchased from some other library source or confiscated from some traveler. Lionel Casson (“Triumphs from the Ancient World’s First Think Tank,” Smithsonian 10 [June 1985], p. 164) urges that the Pinakes was conceivably only an encyclopedia of Greek literary history. In such a case, one wonders why it was called the Pinakes, connecting it with the tiles designating the categories of storage compartments and their contents.

21. El-Abbadi, Life and Fate, p. 100; and Parsons, Alexandrian Library, p. 211. See also J.E. Sandys, A History of Classical Scholarship (Cambridge, UK: Cambridge Univ. Press, 1906–1908), p. 34 n. 3.

22. Parsons, Alexandrian Library, pp. 217–218.

23. Parsons, Alexandrian Library, pp. 110, 204–205. See also El-Abbadi, Life and Fate, pp. 95, 100; and Tzetzes, a 12th-century scholar whose Prolegomena to Aristophanes, also known as Scholium Plautinum, may be found in R. Pfeiffer, History of Classical Scholarship (Oxford: Clarendon, 1968), p. 101.

24. El-Abbadi, Life and Fate, p. 102.

25. Kathleen Marguerite Lea, “Francis Bacon,” in Encyclopaedia Britannica, Macropaedia, 15th ed., vol. 2, cols. 561–566. See also Catherine Drinker Bowen, Francis Bacon, The Temper of a Man (Boston: Little, Brown, 1963).

26. Gilbert Murray, A History of Ancient Greek Literature (New York: Scribner, 1897), p. 387.

27. Casson, “Triumphs.” The ancient sources describe the sum as 15 talents, which would probably exceed $4 million today.

28. Shubert, “Oriental Origins,” pp. 145, 166 n. 8, cites Galen’s Comm. II in Hippocraits Epidem. libri III 239–240, which I have not been able to consult. See also J. Platthy, Sources on the Earliest Greek Libraries (Amsterdam: Hakkert, 1968), pp. 118–119; Holmes, “Alexandrian Library,” p. 290; and P.M. Fraser, Ptolemaic Alexandria (Oxford: Oxford Univ. Press, 1972), p. 325.

29. Vitruvius, De Architectura 7.6–8. See also Parsons, Alexandrian Library, p. 150; and El-Abbadi, Life and Fate, pp. 105, 111. Vitruvius lived during the same period as Julius Caesar, Philo Judaeus and Jesus Christ. He was a famous Roman architect, engineer and city planner. The work cited here is a handbook for Roman architects. His style for architecture and city planning was largely Greek, as he lived at the beginning of the phase of creative Roman architectural style, and his work heavily influenced Renaissance art, architecture and engineering. Pliny the Elder borrowed heavily from Vitruvius in the preparation of his Natural History. As was typical in the ancient world, Pliny does not cite his sources and credit Vitruvius. De Architectura contains ten books on building materials, Greek designs in temple construction, private buildings, floors and stucco decoration, hydraulics, clocks, measurement skills, astronomy, and civil and military engines. He was classically Hellenistic in his perspective.

30. Parsons, Alexandrian Library, p. 152; see also p. 229, where Parsons, citing a letter from Thomas E. Page to James Loeb, declares that “But for the patronage of the Ptolemies and the labor of devoted students in the Museum, Homer…might have wholly perished, and we might know nothing of Aeschylus…We still owe Alexandria a great debt.” Murray (Literature, p. 388) remarks, “Zenodotus, Callimachus [sic], Eratosthenes, Aristophanes of Byzantium, and Aristarchus were the first five librarians; what institution has ever had such a row of giants at its head?”

31. In this regard see, for example, Alan Segal, Two Powers in Heaven, Early Rabbinic Reports about Christianity and Gnosticism (Leiden: Brill, 1977); Maurice Casey, From Jewish Prophet to Gentile God, The Origins and Development of New Testament Christology (Louisville: Westminster/John Knox, 1991); Jarl Fossum, The Name of God and the Angel of the Lord, Samaritan and Jewish Concepts of Intermediation and the Origin of Gnosticism (Tübingen: Mohr, 1985); Gabrielle Boccaccini, Middle Judaism, Jewish Thought, 300 B.C.E.-200 C.E. (Minneapolis: Fortress, 1991).

32. Philo Judaeus, The Works of Philo, trans. C.D. Yonge (Peabody, MA: Hendrickson, 1993). See also Harry A. Wolfson, Philo, 2 vols. (Cambridge, MA: Harvard Univ. Press, 1947).

33. Some scholars question whether there really was a formal catechetical school as early as the second century, rather than just independent teachers; see Roelof van den Broek, “The Christian ‘School’ of Alexandria in the Second and Third Centuries,” in Centres of Learning: Learning and Location in Pre-Modern Europe and the Near East, ed. J.W. Drijvers and A.A. MacDonald (Leiden: Brill, 1995). The preponderance of evidence, however, strongly indicates that there was one; see W.H.C. Frend, The Rise of Christianity (Philadelphia: Fortress, 1984), p. 286; Eusebius’ Ecclesiastical History (Grand Rapids: Baker, 1955), pp. 190–191, 217–255; Schaff and Wace, eds., The Nicene and Post-Nicene Fathers, 2nd ser., vol. 1 (Grand Rapids: Eerdmans, 1952), pp. 224–226, 249–281; and G. Bardy, “Aux origines de l’ecole d’Alexandrie,” Reserches de Science Religieuse 27 (1937), pp. 65–90.

34. Frend, Rise of Christianity, p. 286.

35. Eusebius’ Ecclesiastical History, p. 190. See also Annewies van den Hoek, “How Alexandrian Was Clement of Alexandria? Reflections on Clement and His Alexandrian Background,” HeyJ31 (1990), pp. 179–194.

36. Ernst Wilhelm Bentz, “Christianity,” in Encyclopaedia Britannica, Macropaedia, vol. 4, col. 498.

37. Frend, Rise of Christianity, p. 286.